Το αντίδωρον δεν γράφτηκε ως σχέδιο, ούτε ως στόχος. Γράφτηκε αποσπασματικά, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, μέσα σε στιγμές όπου η ανάγκη για λόγο προέκυπτε σχεδόν ακούσια. Κάποια ποιήματα γεννήθηκαν από προσωπικές απώλειες, άλλα από την αίσθηση ότι ο κόσμος γύρω μου μετακινείται διαρκώς προς μια κατεύθυνση πιο σκληρή, πιο βίαιη, πιο αδιάφορη.
Δεν υπήρχε εξαρχής η πρόθεση μιας συλλογής· υπήρχε μόνο η επιμονή να καταγράφεται ό,τι δεν ήθελε να σωπάσει. Σταδιακά, καθώς τα ποιήματα άρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους, διαμορφώθηκε ένας άξονας: η απώλεια της πνευματικότητας – όχι με τη στενή, θρησκευτική έννοια, αλλά ως βαθιά ανθρώπινη στάση. Η αίσθηση ότι, ως είδος, απομακρυνόμαστε από την ευθύνη, από τη μνήμη, από την ικανότητα να στεκόμαστε απέναντι σε όσα συμβαίνουν χωρίς να «νίπτουμε τας χείρας» μας. Αυτή η απομάκρυνση διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή, άλλοτε υπόγεια και άλλοτε μετωπικά.