Υπηρέτησα ως καθηγήτρια γαλλικών σε δημόσια σχολεία για πολλά χρόνια. Καθημερινά ήμουν εκτεθειμένη στα μάτια δεκάδων παιδιών, με κείμενα που στόχευαν στην εκμάθηση της γλώσσας, αλλά και με παιδαγωγικά εργαλεία όπως η συγγραφή σεναρίων, στα ελληνικά και στα γαλλικά, η μετάφραση ποιημάτων κ α. Όλα αυτά τα χρόνια μέσα στις σχολικές αίθουσες, εναπόθεσαν μέσα μου ένα υλικό πλούσιο σε συναισθήματα, ιδέες και σκέψεις με το πολύ μακρινό όραμα να αρχίσουν να μετατρέπονται σε κείμενα. Η λογοτεχνία είχε μπει στη ζωή μου από την τρυφερή ηλικία. Τα παιδικά βιβλία, στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης μου υπενθυμίζουν τον κύκλο της ζωής.
Πριν από πέντε χρόνια συμμετείχα σ' ένα εργαστήρι γραφής. Συνάντησα λοιπόν ανθρώπους με κοινή αγάπη τη γραφή. Τότε λοιπόν, δημιουργούσαμε κείμενα με συγκεκριμένη δομή και τεχνικές. Άρχισα να έχω καθημερινή τριβή με την συγγραφή κειμένων. Με την παρότρυνση της εισηγήτριας του εργαστηρίου, τα κείμενά μας περιλήφθηκαν σε ένα συλλογικό έργο.
Διάβαζα βιβλία, πεζογραφία και ποίηση, υπήρχαν περίοδοι όμως που κρατούσα αποστάσεις. Ωστόσο πάντα ήταν το καταφύγιό μου η ανάγνωση ενός βιβλίου. Κρατούσα σημειώσεις και, με τον ενθουσιασμό του νέου και άπειρου, άρχισα ναι γράφω. Έστειλα τη συλλογή μου σε εκδοτικούς οίκους και όταν εγκρίθηκε η έκδοσή της, ξεκίνησε το ταξίδι. Οι ήρωές μου είναι οι άνθρωποι της καθημερινότητας. Λίγο πιο αιθέριοι, τσαλακωμένοι, μα με τη δύναμη της ψυχής τους να γιγαντώνεται απέναντι στην Αλήθεια, στις αξίες.
Από το διήγημα Το μπλόκο, ο Γιάννης...Γονάτισε.Ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό σαν αγκαλιά. Όπως τότε που έπρεπε να είχε πάει μαζί τους. Στη δεξιά πλευρά της πλατείας, ίσα που πήρε το μάτι του το υπόγειο του κυρ Ανέστη, ίδιο και απαράλλαχτο, τρία σκαλιά γκρίζα παράθυρα. Από την τσέπη του έβγαλε ένα πλαστικό μπουκάλι και περιχύθηκε. Αστραπιαία έβαλε φωτιά με έναν αναπτήρα που ξέχωσε βιαστικά, από την τσέπη του. Το μόνο που πρόλαβε να σκεφτεί ήταν γονάτισα και εγώ ως φόρος τιμής προς τους συντρόφους μου. Τα ρούχα του έγιναν φλόγες, τα λιγοστά μαλλιά του έγιναν φλόγες, το κορμί του φλόγες ατίθασες, σαρκοβόρες. Ουρλιαχτά διέκοψαν τη μεσημεριάτικη σιέστα των γειτόνων.Ο Γιάννης μια χούφτα από κάρβουνο στις πλάκες. Μαζεύτηκε κόσμος περιμένοντας το ασθενοφόρο. Ένας κύκλος περιέργειας σχηματίστηκε γύρω γύρω από το άψυχο σώμα και κάποιοι απέστρεφαν το βλέμμα εξαιτίας του αποτρόπαιου θεάματος. Μια απορία βούιζε στην ατμόσφαιρα. Ποιος ήταν και γιατί να κάνει κάτι τέτοιο. Η κνίσα του Γιάννη σκέπασε τα προσφυγικά, το υπόγειο, τη μάντρα, εκεί όπου όφειλε να έχει ακουμπήσει.Ο ίδιος έκλεισε το μάτι συνωμοτικά στον Κοσμά, στον Γιωργάκη, στην Καλλιόπη και στη Στέλλα.
Αυτούς τους ανθρώπους ακούω με προσοχή, από την τυπική υπάλληλο των διοδίων της οποίας η καλημέρα σε απογειώνει ή σε στέλνει αδιάβαστο, μέχρι την γειτόνισσα που σε σταματά να σε ρωτήσει ποιος πέθανε παραδίπλα.
Μερικές φίλες μου είναι μεγαλύτερες σε ηλικία, έχουν περάσει τη ζωή τους συντηρώντας τις κοινωνικές συμβάσεις τη δεκαετία του πενήντα, στην περιφέρεια. Η συναναστροφή μαζί τους με συναρπάζει διότι διαθέτουν γλωσσικό πλούτο και λεξιλόγιο που δύσκολα το συναντάς. Είναι εκπληκτικό να μαθαίνεις καινούργιες λέξεις που δεν τις έχει ξανακούσει, οι οποίες χρησιμοποιούνται στη καθημερινότητα ενός χωριού και πιθανόν να χαθούν με τον θάνατο των ανθρώπων.
Αγαπάω τους χαρακτήρες που πλάθω, συμπάσχω μαζί τους, τους παρατηρώ από απόσταση, τους παρατάω για καιρό, όταν με βασανίζουν και αντιστέκονται στην πλοκή, τους ξαναβρίσκω ένα απόγευμα με σφρίγος. Πρόκειται για γυναίκες και άντρες, αποφασισμένους να πάνε ένα βήμα παρακάτω με αποκλειστικά δική τους απόφαση να βουτήξουν στο χάος ή να επιπλεύσουν.
Οι περιπλανήσεις μέσα στη πόλη, στις συνοικίες, στις λαϊκές γειτονιές, αποτελούν κύριο σημείο έμπνευσης. Φωτογραφίζω τα παλιά κτήρια, τις κλειστές πόρτες, τα σφαλιστά παράθυρα με τα μαδέρια. Όλα αυτά είναι το πρωτογενές υλικό, το οποίο αποθηκεύεται στη μνήμη μου και ανακαλείται για να προστεθεί στη δημιουργία του κειμένου.
Το βιβλίο μου το αγαπώ, σαν νεογέννητο παιδί και εύχομαι οι ιστορίες μου να καταφέρουν να αγγίξουν τον αναγνώστη, να τον κάνουν να χαμογελάσει, αναγνωρίζοντας ψήγματα του εαυτού του, ανάμεσα στις λέξεις.
Μυρσίνη Καλογεροπούλου
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η συλλογή διηγημάτων της Μυρσίνης Καλογεροπούλου Ένα χαμένο κλειδί κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν.



