Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ e-books ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο –παρακολουθείτε όλα τα είδη– ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθοπλασίες: Ταξίδι προς την ελευθερία: Αξίζει(;!) * Η εφημερίδα της λέσχης των φαντασμάτων * Άμμος και Λιανή = Αμμουλιανή * Στο Camping: Πυρ, γυνή και θάλασσα * Ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις καλαμιές * Πέρα από το σύμπαν των χρωμάτων * Προς ομοίωσιν: Η Ερημούπολη των ονείρων, Μέρος 1ο * Η πρώτη συνάντηση * Το νησί και ο τελευταίος τουρίστας * Μια χαραμάδα στο όνειρο * Το μυστικό της αθανασίας ** Πεζογραφίες: Ταμπουίνος ** Αφηγήματα: Πεζοπορία στις νεφέλες ** Ποίηση: Ναι, αρνούμαι * Ανθρακωρύχοι ψυχών

Μαρία Κανδύλη: Η ποίηση που ακούγεται και η φωνή που σ' αγγίζει!

Βιβλία της Μαρίας Κανδύλη

Η ποίηση της Μαρίας Κανδύλη δεν διαβάζεται βιαστικά. Δεν προσφέρεται για γρήγορα περάσματα ούτε για επιπόλαιες αναγνώσεις. Η ποίηση της Μαρίας ακούγεται. Ζητάει χρόνο, εγρήγορση και παρουσία. Έχει ρυθμό που δεν επιβάλλεται, αλλά υποβάλλει, παύσεις που δεν γεμίζουν, αλλά φωτίζουν, και ανάσες που μοιάζουν να κρατούν κάτι από την ανθρώπινη ευθραυστότητα. Κινείται με λεπτότητα ανάμεσα στη λέξη και στη σιωπή, στο προσωπικό και στο συλλογικό, στο εσωτερικό τοπίο και στον κόσμο γύρω μας – έναν κόσμο συχνά θορυβώδη, όπου η ουσία χάνεται εύκολα. Η γραφή της δεν υψώνει τη φωνή της, αλλά την ακονίζει. Και μέσα από αυτή την ήσυχη δύναμη κατορθώνει να αγγίζει, να θυμίζει, να αφυπνίζει. Ως ποιήτρια, αλλά και ως ραδιοφωνική παραγωγός, γνωρίζει βαθιά τη σημασία της φωνής. Όχι μόνο αυτής που μιλάει αλλά και εκείνης που ξέρει να ακούει. Τη φωνή που σέβεται τον χρόνο, που αφήνει χώρο στον άλλον, που καταλαβαίνει πως μερικές φορές το ουσιαστικό λέγεται στις παύσεις. Αυτό το ήθος της ακρόασης διαπερνά και την ποίησή της, χαρίζοντάς της μια σπάνια καθαρότητα και αλήθεια.

Με αφορμή την πρόσφατη ποιητική της δουλειά Εντός Εαυτού (εκδόσεις Πικραμένος), κάναμε μια συζήτηση που κινήθηκε όπως ακριβώς και η γραφή της: χαμηλόφωνα, ουσιαστικά, με τρυφερότητα και με χώρο για σκέψη. Μια συνομιλία χωρίς βιασύνη, όπου οι λέξεις δεν διεκδίκησαν πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά λειτούργησαν σαν γέφυρες ανάμεσα σε φωνές, εμπειρίες και σιωπές που αξίζει να ακουστούν.

Μαρία Κανδύλη

Μαρία, θυμάσαι πότε ένιωσες για πρώτη φορά ότι η ποίηση είναι κάτι περισσότερο από γραφή; Ότι είναι τρόπος ύπαρξης;
Μαρία Κανδύλη: Ευχαριστώ για την υπέροχη πρόσκληση αυτής της συνομιλίας και την ευκαιρία που μου δίνεις να ξεδιπλώσουμε μαζί αυτό το όμορφο και πολύχρωμο κουβάρι της ποίησης που είναι ικανό να πλέκει ζεστά συναισθήματα που χωρούν και ταιριάζουν σε πολλούς. Η πρώτη ερώτηση με γυρίζει πίσω στον χρόνο και δεν ξέρω πού ακριβώς να τον σταματήσω. Ίσως στο 2017, τότε που δημιουργήθηκε το πρώτο μου βιβλίο με τον τίτλο «Πλυμένα λάβαρα». Τότε, αρκετοί αναγνώστες μου είχαν πει πως ό,τι διάβαζαν σε κείνο –παρόλο που ήταν πεζά κείμενα– τους έδιναν έντονα την αίσθηση πως ήταν ποιήματα. Αργότερα το συνειδητοποίησα κι εγώ αυτό και άρχισα να το κάνω πιο ορατό σε μένα και σε κείνους με τα βιβλία που ακολούθησαν.

Πώς ξεκινά συνήθως ένα ποίημά σου; Από μια εικόνα, από μια λέξη ή από κάτι που σε βαραίνει;
Μ.Κ.: Νομίζω ξεκινά πάντα με μια εικόνα είτε τη βλέπω είτε τη φαντάζομαι. Ο πρώτος στίχος οπτικοποιεί σχεδόν πάντα το συναίσθημα που απορρέει τελικά από το ποίημα. Ό,τι βλέπω εγώ νοερά ή πραγματικά θέλω να το μοιράζομαι. Ο καλύτερος τρόπος σε αυτήν την περίπτωση είναι να γράφεις ένα ποίημα.

Στην ποίησή σου υπάρχει έντονη σωματικότητα. Είναι κάτι που προκύπτει φυσικά ή το δουλεύεις συνειδητά;
Μ.Κ.: Είναι εντελώς ασυνείδητα και μπορώ να πω ότι δεν είχα προσέξει ότι συμβαίνει έως που μια αγαπημένη πλέον αναγνώστρια μου είπε πως για εκείνη τα κύρια χαρακτηριστικά των ποιημάτων μου, που την κάνουν να καταλαβαίνει πως το έχω γράψει εγώ χωρίς να γνωρίζει τον γράφοντα, είναι οι ανάσες και τα δάχτυλα που όλο και κάπου θα ανταμώσει διατρέχοντας ένα ποίημα. Και πράγματι, αυτά τα δύο, όταν τα συναντώ στις σκέψεις μου, δεν τα αποφεύγω μα τους βρίσκω θέση ανάμεσα στους στίχους μου.

Διαβάζοντας τα ποιήματά σου, νιώθει κανείς ότι υπάρχει μια συνεχής συνομιλία με τον εαυτό σου. Είναι έτσι;
Μ.Κ.: Είναι έτσι ακριβώς. Είναι μια κουβέντα με τον εαυτό μου που ενώ γίνεται κατ' ιδίαν με
αποκαλύψεις, διαφωνίες, αντιρρήσεις, ξεσπάσματα, στο τέλος καταλήγει ειρηνικά δημόσια.

Τι είναι αυτό που σε κινητοποιεί να γράφεις σήμερα, σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να τρέχουν πολύ γρήγορα;
Μ.Κ.: Το γεγονός ότι όλα τρέχουν τόσο πολύ γρήγορα. Είναι φορές –δυστυχώς αμέτρητες– που νιώθω πως προσπερνάμε σημαντικές στιγμές, εικόνες, συναισθήματα μόνο και μόνο για να πάμε κάπου παρακάτω χωρίς να τους έχουμε δώσει τη δυνατότητα να ζήσουν, να τα ζήσουμε. Εκείνες τις φορές, που το νιώθω, βάζω ένα φρένο σκαλώνοντας στα πόδια του χρόνου ένα μολύβι κι ένα χαρτί.

Πόσο ρόλο παίζει η μνήμη στη γραφή σου; Είναι υλικό, είναι τραύμα ή καταφύγιο;
Μ.Κ.: Είναι όλα μαζί, διαφορετικά κατά περίπτωση. Συνηθίζω να λέω τα τελευταία χρόνια πως έχω αρχίσει να ξεχνώ. Η καθημερινότητα με όλες τις ασχολίες που κουβαλά το προκαλεί ξέρεις αυτό και ώρες ώρες με φοβίζει η σκέψη μήπως πάψω να θυμάμαι κάτι σημαντικό και το μετατρέψω σε ασήμαντο άθελά μου. Κατά καιρούς λοιπόν ανατρέχω στο παρελθόν και ευτυχώς ανακαλύπτω ακόμα μπόλικα τραύματα κι άλλα τόσα καταφύγια που είναι πρώτης τάξεως υλικά για να χτιστεί από μνήμης ένα ποίημα.

Υπάρχουν θέματα που επιστρέφουν στα ποιήματά σου ακόμη κι όταν δεν το επιδιώκεις;
Μ.Κ.: Χαμογελώ… ήδη έχω αποκαλύψει δύο: Τις ανάσες και τα δάχτυλα. Πολύ τακτικά επίσης έρχονται κύματα κάποιας θάλασσας που άλλοτε είναι τρικυμιώδη κι άλλοτε γαλήνια, ο έρωτας, η απώλεια, τα όνειρα, τα ταξίδια, ο κήπος μου όλων των εποχών, η νύχτα…

Τι είναι αυτό που σε δυσκολεύει περισσότερο όταν γράφεις: Η αρχή ή το τέλος;
Μ.Κ.: Περισσότερο με δυσκολεύει η αρχή κι αυτό επειδή οι λέξεις στριμώχνονται όλες μαζί, η μία δίπλα στην άλλη, χωρίς συνοχή λες και βιάζονται ποια θα ξεδιπλωθεί πρώτη. Έτσι που έρχονται ανάκατα και βιαστικά είναι αρκετά δύσκολο να τις υποτάξεις και να δεχτούν να μπουν σε σειρά. Όταν επιτέλους συμβεί, ξεκινά και το ποίημα. Φυσικά, αρκετές φορές, με έχει δυσκολέψει και το τέλος, δίνοντάς μου δύο ή τρεις επιλογές και περιμένοντας από εμένα να διαλέξω αυτή που πρέπει. Δεν ξέρω αν πάντα επιλέγω τη σωστή.

Πότε καταλαβαίνεις ότι ένα ποίημα έχει ολοκληρωθεί;
Μ.Κ.: Όταν πάψει να μου ζητά να το διορθώσω άλλη μια φορά. Τότε σταματώ να το παιδεύω και συμφωνούμε πως άλλες λέξεις δεν χωρούν, πως είπε ό,τι είχε να πει κι είναι πια έτοιμο να αφεθεί προς ανάγνωση.

Αν σταθούμε λίγο στο σήμερα, πώς συναντιέται η ποίησή σου με την εποχή που ζούμε;
Μ.Κ.: Βαδίζουν παράλληλα· θεωρώ πως γράφω σύγχρονα. Το κάθε σήμερα εξάλλου είναι αυτό που με ωθεί να γράφω. Ακόμα και αν η αναφορά του ποιήματος έχει ρίζες στο παρελθόν, το τελικό αποτέλεσμα ακουμπά στο παρόν επειδή επηρεάζεται από αυτό. Δεν ξέρω εάν οι συνθήκες της εποχής που ζούμε είναι κατάλληλες για να ευδοκιμήσει η ποίηση. Κάνω απλά την προσπάθειά μου καταθέτοντας και τη δική μου φωνή που ελπίζω να ακούγεται.

Αν έπρεπε να συστήσεις τη νέα σου ποιητική συλλογή σε κάποιον που δεν σε έχει διαβάσει, τι θα του έλεγες;
Μ.Κ.: Το βιβλίο «Εντός Εαυτού» είναι ερωτική ποίηση. Οι σκέψεις μου, αν και αρχικά εντός εαυτού, με τη συγγραφή του βιβλίου θέλησαν να είναι εκτός, σε κοινή θέα, αποζητώντας το μοίρασμα. Αυτό που γράφω στο πρώτο απόκρυφο, στην αρχή του ταξιδιού ανάγνωσης, είναι κι ό,τι θα έλεγα σε κάποιον που θα ήθελε να διαβάσει το βιβλίο:
Εδώ μέσα δεν υπάρχουν βεγγαλικά.
Τίποτα δεν θα εκραγεί στα χέρια σου.
Μη φοβάσαι.
Στόχος είναι η καρδιά.
Κάθε συλλογή σου μοιάζει να έχει τον δικό της εσωτερικό ρυθμό. Πώς γεννιέται αυτή η συνοχή;
Μ.Κ.: Δεν ανήκω στους ποιητές που έχουν συρτάρια γεμάτα με ανέκδοτες σκέψεις. Στην πραγματικότητα, τώρα, εάν με ρωτήσεις δεν έχω ούτε ένα, έστω μη ολοκληρωμένο, ποίημα. Αυτό που έχω καταλάβει εγώ είναι πως η έμπνευση, σε ό,τι με αφορά, έρχεται απροειδοποίητα και βιάζεται να αποτυπωθεί κάπου. Έτσι, λοιπόν, αρχίζει μια πορεία που δε σταματά παρά μόνον όταν φτάσει στον προορισμό της ταξιδεύοντας μέρα νύχτα αδιάκοπα, σαν καραβάνι δεμένο αμετάκλητα ποίημα με ποίημα. Το τέλος του ταξιδιού καταλαβαίνω πως ήρθε όταν δεν υπάρχει κάτι άλλο να ειπωθεί. Η συνοχή κι ο εσωτερικός ρυθμός είναι αυτό το καραβάνι ακριβώς, που όσο διαρκεί η έμπνευση έχει τον ίδιο προορισμό.

Πόσο σε απασχολεί ο αναγνώστης την ώρα που γράφεις;
Μ.Κ.: Σχεδόν ελάχιστα έως καθόλου για να είμαι ειλικρινής. Κι αυτό επειδή δεν γνωρίζω εάν ένα ποίημα θα καταφέρει να ολοκληρωθεί. Στην ουσία, δεν γράφουμε ποίηση για τους άλλους αλλά για μας. Είναι μια εσωτερική διαδρομή που δεν βγαίνει προς τα έξω πολλές φορές. Ο αναγνώστης με απασχολεί όταν του προσφέρω να διαβάσει κάτι από εμένα. Με απασχολεί ο χρόνος του. Εάν τελικά άξιζε να μου παραχωρήσει έστω και λίγα λεπτά από αυτόν. Όσο δηλαδή θα διαρκέσει μια ανάγνωση. Εάν άξιζε, αυτός ο χρόνος θα πολλαπλασιαστεί γιατί θα το ξαναδιαβάσει. Αν σταθώ τυχερή, θα με ψάξει για να μου πει τις δικές του σκέψεις. Είναι ευθύνη τεράστια να ζητάς χρόνο από τους αναγνώστες.

Θέλεις τα ποιήματά σου να «μιλούν καθαρά», να είναι δηλαδή επεξηγηματικά ή να αφήνουν στον αναγνώστη χώρο για ερμηνείες;
Μ.Κ.: Το «τι θέλει να πει ο ποιητής» δεν ισχύει στην περίπτωση μου. Τα ποιήματά μου θέλω να είναι ξεκάθαρα και γάργαρα σαν διάφανο νερό. Από κει και πέρα, ο αναγνώστης θα δώσει την δική του ερμηνεία σύμφωνα με αυτό που θα του γεννήσει το ποίημα. Εγώ γνωρίζω μόνο τι θα γεννήσει σε μένα.

Πώς νιώθεις όταν κάποιος αναγνώστης διαβάζει αλλιώς ένα ποίημά σου απ' ό,τι το είχες φανταστεί;
Μ.Κ.: Νιώθω παράξενα ωραία και μου έχει τύχει ευτυχώς αρκετές φορές. Μου έχει τύχει να δω δάκρυα σε μάτια που δεν περίμενα, κυρίως όταν το ποίημα αφορά μια απώλεια που εγώ δεν την είδα όταν το έγραφα αλλά την είδε ο αναγνώστης και την ταίριαξε με μια δική του κάνοντας το ποίημα περισσότερο δικό του από ό,τι δικό μου κι ας το έγραψα εγώ. Νιώθω περήφανη εκείνες της στιγμές. Όχι για μένα ή για το ποίημα αλλά γι' αυτόν που το διάβασε με τη δική του καρδιά.

Μέσα από τη μέχρι τώρα πορεία σου, τι νιώθεις ότι έχει αλλάξει περισσότερο: η φωνή σου ή ο τρόπος που ακούς τον κόσμο;
Μ.Κ.: Έχουν αλλάξει όλα και θα συνεχίσουν να αλλάζουν εάν είμαι τυχερή. Κάθε ερέθισμα που λαμβάνω προσθέτει κάτι στον χαρακτήρα μου και απλώνει τον τρόπο που ακούω τη ζωή και τον κόσμο γενικότερα.

Μαρία, εκτός από ποιήτρια, είσαι και ραδιοφωνική παραγωγός. Τι σου έχει μάθει το ραδιόφωνο για την έννοια της φωνής;
Μ.Κ.: Το ραδιόφωνο μπήκε στη ζωή μου ξαφνικά όπως και η ποίηση. Τίποτα δεν με είχε προετοιμάσει για κανένα από τα δύο. Τα αντιμετωπίζω όπως αξίζει στα απρόβλεπτα. Σαν θαύματα. Αν θέλω να μιλήσω για το ραδιόφωνο συγκεκριμένα θα σου πω πως όταν ανοίγω το μικρόφωνο νιώθω καπετάνισσα ενός ανύπαρκτου καραβιού που ταξιδεύει πάντα νύχτα. Οι επιβάτες μου με εμπιστεύονται χωρίς να γνωρίζουν συνήθως τον προορισμό. Σε αυτό το ταξίδι τούς νιώθω πάντα δίπλα μου κι ας μην γνωρίζω τους περισσότερους. Κάθε τραγούδι είναι λιμάνι για διαφορετικούς ανθρώπους. Ένα υπέροχο δέσιμο που διαρκεί όσο μια εκπομπή και επαναλαμβάνεται στις επόμενες.

Επειδή έχω ταξιδέψει πολλές φορές μαζί σου σ' αυτό το «ανύπαρκτο καράβι», ομολογώ πως είσαι μία υπέροχη καπετάνισσα. Και αν και το βίωσα, δεν σκέφτηκα ποτέ να σε ρωτήσω, αλλά θα σε ρωτήσω τώρα. Γιατί αυτό το «ανύπαρκτο καράβι ταξιδεύει πάντα νύχτα»;
Μ.Κ.: Για να βλέπω τα φώτα των απέναντι και τα αστέρια Γιώργο. Είναι μια σίγουρη πυξίδα που δεν σε οδηγεί ποτέ σε αφιλόξενους τόπους. Απέναντι είναι πάντα οι ακροατές, ανάμεσά τους και εσύ που με εμπιστεύτηκες τις φορές που ήρθες στο ταξίδι. Η νύχτα ενώνει καλύτερα τις ανάσες, τους δέκτες, τους πομπούς. Ποιος μπορεί να αντισταθεί στα μαγικά της δίχτυα;

Υπάρχουν στιγμές που η ραδιοφωνική σου εμπειρία επηρεάζει τον τρόπο που γράφεις ή διαβάζεις ποίηση;
Μ.Κ.: Υπάρχουν πολλές τέτοιες στιγμές Γιώργο. Μπορεί η έμπνευση ενός ποιήματος να γεννηθεί από το άκουσμα ενός τραγουδιού. Μπορεί να χρειάζομαι ένα τραγούδι για να γράψω ένα ποίημα. Μπορεί να ψάξω το κατάλληλο τραγούδι για κάποιο ποίημα που θα διαβάσω και όταν το βρω να το ξαναδιαβάσω για να το ταιριάξω καλύτερα μέσα μου ακούγοντας ένα τραγούδι που αισθάνομαι ότι συνοδεύει το ποίημα.

Πόσο σημαντική είναι για σένα η ακρόαση, η σιωπή, η μουσική, ο ρυθμός, τόσο στο ραδιόφωνο όσο και στην ποίηση;
Μ.Κ.: Είναι όλα απαραίτητες προϋποθέσεις για μένα και ζητούμενα. Το να ακούς μουσική ή σκέψεις είναι πολλές φορές βάλσαμο. Το να σωπαίνεις επίσης, επειδή βοηθά να καταλάβεις τι θέλει να σου πει η σιωπή. Και το κάνει, άλλοτε σιγανά κι άλλοτε εκκωφαντικά.

Πόσο επηρεάζει τη γραφή σου ο τόπος όπου ζεις και κινείσαι καθημερινά;
Μ.Κ.: Την επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό όπως υποθέτω και όλων όσοι ασχολούνται με τη γραφή. Έχω την τύχη να ζω σε μια πόλη με βουνά και θάλασσες. Αντικειμενικά όμορφη από την κορφή έως τα νύχια. Πιο κοντά μου, δίπλα μου, στην αυλή μου έχω έναν κήπο. Τον παρατηρώ καθώς αλλάζει με τις εποχές, τη φθορά και την αναγέννησή του κι αυτό μου δίνει έμπνευση, ταπεινότητα, ελπίδα, θλίψη ανάλογα με τα χρώματα που φορά και την ώρα που τον κοιτώ. Αλλιώς είναι την ημέρα κι αλλιώς τη νύχτα. Κι αν σκέφτεσαι πως δεν αναφέρω τίποτα για εργασία, κίνηση, άγχος με προβλήματα της καθημερινότητας που καλούμαι να αντιμετωπίσω είναι που ρωτάς μια ποιήτρια.

Ρωτάω μια ποιήτρια που με συγκινεί με τις απαντήσεις της. Πες μου Μαρία, υπάρχει στιγμή της ημέρας που νιώθεις πιο κοντά στη γραφή;
Μ.Κ.: Κάθε που με επισκέπτεται η έμπνευση, δεν έχει σημασία εάν είναι μέρα ή νύχτα. Όλες οι ώρες μοιάζουν κατάλληλες και είναι για όσο διαρκεί η δίψα να γραφτούν οι σκέψεις.

Τι άλλο σε εμπνέει εκτός από τη λογοτεχνία;
Μ.Κ.: Θα ήθελα να μπορώ να ζωγραφίζω μα δεν είμαι ικανή να τραβήξω ούτε μια ίσια γραμμή, θα ήθελα να μπορώ να ξεκλειδώνω τα μυστικά κάποιου μουσικού οργάνου, ιδανικά κιθάρας. Μα αφού δεν μπορώ να είμαι κομμάτι τους, είναι εκείνα για μένα έμπνευση. Με εμπνέουν τα όνειρα, επίσης. Επειδή πολλές φορές, αν πολύ το θέλεις, βγαίνουν αληθινά.

Τι θα ήθελες να νιώσει κάποιος κλείνοντας ένα βιβλίο σου;
Μ.Κ.: Ότι άξιζε που το άνοιξε. Θα ήθελα ανάμεσα στη σελίδες να βρει κομμάτια του εαυτού του. Να ταυτιστεί με ένα έστω ποίημα και να το κάνει δικό του. Να το αντιμετωπίσει σαν παλιό γνώριμο που θα συναντήσει σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης του ξανά.

Τι θα ήθελες να ευχηθείς στον κόσμο κλείνοντας;
Μ.Κ.: Να είναι ο εαυτός του, να ονειρεύεται και να τολμά να ζει ό,τι ονειρεύτηκε, να παρατηρεί περισσότερο γύρω του τη ζωή που του γνέφει και να μην ξεχνά πως όλες οι μέρες και οι νύχτες μας αξίζουν κι είναι μοναδικές. Μην πάει καμία χαμένη.

Ευχαριστώ Γιώργο για αυτή την όμορφη συζήτηση. Κάπου στη διαδρομή έδωσα απαντήσεις και στον εαυτό μου για πράγματα που δεν με είχα ρωτήσει ποτέ. Ευγνώμων.

Μαρία μου, σ' ευχαριστώ και εγώ για τον χρόνο που κύλησε σαν ήσυχο νερό, για τις λέξεις που στάθηκαν και για εκείνες που άφησες να αιωρηθούν. Για τη φωνή που δεν βιάζεται και για τη σιωπή που ξέρει να ακούει. Εύχομαι οι λέξεις σου να συνεχίσουν να βρίσκουν χώρο, στο χαρτί, στον αέρα και μέσα μας. Να είσαι καλά και να μας θυμίζεις πάντοτε τη δύναμη της αληθινής ακρόασης.

Η συζήτηση με τη Μαρία Κανδύλη αφήνει την αίσθηση μιας φωνής που δεν επιδιώκει να επιβληθεί, αλλά να συντονιστεί. Είτε μέσα από το ποίημα είτε από τα ερτζιανά, η παρουσία της βασίζεται στην ακρόαση, στη λεπτομέρεια και στη σημασία της παύσης. Σε έναν κόσμο που μιλάει ασταμάτητα, η ποίησή της έρχεται να θυμίσει πως το ουσιαστικό συχνά λέγεται χαμηλόφωνα και ακούγεται μόνο όταν είμαστε πραγματικά παρόντες.



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η Μαρία Κανδύλη γεννήθηκε στη Γερμανία και έως την εφηβεία της έζησε στην πόλη της Καστοριάς. Σπούδασε λογιστική/πληροφορική και εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας. Είναι μητέρα δύο παιδιών και σήμερα ζει στην πόλη της Καβάλας. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (Ε.Ε.Λ.). Εργογραφία: Εντός Εαυτού (Πικραμένος, 2025), Πρώτα η φωνή μετά τα μάτια (24 Γράμματα, 2024), Δωδέκατη Νυχτερινή (24 Γράμματα), Εκκωφαντικές ανάσες (Ανάτυπο, 2022), Ονειρόπετρες (Ανάτυπο, 2019), Πλυμένα Λάβαρα (Τύρφη). Συλλογικά: Αχ! Έρωτα (Ανθολόγιο-ημερολόγιο ερωτικής ποίησης, Βεργίνα, 2024), Ποίησης έργα εποίησαν (Ημερολόγιο 2024, υπό την αιγίδα των συλλόγων Υποτροφιών Καστοριάς και Society of Kastorians ΟΜΟΝΟΙΑ New York Inc.), Εκ του μη όντος (Τύρφη, 2018). Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στον ηλεκτρονικό τύπο και παράλληλα συνεργάστηκε με τους Arpeggios Music Productions οι οποίοι έντυσαν με πειραματικό ήχο και εικόνα ποιήματά της. Εκτός από τη συγγραφή ασχολείται με το ραδιόφωνο ως ραδιοφωνική παραγωγός.