Ένα μυθιστόρημα για την απώλεια, το φως και τη γενναιότητα της ψυχής που διαβάζεται με σιωπή και συγκίνηση.
Το Χτίσε μία γέφυρα στα σύννεφα του Παντελή Μαυρομμάτη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάκτος, είναι από εκείνα τα έργα που δεν στέκονται απλώς μπροστά σου ως αφήγημα, αλλά σε κοιτούν κατάματα και σε αναγκάζουν να δεις όχι με τα μάτια, αλλά με την ψυχή.
Σε μια απομονωμένη φάρμα, μέσα στο καταπράσινο τοπίο της νοτιοδυτικής Ουαλίας, ένας άνθρωπος ζει μακριά από τον κόσμο. Μακριά από θορύβους, τεχνολογία κι ανθρώπους. Ένας άνθρωπος που, στα μόλις δεκαοχτώ του χρόνια, στερήθηκε την όρασή του. Ο Χάουελ, ένα αγόρι που ονειρευόταν να γίνει βιβλιοθηκάριος, χάνει το φως του, αλλά όχι το όνειρό του, υπενθυμίζοντάς μας πως η πραγματική όραση ξεκινά εκεί ακριβώς που τελειώνει η σωματική.
Ο Παντελής Μαυρομμάτης κινείται επιδέξια έξω από τα είδη που τον έχουμε συνηθίσει. Δεν χρησιμοποιεί την απώλεια της όρασης ως εύκολο δραματικό τέχνασμα. Αντίθετα, την καθιστά αφετηρία ενός εσωτερικού ταξιδιού που μιλά για την αντοχή, την αποδοχή, τη συγχώρεση και, τελικά, την αγάπη. Ο Χάουελ δεν είναι ένας ήρωας με την κλασική έννοια, αλλά ένας άνθρωπος βαθιά πληγωμένος, με φόβους, σκοτάδια και στιγμές παραίτησης που μέσα από τη σιωπή του, τη μοναχικότητα της φάρμας, τα βιβλία που «διαβάζει» με τα χέρια και τη φαντασία του, αναζητά ξανά το φως της ζωής.
Το Χτίσε μία γέφυρα στα σύννεφα είναι ένα βαθιά κοινωνικό μυθιστόρημα. Μιλά για τη φτώχεια, τον ρατσισμό, τον θυμό, την οικογένεια και τις αντιφάσεις των ανθρώπινων σχέσεων. Μιλά επίσης και για τη φιλία, τη συγχώρεση, την επιλογή του φωτός απέναντι στο σκοτάδι. Για το δικαίωμα του ανθρώπου να μην εγκλωβίζεται στα λάθη, στα τραύματα και στο παρελθόν των άλλων.
Η φράση «χτίσε μία γέφυρα στα σύννεφα» αποκτά εδώ κυριολεκτικό και συμβολικό χαρακτήρα. Είναι η γέφυρα από τον πόνο στη λύτρωση, από τον φόβο στη συνειδητοποίηση κι από το σκοτάδι στην εσωτερική όραση.
Η πένα του συγγραφέα είναι καθαρή, απλή, αλλά και με βάθος, αφήνοντας τα νοήματα να αναδυθούν μόνα τους. Οι λέξεις του δεν κραυγάζουν, αλλά αγγίζουν τον αναγνώστη και ακριβώς γι' αυτό συγκινούν τόσο βαθιά.
Παρότι το βιβλίο διατρέχεται από πόνο, κοινωνικές αντιθέσεις και σκληρές εμπειρίες, στον πυρήνα του βρίσκεται η αγάπη. Αγάπη για τον συνάνθρωπο. Για τη ζωή. Για τα βιβλία. Για τη δυνατότητα να συνεχίζεις, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα.
Σίγουρα, αυτό το μυθιστόρημα μπορεί να διαβαστεί και ως ένα προσωπικό ταξίδι αυτογνωσίας. Ως ένα κάλεσμα προς τον αναγνώστη, να κλείσει για λίγο τα μάτια και να αναλογιστεί πόσο πόνο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος και πώς μπορεί να τον μετατρέψει σε δύναμη.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου



