Ο έρως, ο έρωςσαλάμι αέροςτο τρώει ο γέροςκαι πάει στο μέρος…
Ο θεός Έρωτας ήταν γιος της Αφροδίτης και του Άρη. Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα «έραμαι» που σημαίνει «αγαπώ με πάθος», «επιθυμώ». Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το ρήμα ερωτώ που στην ουσία σημαίνει «επιθυμώ διακαώς την απάντηση».
Στα αγάλματα, ο Έρωτας παρουσιαζόταν ως νέος (ή και παιδάκι), ομορφούλης, παιχνιδιάρης, σκανταλιάρης, ατακτούλης, κατεργάρης. Κρατούσε τόξο και φαρέτρα με βέλη και είχε φτερά.
Ήταν άσος στο σημάδι και είχε και μία σούπερ δύναμη: Με ένα μαγικό κολπάκι, έλεγε αγαπουλίσιους-καψούριους και μετά έριχνε ένα βέλος έκανε τους ανθρώπους να ερωτεύονται μεταξύ τους.
Ένα «αρχαίο» ρητό λέει: «Ο έρωτας, σου το 'χω πει, θέλει ψυχή και φαντασία / εσύ όμως τον κατάντησες, μια τυπική διαδικασία».
Κι ο Έρωτας από φαντασία είχε φουλ έξτρα. Σημάδευε εβδομηντάχρονο συνταξιούχο έλεγε «αγαπουλίσιους» κι έπειτα σημάδευε εικοσιτριάχρονη δασκάλα, έλεγε «καψούριους» και έπεφτε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου χωρίς αναστολές!
Του έλειπε όμως η Ψυχή.
Η οποία Ψυχή ήταν κόρη του βασιλιά της Σικελίας και ήταν πανέμορφη, πιο όμορφη κι από την Αφροδίτη έλεγαν οι φήμες!
Οοοπ! Τι είπα τώρα;
Μαθαίνει η Άφρω ότι υπήρχε πιο όμορφη γυναίκα από εκείνη, άφρισε από το κακό της. Και τότε πάει και ρωτάει τον καθρέφτη της: «Καθρέφτη καθρεφτάκι μου…» λάθος, αυτό είναι από άλλο παραμύθι, τότε, που λέτε, σκέφτεται παμπόνηρα και βάζει τον κανακάρη της να κάνει την Ψυχή να ερωτευτεί τον πιο άσχημο άνθρωπο στη γη.
Πάει ο Έρωτας κοντά, οπλίζει το τόξο, σημαδεύει την Ψυχή, ρίχνει, «αγαπουλίσιους» ζντουπ, διάνα! Άρχισε η Ψυχή τα καψουροτράγουδα.
Γυρίζει το τόξο ο Έρωτας, σημαδεύει κατά Παναγία των Παρισίων, του είχαν πει για κάποιον Κουασιμόδο, κάνει «καψούριους», ρίχνει και…
Νταααν! Κάνει γκελ το βέλος σε μια καμπάνα, γυρίζει πίσω και… μπραφ!
Στην καρδιάαααααα σαν το αίμα που κύλησε βαθιά σαν μαχαιριά…
Πρώτη φορά το έπαθε αυτό ο κακομοίρης ο Έρως! Τα είδε όλα, ο βουτυρομπεμπές! Τι πεταλουδίτσες στο στομάχι, τι καρδούλες στα μάτια, τι χτυποκάρδια στο θρανίο, ο Έρωτας δεν έπαιρνε τα μάτια του από την Ψυχή.
Κι εδώ έρχεται το μεγάλο πρόβλημα: τι θα γινόταν αν το μάθαινε η μαμά;
Πιο κακιά πεθερά πεθαίνεις…
Από την άλλη, η Ψυχή ήταν μεν καψούρα αλλά δεν ήξερε με ποιον! Κι όποιος πήγαινε να τη ζητήσει σε γάμο έπεφτε σε «thank you next».
Έλεγε και κάτι παλαβά στον μπαμπά της ότι είχε ερωτευτεί τον έρωτα, τι να κάνει κι εκείνος ο καψερός, πήγε στο μαντείο της Μιλήτου να τον συμβουλέψουν.
Και σύμφωνα με τις οδηγίες του μαντείου την έντυσε νύφη και την έστειλε στην κορυφή ενός βουνού όπου την πήρε και την σήκωσε ο Ζέφυρος και την μετέφερε σε ένα κάστρο με αόρατους υπηρέτες να την φροντίζουν.
Εκεί την περίμενε ο Έρωτας! Μεταφορικά και κυριολεκτικά!
Μόνο που της εμφανιζόταν κάθε βράδυ και το πρωί εξαφανιζόταν πριν προλάβει να τον δει η Ψυχούλα και καταλάβει ποιος είναι και, κυρίως, ποια είναι η μαμά του…
Η Ψυχή τα περνούσε φίνα. Κάστρο, αόρατοι υπηρέτες, φίκι φίκι με αόρατους εραστές, στο τέλος έμεινε και έγκυος. Όμως αυτό δεν ήταν καθόλου αόρατο, πιστέψτε με. Τα έγραψε όλα αυτά στις αδερφές της που το σιγούρεψαν ότι αποτρελάθηκε από τη μοναξιά στον πύργο και πήγαν να την δουν.
Και της βάλανε ιδέες, ιδίως όταν παραδέχτηκε ότι δεν έχει δει τον εραστή της.
Έχεις σκεφτεί μωρή τζαναμπέτω, της είπαν όσο πιο διακριτικά μπορούσαν, μήπως αυτός ο αόρατος τύπος είναι ένας κακάσχημος δράκος που περιμένει να γεννήσεις το παιδί του για να σε κατασπαράξει!
Και τότε εκείνη έκανε την αποκοτιά! Πήγε μέσα στη νύχτα με ένα κερί για να δει το πρόσωπο του εραστή της. Κρατούσε κι ένα μαχαίρι σε περίπτωση που ήταν δράκος για να τον σφάξει.
Μόλις όμως είδε τον κούκλο Έρωτα, από τη χαρά της δεν πρόσεξε, το κερί έσταξε κι έπεσε πάνω στο αλαβάστρινο κορμί που ξύπνησε σφαδάζοντας από τον πόνο!
Πετάχτηκε πάνω ο μυγιάγγιχτος και έκανε να φύγει τρομαγμένος. Η Ψυχούλα πήγε να τα μπαλώσει:
— Αγάπη μου, είχες λίγες τριχούλες εκεί χαμηλά και είπα να σου κάνω αποτρίχωση.
— Τι αποτρίχωση μωρή, μύρισε ξεροψημένη μπριζόλα! Έφυγα!
— Μη μωρό μου! Γύρνα πίσω ή έστω τηλεφώνα!
Πάει ο Έρωτας τσουρουφλισμένος στη μαμά του, κλαίγοντας:
— Μανούλα μου αυτή πήγε να με κάψει!
— Σώπα πουλάκι μου, εδώ είναι η μαμά θα το κάνει μάκια να περάσει. (Ίουυυυ!)
Βέβαια το μαμόθρεφτο, ο Έρωτα,ς αργούσε να αναρρώσει και η Ψυχή έριξε τα μούτρα της και πήγε να τον βρει. Χτυπάει την πόρτα, ανοίγει η πεθερά, πέφτει στα πόδια της:
— Λυπήσου με, τον αγαπώ τον γιο σου!
Και η Άφρω την λυπήθηκε! Και της έδωσε την ευχή της!
…
Σε άλλο έργο!
Γιατί σε αυτό έβαλε δυο δούλες να την μαστιγώνουν και να της ξεριζώνουν το μαλλί τρίχα τρίχα! Της είχε βγει η ψυχή της Ψυχής όμως δεν το έβαζε κάτω. Κι αφού είδε η Άφρω ότι η Ψυχή ειλικρινά αγαπούσε τον γιο της την λυπήθηκε! Και της έδωσε την ευχή της!
…
Σε άλλο έργο!
Γιατί σε αυτό της έβαλε τρεις δοκιμασίες. Να πάει σε έναν λόφο από σπόρους και να ξεχωρίσει το σιτάρι και το κριθάρι, να κλέψει το μαλλί από κάτι χρυσόμαλλα πρόβατα και να φέρει την κρέμα ομορφιάς της Περσεφόνης από τον Κάτω Κόσμο!
Και τα κατάφερε κι αυτά το θηρίο, η Ψυχούλα! Και τότε η Άφρω την λυπήθηκε! Και της έδωσε την ευχή της!
…
Σε άλλο έργο!
Η Ψυχή έπαιξε το τελευταίο της χαρτί:
— Περιμένω τον καρπό του έρωτά μας με τον Έρωτα! Το εγγονάκι σου μωρή Τασώ Καβαδία!
Έλεος πια! Κάπου να είμαστε άνθρωποι πχια!
Κάπου εκεί η Άφρω φάνηκε να λυγίζει. Η Ψυχή έπαιξε τα ρέστα της:
— Και είναι κοριτσάκι. Και θα το βγάλουμε Αφροδίτη… (Ψεματούρα! Ηδονή το έβγαλαν τελικά)
Και τότε η Άφρω μετανιωμένη την αγκάλιασε και έκλαψαν γοερά! Και της έδωσε την ευχή της
επιτέλους!
Βέβαια χρειάστηκε να υποσχεθεί ο Δίας ότι θα έκανε αθάνατη την Ψυχή ώστε να μην παντρευτεί ο κανακάρης της μια παρακατιανή, όμως στο τέλος ο έρωτας νίκησε!
Έρωτα ανίκητε στη μάχη που έλεγε κι ο… εεεε… η Βουγιουκλάκη… Νομίζω.
Ἀπὸ τὰ μάτια, λένε κάμποσοι,πιάνετ' ὁ ἔρως... ἐγὼ θαρρῶ,πὼς σὰν δὲν ἔχῃς στὴν τσέπη γρόσι,δὲν τὸν τσακόνεις τὸν πονηρό.Ὁ ἔρως, εἶπαν καὶ λένε ἄλλοι,πὼς τριγυρίζει παντοῦ στραβός,δὲν τὸν ξιππάζουν νειᾶτα καὶ κάλλη,καὶ σ' ὅλα τἄλλα εἶναι βουβός.Ἐγὼ πιστεύω πὼς τοῦτος ἔχειτέσσερα μάτια γλαρὰ γλαρά,κι ἐκεῖ κτυπάει, ἐκεῖθε τρέχει,ὅπου ξανοίγει λάμψι παρᾶ.Τὸ τρελλοπαῖδι τῆς Ἀφροδίτηςἐξεβουβάθη μὲ τὸν καιρό,κι εἶναι στῇς προῖκες πρῶτος μεσίτης·λέγω ἀλήθεια, νὰ σᾶς χαρῶ.Γεώργιος Σουρής, Φεβρουάριος 1880
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Πρώτη δημοσίευση
Η ευθυμογραφική σειρά του Γιώργου Ζώτου Από πού κι ως πού; δημοσιεύτηκε στο koukidaki.gr κάθε Κυριακή από τις 13 Ιουλίου 2025. Ξεκινήστε από την αρχή.
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα Θανάση Λάλα [Εndurance of the heart, metal and plexi glass]
![Έργο Θανάση Λάλα [Εndurance of the heart, metal and plexi glass] Έργο Θανάση Λάλα [Εndurance of the heart, metal and plexi glass]](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhv6iQatZxti_lJ018IT6wkjOMK4DSUaJ7Eaxe2f6ahBSlShiP9FqubSgklFES0k9-3vFx9NRa4Mvx3YMIO2zU39PuHB3kEaR7iv3wG91Rs4Dx4jnhixacY9cRBT6WNj1wSuqiIgnr-Ahc2rs53WrN2E_joamUJXGyg2MHCggCl3j97MrojXnjYmVPmag2a/w320-h320/3.png)


