ΤΟΞΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
ΕΝΑΣ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ
Ο παφλασμός των κυμάτων γαργαλούσε τα βότσαλα, τα σώματα κροτάλιζαν χαριτωμένα, η φλυαρία σου για τ' αστρικό πανδαιμόνιο ηχούσε σαν το μουρμουρητό τ' ανέμου, σου σφράγισα τα χείλη απαλά και η μελωδική σιγαλιά της καλοκαιρινής νύχτας μας έγδυσε αστραπιαία, σ' έγλυφα και την ίδια στιγμή έχυνα στα στήθια σου, σαν να ήταν το πέος μου το στόμα της εγκεφαλικής μου υπερδιέγερσης και τα χείλη με την στοματική κοιλότητα το διψασμένο κρησφύγετο της ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Το σπέρμα μου ένωσε τα στήθια σου με τους μηρούς μου σχηματίζοντας της αθάνατη σπηλιά της ηδονής. Το μπεντένι είχε ανάψει τόσο ώστε χύθηκε στην δροσερή και ευπροσήγορη θάλασσα να λύσει τους αρμούς από την υπερένταση και να αφεθεί στη γαλήνη στης φεγγαρόλουστης δεσποσύνης. Το φεγγάρι είχε γίνει το σώμα σου, τα μάτια σου άστραφταν από την αδημονία, ζητούσες τον αναβρασμό μου μέσα σου, αυτό το απίστευτο στραβό γελάκι σου με τα αιώνια σεξουαλικά υπονοούμενα να με καρφώνει όλο αδηφαγία, σου είχα κάνει ένα κλικ, άγνωστο σε σένα ως τότε, ντυθήκαμε αστραπιαία, καβαλικέψαμε τη βέσπα και σε χρόνο dt καβαλικεμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, γαμούσε ο ένας τον άλλο, ώσπου αποφάσισες να πετάξεις την αρματωσιά του αγοροκόριτσου, ν' αφεθείς στη γυναίκα σου ώστε να εκδηλωθεί και να συγκεντρωθείς στην συνουσία μας, παραδομένη στην φυσική έκσταση του πούτσου μου. Σκίσε με, φώναζες, σκίσε με, ψιθύριζες, ξέσκισέ με, ούρλιαζες, τιναζόσουν, κι έχυνες, ερχόσουν για δεύτερη φορά σε οργασμό στα τριάντα σου χρόνια. Έτσι αναδύθηκε η θηλυκότητά σου πια ολόκληρη, αλλά δεν σου άρεσε καθόλου αυτό, έχανες το πάνω χέρι, τον έλεγχο της κατάστασης, ο ανδρισμός σου μια θεατρινίστικη φιγούρα σκιών κάηκε από την ηδονή σου πάνω στον φαλλό μου. Μόνο που δεν τελείωσε αυτό έτσι, έπρεπε να αποπειραθείς αρκετές φορές να με εκτελέσεις μήπως και νεκραναστήσεις το ψευτοαρσενικό προσωπείο σου, τον πειραιώτικο μαγκιόρο που δήθεν υποδυόσουν, πρότυπο της πιάτσας που γαλουχήθηκες, μόνο που η γυναίκα μέσα σου πείναγε τόσο ώστε στο τέλος σου επιβλήθηκε για να υποδεχτεί τον σπόρο μου, το απόσταγμά μου, το μάννα του οργανισμού μου, την πεμπτουσία της υλοενέργειάς μου, κι όμως δεν άντεξες την πρόκληση, δεν πίστεψες στην ενόρμησή σου και βούλιαξες στα ρηχά νερά του λογιοτατισμού της μικροαστίλας σου.
Σ' αναζητούσα για χρόνια, να με σκοτώσεις με τις καμπύλες σου, τα χείλη σου, με την γλυκάδα του ανέμου, φτερό να με κάνουν και να πετάξω, να χαθώ, χωρίς εσένα ένιωθα πως δεν με χώραγε η γη, το κρεβάτι μου βαρκούλα γίνονταν τις νύχτες στις λαϊκές μελωδίες του σκοτεινού έρωτα να σεργιανίζει, το καρυδότσουφλο της άγιας αντοχής στον αφανισμό της σαρκικής λάμψης. Η ένωση δεν βαστά παρά μια στιγμή και μια αιωνιότητα, τον χρόνο δηλαδή που χρειάζεται για να μηδενίσει τη φθορά, γιατί μάτια μου αλλοπαρμένα, λάγνα και μαστουρωμένα, αν δεν σ' έβρισκα θα μ' έχανα εντελώς, οπότε διάλεγα ανάμεσα στην ακύρωση και τον ερωτικό φόνο. Ναι, πράγματι, επιδίωκα να με διαλύσεις, στο είχα πει άλλωστε, παίζαμε και το παιχνιδάκι μας, η αποσυναρμολόγησή μου για την κατά εντολή σου εκ νέου κι αλλιώτικη συναρμολόγησή μου. Θέλαμε να με κάνεις του κουτιού σου, να σου είμαι πιστός και υπάκουος υπηρέτης σου. Η θηλυκή οπτασία ήταν το όνειρο μέσα στον εφιάλτη της ξηρασίας, ο αδέσποτος έρωτας μες στον Αύγουστο το παραμυθάκι των μοναχικών υγραμένων σεντονιών, ο μύθος της αιώνιας ερωτικής αγάπης το τραγούδι του απλανές βλέμματος στα βάθη των κενών. Αυτός ο φιλελευθερισμός σου ήταν πάντα ένα προπέτασμα καπνού στην κυνική σου δικτατορία, ο τρόπος που πηδούσες –ακριβώς αυτό το ρήμα σου ταίριαζε όταν βρεθήκαμε– ήταν εντελώς αγορίστικος και ατσούμπαλος, σαν άγουρος νιος που πέρναγε το αιδοίο τρύπα, και συ το πέος παλούκι. Κι όταν ήρθες σ' οργασμό σου καλάρεσε, δεν ήξερες τι ήταν, κι όταν σου εξηγούσα πως η πεολειχία είναι ευσυνείδητη και λεπτεπίλεπτη άσκηση του στόματος σου κακοφάνηκε διότι νόμιζες πως ήσουν ξεφτέρι, και επειδή σ' έπεισα πως έχεις τ' απάνω χέρι με τον θεατρινισμό του απελπισμένου παραδομένου εραστή, νόμιζες πως θα με κομμάτιαζες και σαν άλλη Αριάδνη θα φύτευες τα κομμάτια μου στη φουρτουνιασμένη θάλασσα των πόθων και πού να φανταζόσουν πως θα με είχες γεννήσει ποιητή. Δεν σου άρεσαν οι πρώτοι στίχοι που σου χάρισα, μου τους επέστρεψες, τους έβρισκες απλοϊκούς και αφελέστατους, με κακά ελληνικά. Εεε, καρδουλίτσα μου, αυτοί με κράτησαν στη ζωή, μαναράκι μου, γράφω υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, καταστάσεις και συνθήκες, ακόμη και στην ψυχιατρική που εσκεμμένα μ' έσπρωχνα να τους παρατήσω πια, δεν με άφηναν στη μαυρίλα μου, σαν τα φτερόψαρα πετούσαν από τους αφρούς της μαύρης σύγχυσής μου στα φωταγωγημένα δάκρυα του ουρανού, από το θαλασσινό στο ουράνιο νερό. Κι έτσι γράφτηκε στο πετσί μου, διαχύθηκε στα εντόσθια μου, φυτεύτηκε στα κύτταρά μου η αιτία που γράφουν οι ποιητές. Για τους φυσιολογικούς είναι όλοι τους σαλεμένοι και καταραμένοι, αλλά από την πλευρά της αυτοσυνείδησής τους εκπέμπεται το φως τ' αληθινό. Επομένως, εσύ που ανήκεις στο πλήθος ακολουθείς πια τη ζωούλα σου κι ας υποκρινόσουν την αντάρτισσα των πανεπιστημιακών ασύλων, άλλωστε ο αυθεντικός ρέμπελος δεν έχει καβάντζα καμιά, καλή του ώρα του Άσιμου, άρα δεν διαθέτει καμία ασυλία, αν την λάβει έπαψε να είναι αντιρρησίας, αντίθετα επιδιώκει να βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση, που προϋποθέτει ανεξαρτησία πνεύματος και για τους εφησυχασμένους χαρακτηρίζεται ασυμβίβαστος που διάγει τον βίο της ανασφάλειας. Ναι, καρδούλα μου, αλλά ακόμη και οι αμπάρες διαρρηγνύονται και τα πιο ψηλά τείχη πέφτουν και, ως εκ τούτου, ασφάλεια πουθενά και για κανέναν, οι Νεοέλληνες του Σημίτη και του Κωστάκη έφαγαν τον ουρανό στο κεφάλι και τώρα ο καθένας κρατά από ένα κομμάτι του υψωμένο για να παίρνει την ψευδαίσθηση ως πραγματικότητα – πάντως ουράνια τόξα γιόκ, ενώ οι ποιητές γνωρίζουν πολύ καλά πού βρίσκονται, είναι ετοιμοπόλεμοι, ψυλλιασμένοι κι ανοιχτοί στις προκλήσεις για να υποδέχονται το άγνωστο νέο, κάτι εντελώς οικείο σ' αυτούς.
Τι όμορφο ήταν εκείνο το βράδυ του Ιουλίου! Ζεστή νύχτα, άπνοια κι ένα φεγγάρι σχεδόν νυχτιάτικος ήλιος. Έλαμπαν όλα, βαθιά παραδομένη αύρα έτοιμη για κάθε τι, λυμένα τα φρένα και καμία βιασύνη, μια νωχελικότητα ετοιμοπόλεμη για το αναπάντεχο, σύγκορμος ο τόπος μια υποδοχή οιωνών, ταξιδιάρικων αινιγμάτων και ηδονικών κυματισμών. Όλα αυτά συνθέτουν τη μελωδία της πρόκλησης και οι ιδρώτες να σχηματίζουν τις λέξεις των επιθυμιών με τ' αποτυπώματά τους στα ρούχα. Ναι, μιλάνε τα κορμιά πιο πολύ με τις μυρωδιές τους παρά με τα μάτια. Κι είχα πια μια βέσπα έτοιμη για πτήσεις στις ακρογιαλιές των λάγνων αισθήσεων. Τα βότσαλα έχουν μια ιδιαίτερη ευφυΐα στην αποστολή μηνυμάτων, μπορούν και τα λένε όλα μονομιάς, σαν να χτυπάνε μαζί ταυτόχρονα τα μικροκύμβαλα στο μήκος κύματος της έκαστης πληρότητας των περιεχομένων. Αλλιώτικα θα μπορούσαμε να το περιγράφουμε ομοίως με τα σημεία της ένωσης δύο σωμάτων να τραγουδάνε ταυτόχρονα πολυφωνικά την έκσταση της πλήρους σαρκικής ενοποίησης σ' ένα συμπαντικό κοχύλι. Κατεβήκαμε στα ύψη των ορμών για ν' ανυψωθούμε στα βάθη του ανυποψίαστου και λευτερωθήκαμε. Μες στην φρενήρη φλυαρία, γδύθηκαν τα σώματά μας εντελώς μόνα τους, σχηματίσαν το γιοτ της ηδονής, εσύ το σκαρί κι εγώ τα πανιά, και τα κύματα των νευρικών ερεθισμών έγλειφαν τις πηγές της φυσικής ύπαρξης πίνοντας, σαν διψασμένοι μέθυσοι, τους μούστους των οργανισμών χωρίς αραίωμα. Είχαμε μετατρέψει τα αιδοιακά υγρά και τα σπέρματα σε πολλαπλής χρήσεως υλικά. Το υγρό πυρ, αντί για τσικουδιά, το πηχτό ροδόσταμο στη θέση του μελιού, η συγκολλητική ύλη του από χιλιάδες χρόνια κομμένου στα δύο ανδρόγυνου λόγω κακίας του Δία, η κρέμα δερματικού σφρίγους στη θέση της κρέμας περιποίησης και ενυδάτωσης. Πάνω στα βουνά της γαλακτερής κρεμώδους έξαψης φωσφόριζαν τα άστοχα λαμπάκια του μέλλοντός μου γαλήνια και σε πληρότητα μέχρι να χαθούν στον ηττημένο χρόνο. Λες και μας σήκωσε ο άνεμος αγκαλιά, δεμένους, κάπως σε διάλειμμα καταπραϋντικής λιχουδιάς και μας διακτίνισε στο κρεβάτι των σαλεμένων προσανατολισμών. Άνοιγε το κεντρικό λαγήνι της θεσπέσιας λαγνείας σου και εκπέμπονταν αρώματα της ίριδας, ουράνια τόξα του σκοταδιού, μελωδίες των φυσερών και κοσμήματα των κινήσεων. Ανέβηκες στην κορυφή της σιωπής με όχημα την ανόρθωση των λυρισμών και όπως ο ορειβάτης, στην κατάκτηση της κορφής, κάρφωσες την σημαία των αλαλαγμών και των αναστεναγμών στα βάθη της πιο ψηλής σπηλιάς μου για να μπορείς να κρύβεσαι για πάντα από τους αδιάκριτους. Μετά μ' έλουσες όνειρα με τ' αφρόλουτρα των ναρκισσισμών σου. Δυο πλαγιές αγριολούλουδα, κεράσια και ανοιχτά φωνήεντα στο φως της ηδονής. Τα φλασκιά κορμιά γεμάτα αιθέριες αλκοολουσίες, οίνους των άμπελων της αισθητοφαντασίας τους, χύνονται το ένα στο άλλο σχηματίζοντας τον βωμό του έρωτα στα όρια των δαιμόνων. Τα λαμπιόνια της ευφροσύνης μεθοκοπούνε στο χείλος των χειλιών με βαλανοκλειτορίδα στους ήχους των καπουλιών παλμών να συντονίζουν τους αέρηδες της ψυχεδέλειας με τη γαλήνη της ευδαιμονοτρέλας. Σχίζονται οι τοίχοι και ξεπροβάλλουν έμβρυα του ασυνείδητου ντυμένα με τις κελεμπίες από τα φύλλα της καρδιάς.
Για δύο μέρες γίναμε παιδιά. Σαν να μαθαίναμε από την αρχή ένα παιχνίδι που παίζαμε πολύ λανθασμένα τα προηγούμενα χρόνια και, κυριολεκτικά, ανακαλύπταμε τα κορμιά μας μ' ένα πρωτόγνωρο τρόπο σαν να ήμασταν άγουρα παρθένα εφηβάκια, μυράκια του έρωτα, μεταμορφώνοντας τα όργανα και μέλη των σωμάτων μας σε ζαχαρωτά, σοκολάτες, καραμέλες, σιροπιαστά, όπως τα τρίγωνα Θεσσαλονίκης, ή τριανταφυλλάκι γλυκό του κουταλιού. Τα κωλαράκια σου μωράκι μου, συγκεκριμένα, έμοιαζαν σαν σφιχτά αλμυρά τσουρέκια και από την οπή τους πρόβαλε ολοκόκκινο ένα αβγό καυτής πιπεριάς μες σε πηχτή σάλτσα κρασοκόκκινη με μπαλσάμικο. Τα μπούτια σου σφιχτά, τυλιχτά γαλακτομπούρεκα με μυρωδικά γαρύφαλλου και κανέλας, ενώ τα βυζιά σου φάνταζαν σαν σφιχτό στραγγιστό γιαούρτι, με τις ρόγες γλυκό φρέσκο καρύδι σιροπιαστό. Ναι, οι βολβοί των αφτιών σου, σαν κολοκυθοανθοί γεμιστοί με ρύζι και σταφίδα, τηγανητοί, τα χείλη σου την μια κεράσια, την άλλη φράουλα και την επόμενη καρπούζι, οι μασχάλες σου μοσχαράκι της γάστρας με χυλοπίτες, ο λαιμός αγριαγκινάρες αβγολέμονο, ο αφαλός μελιτζανοσαλάτα και καυτερή, όσο για το εξαίσιο μουνάκι σου, την μια λαγός στο τηγάνι με θυμάρι, λεμόνι και μαύρο κρασί, την άλλη καλτσούνια με μέλι, γαμοπίλαφο, ζυγούρι στα κάρβουνα και μπακλαβάς γιαννιώτικος. Τα γόνατά σου αγριόχορτα, με πρώτο και καλύτερο σταμναγκάθι, μα και ασκόλυμπροι στο λαδόξιδο. Οι γάμπες σου φαγκριά αλανιάρικα στην σχάρα με δεντρολίβανο και οι κνήμες σου χταπόδια ηλιοψημμένα με πολύ λεμόνι και ρίγανη, όσο για τις πατούσες σου με τα δάκτυλά τους, ξινομυζήθρα, γραβιέρα και ροκφόρ. Τα δάκτυλά σου, αγάπη μου, ήταν όλα τα εργαλεία του μάγειρα, πιρούνες, τσιμπίδες, κουτάλες, σπάτουλα, τσιμπίδα, μαχαίρια, μπαλτάδες, πριονωτά, τα μικρά χειρουργικά και τα δίκοπα της λάβας ενώ το βλέμμα σου ήταν μια κουζίνα καλλιτεχνικό εργαστήρι με τα μάτια δυο πύρινες εστίες, την μια κουζίνα, την άλλη τηγανιέρα, άλλοτε ξυλόφουρνος μα ποτέ κατσαρόλα για σούπα. Όχι, τα δικά μου μάτια ήταν οι πήλινες γάστρες, οι χύτρες, τα γουόκ, οι σφυρήλατες για μακριά βράση. Τα χέρια μου ζυμωτήρια. Να σε είχα ακόμα στις παλάμες και να έπλαθα τα ζυμάρια του οργασμού, της εφηβείας και του θαλασσινού αφρού.
Πράγματι θα μπορούσα να γράφω για εκείνες τις δύο ημέρες και μετά τον θάνατο, θα ήταν η αποθέωση της σαγήνης σου και το μετέωρό μου πέταγμα στις σκοτεινές νεφέλες της σαρκικής έλξης. Άλλωστε, ζούμε στην εποχή του αστραφτερού γυμνού αλαβάστρινου κορμιού με όλα τα σεξουαλικά συμπλέγματα να παρελαύνουν στις οθόνες των φαντασιώσεων. Αν λοιπόν δεν έγραφα για μας κινδύνευα να πεθάνω πρόωρα από το δυσβάσταχτο βάρος της αυταπάτης μας. Δύο τέτοιες νύχτες και τα κατοπινά δύο χρόνια μια παράκρουση η οποία χρίζει την αναγκαιότητα τοξικολογικών εξετάσεων. Ψυχεδελικός παραισθησιασμός. Γιατί όλη η αθωότητα των πρώτων αυτών ωρών της ερωτικής φλόγας χάθηκε, σφαγιάσθηκε, βρόμησε, σε μια διάρκεια σεξουαλικών εξαρτησιακών συνευρέσεων μέχρι να φτάσω στο σημείο που πια μου φάνταζες σαν κολομπίνα στραπατσαρισμένη και χυδαία. Για σένα αν είχα πεθάνει θα είχες θριαμβεύσει, αν ζούσα και δεν έγραφα θα είχες νικήσει, αν ζούσα κι έγραφα αλλά δεν δημοσίευα θα μεταμορφωνόσουν σε μια femme fatale με μυθική ακτινοβολία, αφού ζω, γράφω και δημοσιεύω τα κείμενα επιτυγχάνω μια πρώτη νίκη, μόνο που παραμένεις παρούσα σε συμβολικό και μεταφορικό επίπεδο, ως μούσα λογοτεχνική, κάτι που δεν με λυτρώνει, διότι μόνο αν γράφω για πολύ διαφορετικά, αλλιώτικα θέματα θα απελευθερωθώ από σένα και συ θα έχεις αποκτήσει τις ρεαλιστικές διαστάσεις μιας ερωμένης έμπνευση για φιλολογική λογοδιάρροια. Ναι, ένας λεκτικός βερμπαλισμός μέχρι να μην στέκεται το φάντασμά σου δίπλα μου και προπαντός εντός μου. Όλες αυτές οι πτυχές ενός μονόλογου, ψυχοσυναισθηματικού ντελίριου, μέχρι να κλείσουν τα μάτια, πέφτοντας τα χέρια από μια εξάντληση ψυχονοητική, μα μόνο προσωρινή, γιατί πάντα μια σκέψη, ένα απλό ταιριαστό ερέθισμα, θα φέρει μια λάμψη και ένα ακόμα εσωτερικό ψέλλισμα πως μουρμουράει κάποιος ολομόναχος, δίχως να κουβεντιάζει με τον εαυτό του δυνατά, γιατί τότε ξεκινά η λογική του παραλόγου, όχι, αυτή η ρουτινιάρικη πλευρά του μοναχικού βίου δεν έχει ενδιαφέρον, αντίθετα εννοώ τις φωνές από τα βάθη του απύθμενου. Εκεί που βρίσκεσαι εσύ σαν κάτι πέρα από την ανάμνηση αλλά ως το υλοποιημένο ενδεχόμενο της ακαθόριστης επιθυμίας για ερωτικό πάταγο στ' άδυτα του ασυνείδητου μου.
Μετά από εκείνο το διήμερο ξανασυναντηθήκαμε και ανηφορίσαμε στα πατρογονικά μου, μέσα στο παλιό πετρόχτιστο σπίτι των παππούδων μου –κάποτε ήταν παλιό σχολείο– το οποίο ο πατέρας μου είχε μετατρέψει σε σχολικό βαρελοκρασοπουλιό, έχοντας τοποθετήσει παλιά δρύινα βαρέλια γύρω γύρω στο πίσω μέρος του κτίσματος και στη μέση τα κλασικά ξύλινα θρανία, τα μονοκόμματα, χρώματος πράσινο σκούρο, παρακαλώ, τα οποία πρόλαβα στο τσακ ως μαθητής δημοτικού στον Κορυδαλλό και εκτός από διάβασμα και γράψιμο, τα παιδιά έκαναν και κούνια μπέλα ή όνειρα ταξιδιάρικα με αυτά για όχημα βαπόρι των αιθέρων, ανάλογο του μαγικού χαλιού των μάγων της Ανατολής. Εκεί, στο εντοιχισμένο κρεβάτι, μια ολόκληρη νύχτα μιλούσες για τους προηγούμενους γκόμενούς σου, τους απαριθμούσες, τους κυριότερους φυσικά, με όλα τα αξιοσημείωτα συμβάντα και χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους, σαν μια επιμελή ιερόδουλη που κατέγραφε με ευλαβική συνέπεια στο αόρατο ημερολόγιο του μυαλού της τις εμπορικές περιπέτειες της σάρκας της. Πόσο υπερήφανη ήσουν που είχες αποπλανήσει τον ομοφυλόφιλο συμφοιτητή σου στο δωμάτιο του προγράμματος εράσμους στην Ολλανδία και του μάθαινες τα τερτίπια του ετεροφυλοφιλικού σεξ με την προσδοκία να του αλλάξεις κανάλι συμπεριφοράς. Φυσικά και γνώριζα πως επί του παρόντος ήσουν, υποτίθεται, δεσμευμένη με έναν αξιοσέβαστο κύριο άνω των σαράντα, επιστήμων των κατασκευών με φιλελεύθερο πνεύμα και σοσιαλιστικό προσανατολισμό, γαλλοθρεμμένο και πολύ κομψό κι όμορφο. Αλλά σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερό σου. Άκουγα το ηχόχρωμα της φωνή σου, ρούφαγα τις ανεπαίσθητες αλλαγές του που υπονοούσαν την απόχρωση των συναισθημάτων σου, κυρίως τις εναλλαγές επιθυμίας απογοήτευσης και μελαγχολίας ως προς τον πολυπόθητο σκοπό, την σύλληψη ενός παιδιού και την σύσταση μια ιδιότυπης οικογένειας. Βασικά θα σε βόλευε μια συνύπαρξη μ' έναν σύζυγο πολύ μεγαλύτερό σου, θα σου πρόσφερε ασφάλεια, ελευθερία κινήσεων, ανεκτικότητα του κερατά και πατρική στοργή, φροντίδα για σένα και το τέκνο σας. Μην θυμώνεις, δεν τα γράφω για εκδίκηση, μα γιατί τα κουβαλάω χρόνια σαν κηφήνες της σκέψης μου, τσούχτρες του ενεργειακού πεδίου μου, τσιμπούρια της ψυχής μου. Τίποτα από αυτά εδώ δεν είναι δικά μου εκτός από την ηδονή των ερωτικών στιγμών, την απογοήτευση του ανεκπλήρωτου των προσδοκιών της ρομαντικής ενατένισής μου και, βασικά, το αυτοπαραμύθιασμά μου με την καταθλιπτική κατάληξη. Γιατί έκανες ό,τι και οι άλλοι, κοίταζες την πάρτη σου, είχες φορτώσει με άχρηστες τοξικές εμπειρίες αρρωστημένου ελευθεριακού έρωτα –λαϊκά ξεπέτες– και πηδήματα λόγω προσωπικών σου συμπλεγμάτων, όπως η παρέλαση των καθηγητάδων που αφορούσαν το κόλλημα της Ηλέκτρας εις διπλούν, προς πατέρα κι αδελφό. Εκείνο το βράδυ, το στόμα σου ροδάνι, ο αναπληρωτής φιλοσοφίας, ο παντρεμένος με ήδη ένα παιδί, από τον οποίο επιθυμούσες και συ ένα και σου το υποσχόταν, που σε επισκέφτηκε και όταν βρισκόταν η μάνα σου στο φοιτητικό σου σπιτάκι και μαζώχτηκε ο μπαγασάκος. Πηδήχτουλας κιόλας από τον προηγούμενο πανεπιστήμιο που δίδασκε. Φίρμα ο τύπος και το εργαλείο του στη φιλοσοφική διαπαιδαγώγηση των άγουρων νεανίδων. Φυντάνια της νεοαστικής μεταπολιτευτικής φαμίλιας των δημοκόπων πλανεμάτων. Κι εγώ, ο χάφτας, τ' άκουγα σαν το καλό χριστιανόπουλο, θυμάσαι που με αποκάλεσες Χριστό επηρεασμένη από το τραγούδι του Χατζιδάκι, ήσουν παιδί σαν το Χριστό, αν το παραφράσουμε λιγάκι θα λέγαμε, ήμουν χαϊβάνι σαν παπαδοπαίδι, που σε ξέπλενα στην ψυχή μου με τον πούτσο μου στο μουνί σου να έχει μεθύσει από καυλόκρασο. Ό,τι και να μου έλεγες θα το ρούφαγα, θα το ξεχνούσες, αυτό ακριβώς ήθελες, κάποιος να τα δεχθεί όλα αυτά και να σε απελευθερώσει, όντως έτσι μου εκμυστηρευόσουν, πως σου ξέλυνα κόμπους, εκεί έγκειται και το μοιραίο, πως ήθελες κάποιον να του φυτέψεις τον σκοτεινό σου είναι υποσυνείδητα, μετά σεξουαλικής σαρκοπαραίσθησης, ακριβώς σαν να συγκλίνουμε σε ό,τι διαφωνούσαμε, σαν να σου εκδήλωνα τη μεγαλοθυμία μου μετά σεξουλιάρικων βογκητών, κάτι σαν την αυτοπαραπλάνηση με συμβολή του αόρατου μαγικού ραβδιού των κλειτορίδων σου. Ναι, υπονοούσα πως σε δεχόμουν όπως ήσουν εφόσον γινόσουν η πιστή μου πουτάνα κι εγώ ο πιστός σου εξομολογητής με ανταλλάγματα, φυσικά, την αποκλειστική σεξερωτοϋπερβατικότητά μας. Ναι, τα κορμιά μας ενωμένα αιωρούνταν, εγώ ποτισμένος με τ' αγαπημένα ερωτικά τραγούδια αφομοίωνα το υλικό των καυλιάρικων διαλογικών συνεδρίων μας, σαν ο άγουρος και αμύητος στα σεξομπερμπατήματα, έπαιζα τον ρόλο του ακροατή, κι εσύ υποδυόσουν την ιερή πόρνη των πνευματικών κύκλων. Άλλωστε, το είδωλό σου ήταν η Simone de Beauvoir. Αν και σε μένα φάνταζες ως η Σαλώμη Λου του Νίτσε, τόσο ονειροβατούσα, νομίζοντας πως είχα συνευρεθεί με την θεά των γραμματικών ερωτοπαιγνίων που θα έμενε πιστή για πάντα σε μένα. Πού να φανταστώ, τότε, πως απλά τη ζωούλα σου επιθυμούσες να κάνεις σαν καλή αστή οικογενειάρχισσα, να μην χάσεις τη ζαχαρένια σου –θυμάμαι πως τα φροντιστήρια ως χώρος εργασίας σού έπεφτε βαρύς κι ανέραστος– ο, εσύ παλλακίδα των γραμμάτων της σεξουαλικής διαπλοκής. Πάντως, πράγματι, ανάμεσά μας η κύρια και θεμελιώδης ασυμφωνία ήταν ο τύπος του δεσμού μας, ενώ σε επιθυμούσα ως την αποκλειστική δική μου πουτάνα, πλήρως δοσμένοι και αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλο, εσύ το έριχνες στο φιλελεδιανοουμενίστικο, ζητούσες γάμο ενώ πρώτα μου πέταγες στα μούτρα τα κερατώματά σου, διατυμπάνιζες πως είσαι η ελευθέρων ηθών φιλόσοφος, χασκογέλαγες με τα κολλητάρια σου για τα τρομερά, δήθεν, κατορθώματα καπρίτσια με τον ανδρικό φύλο, δηλαδή παραβίαζες ανοικτές πόρτες υποκρινόμενη την επαναστάτισσα γαμιά, άνευ φεμινιστικού προφίλ, εσύ έπαιζες τους άντρες στα δαχτυλάκια σου, έδενες κόμπο τα πουλιά τους στην ουρά σου και τους έσερνες, μια Νανά του Ζολά στο σοφιστικέ. Και φυσικά επήλθε το τέλος, μόνο που σε μένα στοίχισε και σε σένα βόλεψε. Εγώ δεν πήρα τίποτα, παρά μια μεταναστευτική φυγή κι εσύ τα πήρες όλα. Με μία διαφορά, κράτησα την ελευθερία μου κι εσύ βυθίστηκες στην εθελοδουλία σου. Το κυριότερο, δεν φορτώθηκα την ευθύνη σου, δεν κουβάλησα πια τα προβλήματα, τις εμμονές και φαντασιώσεις της μεγαλομανίας σου, το υπεροπτικό ύφος της σεξοκαθηγήτριας. Και, στο προκείμενο, γλίτωσα από έναν γάμο ενταφιασμό μου, ταφόπλακα της ζωής μου. Γιατί να παντρεύονται οι άνθρωποι; Αφού πια φέρονται ως γεννήτορες, συνοδοί των παιδιών τους – ούτως ή άλλως το κράτος τα διαπαιδαγωγεί από τα τρία τους. Οι μονογονεϊκές οικογένειες είναι πολύ καλύτερες, ο ένας να φροντίζει και ο άλλος να πληρώνει για τη φροντίδα. Αφού, στην συντριπτική πλειονότητα, το οικογενειακό περιβάλλον είναι τοξικό, καταπιεστικό και αλλοτριωτικό. Απλά, εσύ τα ζητούσες όλα και την κοιλιά χορτάτη, με πλουμίδια στολισμένη, και τον κώλο σου γυμνό προς διάθεση στο φιλοθεάμον κοινό, αλλά προστατευμένο.
Όμως το πιο κρίσιμο και ουσιαστικό από όλα είναι πως μ' αυτό το λογοτεχνικό δοκίμιο, μια σύνθεση πρόζας, ποιήματος ελεύθερου στίχου σε διφωνικό πλαίσιο, εκπληρώνω όλον αυτόν τον σπόρο τον μεταβατικό του ερωτοθανάτου των Ελλήνων ποιητών ρεμπέτικου, λαϊκού κι έντεχνου προς την ερωτοζωή που αφορά πια αποκλειστικά την έμπνευσή μου από την ίδια τη ζωή μου που τώρα πια αγαπώ και με παθιάζει αληθινά. Εσύ πια, σαν μια μοιραία καλλονή της διανοουμενίστικης παρακμής δικαιώνεσαι, εγώ σαν ένα ζωντόβολο, αγαθοβιόλικο ανθρωπάκι αυτοκτονώ συμβολικά στα πόδια σου και το σύμπαν με ξαναγεννά υπό τις προσταγές μιας θέλησης πέρα από τον χορό με τις σκιές και τα φαντάσματα μιας προδιάθεσης μελαγχολίας και τάσης γενικευμένου πεσιμισμού. Τώρα, πια, σκαρφίζομαι ήδη τις ιστορίες ελευθερίας μου στο φως ενός ήλιου με τους ενεργειακούς κυματισμούς των ανθρώπων να με διεγείρουν κατά τρόπο ευφάνταστο μιας πρωτόγνωρης ανάτασης σαν μια μεταφυσική υπερβατική να με καθοδηγεί για έναν νέο, φυσικό, βιωματικό τρόπο. Η ζωή, που τόσο πολύ με τρόμαξε σαν έβγαινα από την κοιλιά της μάνας μου, πια με χαροποιεί, με δυναμώνει, μου προκαλεί μια έντονη έλξη. Πέρα από το εργαστηριακό πειραματισμό της να φέρνει στον κόσμο νέες μορφές, τύπους και είδη έμβιων όντων – ο τρόπος που θα ζουν αυτά δεν εξαρτάται από αυτήν αλλά από τα ίδια τα πλάσματά της. Εκείνα, μέσα στις συνθήκες, τις περιστάσεις και τις καταστάσεις διάδρασης με το περιβάλλον, μέσω του πολιτισμού τους, ορίζουν τον βίο τους. Όσο για την ιστορία, προς το παρόν μπορούμε να μιλάμε πως στη Γη ο χρόνος δεν έχει χρονικότητα, είναι ακίνητος. Ο άνθρωπος θα πετύχει τον μετασχηματισμό του χρόνου από απλή αρίθμηση περιοδικών κοσμικών φαινομένων, περιστροφών και περιφορών, σε δυναμική εξελικτική πορεία εφόσον διαχυθεί στο σύμπαν. Ο άνθρωπος είναι ίδιος και απαράλλακτος από τον homo sapiens και μετά. Πριν δεν είχε συγκροτήσει οργανωμένη κοινωνία και ήταν σε αγέλες. Αλλά και πάλι, κοινωνία ή αγέλη δεν έχει παρά ελάχιστες διαφορές ως προς την οργανωτικότητα και το απρόσωπο, διότι όσο ο άνθρωπος στρέφει τη βία ενάντια στον άλλο, τον ξένο, τον διαφορετικό και τον εαυτό του δεν έχει καμία δυνατότητα βελτίωσης. Μόνο όταν η βία μεταμορφωθεί σε δημιουργικό παράγοντα αντίστοιχο της καλλιτεχνικής έκφρασης και δράσης θα μπορέσει να γίνει ο άνθρωπος συνάνθρωπος, διάνθρωπος, ιδεάνθρωπος, οικάνθρωπος, κοσμάνθρωπος, έτσι ώστε να απελευθερωθεί από τον υπάνθρωπο, τον υπεράνθρωπο και τον μετάνθρωπο.
Copyright © Γιάννης Σμίχελης All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η συλλογή Δεύτερη φωνή II που περιέχει τα βιβλία Δηλήδονες του Γιάννη Σμίχελη και Λαγνογκριζοβυθίσεις της Νεφέλης Σμίχελη, που δημοσιεύθηκαν τμηματικά από τις 4 Μαρτίου 2026, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις koukidaki. ISBN: 978-618-88274-0-0
Ξεκινήστε από την αρχή. Συνεχίστε στο επόμενο στις 22 Μαρτίου.



