Δεν είναι απλώς θέατρο. Είναι εμπειρία που μένει μέσα σου.
Υπάρχουν έργα και έργα. Υπάρχουν αυτά που πας να τα δεις για να περάσεις καλά, να ξεχαστείς, να γελάσεις, υπάρχουν άλλα που θέλουν να σε συγκινήσουν, να σου τραβήξουν το συναίσθημα, να σε ακουμπήσουν κάπως πιο μέσα και υπάρχουν και εκείνα που φιλοδοξούν να σε προβληματίσουν, να σε βάλουν σε σκέψεις, να φύγεις δηλαδή και όλο αυτό που είδες να το κουβαλάς μαζί σου. Υπάρχουν όμως και κάποια άλλα, που δεν τους φτάνει τίποτα από όλα αυτά. Δεν θέλουν ούτε να σε διασκεδάσουν, ούτε να σε παρηγορήσουν, ούτε απλώς να σε κάνουν να σκεφτείς. Θέλουν να σε ταράξουν, να σου χαλάσουν την ησυχία, να μπουν μέσα στο κεφάλι σου και να μην λένε να βγουν.
Η φωνή της εξουσίας του Άλκη Παναγιωτόπουλου μοιάζει να είναι ένα τέτοιο έργο. Και το καταλαβαίνεις σχεδόν από την αρχή. Δεν είναι από αυτά που κάθονται ήσυχα στη σκηνή για να σου πουν μια ιστορία. Είναι από αυτά που σε κοιτάνε και σου λένε: «κοίτα κι εσύ λίγο καλύτερα». Και αυτό που σου δείχνουν δεν είναι και ό,τι πιο ευχάριστο, γιατί εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια αφήγηση. Δεν είναι δηλαδή μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος για να την παρακολουθήσεις και να πεις στο τέλος «ωραίο ήταν». Εδώ έχουμε κάτι άλλο. Εδώ έχουμε ένα ξεγύμνωμα. Σαν να τραβάς μια κουρτίνα και να βλέπεις πίσω της κάτι που κάπου μέσα σου ήξερες ότι υπάρχει, αλλά έκανες πως δεν το βλέπεις.
Μέσα από έναν σκοτεινό σκηνικό κόσμο, χωρίς πολλά πολλά, χωρίς φτιασίδια, με τη φωνή και τη μουσική να παίζουν τον βασικό ρόλο, το έργο αρχίζει σιγά σιγά να σου δείχνει κάτι. Και αυτό το κάτι είναι μάλλον άβολο. Ότι πίσω δηλαδή από όλη αυτή τη λάμψη της εποχής μας –την αφθονία, τις εικόνες, τις ζωές που φαίνονται τέλειες– υπάρχει μια κούραση, όχι από αυτές που κοιμάσαι και περνάνε. Μιλάμε για άλλη κούραση. Μια κούραση βαθιά. Και κάπου εδώ μπαίνει και το θέμα της εξουσίας. Όχι όπως την έχουμε συνηθίσει να τη σκεφτόμαστε. Όχι δηλαδή ως κάτι που βρίσκεται κάπου «εκεί έξω», σε γραφεία, σε πολιτικούς, σε αποφάσεις. Εδώ το πράγμα είναι πιο ύπουλο. Είναι σαν να απλώνεται παντού. Στις σκέψεις μας, στις συνήθειές μας, στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Ακόμα και στο τι θεωρούμε ελευθερία! Και τότε αρχίζεις να αναρωτιέσαι. Τελικά, τι σημαίνει ελευθερία; Και πόσο ελεύθεροι είμαστε; Γιατί άλλο να το λες και άλλο να το κοιτάς λίγο πιο σοβαρά.
Το έργο δεν κάθεται να σου δώσει απαντήσεις με το κουτάλι. Δεν σου λέει «κοίτα, έτσι είναι τα πράγματα». Κάνει, όμως, κάτι άλλο. Παίρνει αυτή την αίσθηση που υπάρχει γύρω μας –ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κάτι έχει στραβώσει– και την κάνει θέατρο. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί ζούμε σε μια εποχή που μιλάμε πολύ, αλλά λέμε λίγα, ή αν προτιμάς, δεν λέμε τίποτα. Η πολιτική μιλάει συνέχεια, αλλά πολλές φορές δεν έχει να πει τίποτα. Και η τέχνη –για να λέμε και του στραβού το δίκιο– αρκετές φορές προτιμά να μην ενοχλεί. Να είναι ευχάριστη, να είναι ωραία, να καταναλώνεται εύκολα. Αυτό το έργο δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο. Το αντίθετο μάλιστα. Δεν σου δίνει καμία παρηγοριά. Δεν σου λέει «οχ αδερφέ, μην ανησυχείς, όλα καλά θα πάνε». Σε αφήνει εκεί, απέναντι σε έναν κόσμο που δεν είναι και πολύ όμορφος. Έναν κόσμο όπου οι ψευδαισθήσεις έχουν αρχίσει να πέφτουν, όπου οι σχέσεις μοιάζουν πιο ρηχές, όπου η καθημερινότητα γίνεται επανάληψη. Κάνεις τα ίδια και τα ίδια και στο τέλος αναρωτιέσαι: Και τώρα, τι; Και εδώ είναι το παράξενο. Ζούμε σε εποχή αφθονίας, έχουμε τα πάντα, ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε, και παρ' όλα αυτά κάτι λείπει. Σαν να υπάρχει ένα κενό που δεν γεμίζει με τίποτα. Η κατανάλωση, που κάποτε ήταν υπόσχεση ευτυχίας, εδώ μοιάζει περισσότερο με συνήθεια. Με μηχανισμό. Παίρνεις, χρησιμοποιείς, προχωράς. Και ξανά από την αρχή.
Η πολιτική γίνεται θέαμα. Κάθεσαι και την παρακολουθείς, σαν ένα τηλεοπτικό σόου αλλά δεν σε αγγίζει. Ενώ ο πόλεμος –είτε κυριολεκτικά είτε συμβολικά– εμφανίζεται σαν η μοναδική στιγμή που κάτι αποκτά ένταση. Και η ελπίδα; Η ελπίδα δεν χάνεται τελείως, αλλά αλλάζει μορφή. Γίνεται κι αυτή κάτι που πουλιέται. Κάτι που σου προσφέρεται έτοιμο. Και μέσα σε όλα αυτά έρχεται μια εικόνα που σου μένει. Η πόλη σαν ένα «κατάφωτο στρατόπεδο συγκέντρωσης». Όχι κυριολεκτικά φυσικά, αλλά ως ιδέα. Γιατί σήμερα δεν χρειάζεται απαραίτητα να σε πιέσει κάποιος για να σε ελέγξει. Αρκεί να σε κρατάει απασχολημένο. Με φώτα, με οθόνες, με εικόνες, με διαρκή ψυχαγωγία. Και εσύ κινείσαι ελεύθερα… μέχρι εκεί που επιτρέπεται.
Και τότε μπαίνουν στο παιχνίδι και οι μορφές του έργου. Γιατί δύσκολα τις λες απλώς χαρακτήρες. Η φράου Γκρούμπαχ, ας πούμε. Η Γκρούμπαχ δεν είναι μόνο ένα πρόσωπο. Είναι σαν να κουβαλάει πάνω της κάτι μεγαλύτερο. Σαν να είναι η ίδια η εξουσία σε ανθρώπινη μορφή. Όχι φωναχτή, όχι επιθετική, αλλά παρούσα και, μάλιστα, παρούσα παντού. Και δίπλα της, ο κύριος Στίμντερμαχτ. Μια φιγούρα πιο σιωπηλή, πιο υποταγμένη, σαν να έχει αποδεχτεί τον ρόλο του και τότε έρχεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία. Η εξουσία και η υποταγή δεν είναι απλώς αντίθετα. Είναι δεμένα μεταξύ τους. Το ένα χρειάζεται το άλλο. Ε, μα, έτσι είναι. Διότι αν το καλοσκεφτείς, η εξουσία δεν υπάρχει χωρίς εκείνους που την αποδέχονται. Και η αποδοχή αυτή δεν είναι πάντα παθητική. Είναι και μια μορφή συμμετοχής. Σωστά;
Αισθητικά τώρα, το έργο δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Δεν γεμίζει τη σκηνή με πράγματα. Κρατά τα απαραίτητα και πάνω σε αυτά χτίζει ένταση. Η φωνή αποκτά βάρος και η μουσική δεν είναι απλώς συνοδεία. Είναι σαν ένας δεύτερος αφηγητής που σχολιάζει, που συμπληρώνει και που σπρώχνει το πράγμα λίγο παραπέρα.
Η ερμηνεία/σκηνοθεσία της Ελένης Τζαγκαράκη φαίνεται να πατάει ακριβώς εκεί. Δεν πάει να «καλύψει» το κείμενο. Δεν πάει να το κάνει πιο εύκολο. Το αφήνει όπως είναι και προσπαθεί να αναδείξει τον ρυθμό του. Ε, λοιπόν, αυτό δεν είναι καθόλου απλό, γιατί εδώ δεν έχεις πλοκή να σε κρατάει. Έχεις λόγο, ένταση και ιδέες που βαραίνουν. Υπάρχει, όμως, και το ρίσκο. Γιατί όταν ένα έργο πάει τόσο κοντά στη φιλοσοφία, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να χάσει τη θεατρική του δύναμη και να γίνει περισσότερο σκέψη και λιγότερο εμπειρία. Και τότε τίθεται το ερώτημα. Η τέχνη, τι πρέπει να κάνει; Να δείχνει απλώς το πρόβλημα ή να ψάχνει και μια διέξοδο;
Η φωνή της εξουσίας δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη διέξοδο και ίσως εκεί να βρίσκεται και η δύναμή της, γιατί δεν σε παρηγορεί, ούτε σου χαϊδεύει τα αφτιά. Σε αφήνει με κάτι πιο δύσκολο. Σε αφήνει με ένα ερώτημα που δεν φεύγει εύκολα: μήπως η εξουσία δεν είναι μόνο έξω από εμάς; Μήπως είναι και μέσα μας; Στις μικρές μας συνήθειες, στις παραχωρήσεις που κάνουμε, σε αυτά που δεχόμαστε χωρίς να το πολυσκεφτούμε; Και τότε το θέατρο αλλάζει. Δεν είναι απλώς μια ιστορία που είδες. Είναι ένας καθρέφτης. Και το πιο δύσκολο δεν είναι αυτό που είδες στη σκηνή. Είναι αυτό που αρχίζεις να βλέπεις μέσα σου, όταν τελειώσουν όλα.
Αν τώρα με ρωτήσεις αν αξίζει να δεις αυτή την παράσταση, θα σου απαντήσω: Ασφαλώς και αξίζει… Αλλά όχι όπως θα έβλεπες μια «εύκολη» παράσταση και θέλω να το ξεκαθαρίσω από την αρχή: δεν είναι από τις παραστάσεις που πας, κάθεσαι, βλέπεις, περνάς καλά και φεύγεις. Αν ψάχνεις κάτι τέτοιο, μάλλον θα ζοριστείς και ίσως και να εκνευριστείς. Αν όμως πας λίγο πιο ανοιχτός –όχι απαραίτητα προετοιμασμένος, αλλά διατεθειμένος– τότε αλλάζει το πράγμα, γιατί αυτή η παράσταση δεν λειτουργεί ως ψυχαγωγία, αλλά λειτουργεί περισσότερο ως εμπειρία. Και μάλιστα από αυτές που δεν είναι πάντα ευχάριστες, επειδή σε βάζει σε σκέψεις. Σε πιέζει μάλιστα και λίγο.
Αξίζει λοιπόν, να τη δεις, αν σε ενδιαφέρει κάτι παραπάνω από μια απλή ιστορία, αν αντέχεις ένα έργο που δεν σε χαϊδεύει και αν σου αρέσει να φεύγεις με σκέψεις που δεν λύνονται εύκολα.
Δεν είναι απαραίτητα μια παράσταση που θα «απολαύσεις». Είναι όμως από αυτές που θα απολαύσεις το κείμενο, την ερμηνεία και αν σου «κάτσουν», δεν τις ξεχνάς εύκολα. Και, τελικά, ίσως αυτό να μετράει περισσότερο.
«Εκεί, στο απέριττο δωμάτιο της ερειπωμένης πόλης, η φράου Γκρούμπαχ σφυρηλατεί τον κόσμο της. Δίπλα της, ο αόρατος κύριος Στίμντερμαχτ, ο υποτακτικός της. Δεσμοφύλακες και οι δύο σε κάτεργα εργασίας, όταν απλώνεται η κτηνωδία στα πέρατα της γης. Είναι η εξουσία, το δέος, ο πάροχος ελπίδας σε δρόμο περίφρακτο.»
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Συντελεστές:
Κείμενο, μουσική: Άλκης Παναγιωτόπουλος
Σκηνοθεσία, ερμηνεία: Ελένη Τζαγκαράκη
Φωτισμοί: Παναγιώτης Λάμπρου
Ήχος και mastering: Γιάννης Χριστοδουλάτος
Σκηνικά: Βαγγέλης Παπαγιάννης
Ενδυματολόγος: Μαρίνα Γκέργκοβ
Στο θέατρο Αλεξάνδρεια την 25η Μαρτίου 2025 και τις Τετάρτες του Απριλίου του 2026 στις 20:30



