Έχω γράψει πολλές φορές πως τα μικρά σε έκταση βιβλία, είναι δύσκολο να αποδοθούν λόγω της συμπυκνωμένης πληροφορίας τους και όχι μόνο. Ο αναγνώστης καλείται να συνδεθεί με τον δημιουργό και να εκμαιεύσει μονάχος του, πολλές φορές, όλα όσα ο τελευταίος, φειδωλός σε λέξεις του, παρέχει μέσα στο κείμενό του. Δεν διαβάζονται γρήγορα, όσο κι αν κάποιοι αυτό νομίζουν. Σίγουρα, μπορείς να τα διαβάσεις επιδερμικά, μα δεν θα σου έχουν προσφέρει σχεδόν τίποτα από τον πλούσιο κόσμο τους. Τα μικρά σε έκταση βιβλία είναι μια πρόκληση. Ένα στοίχημα με τον εαυτό σου να κερδίσεις όσο περισσότερα μπορείς, αρκεί να σταθείς επάνω τους με σεβασμό, να τα μελετήσεις και να προβληματιστείς για το καλά κρυμμένο τους παρασκήνιο.
Στα Γράμματα που ποτέ δεν εστάλησαν, σε εκείνα με τους διαφορετικούς παραλήπτες, φιλοξενούνται η συγκίνηση, ο ρομαντισμός, η ευαισθησία, ο ανθρώπινος πόνος, η ανιδιοτελής αγάπη, η συνειδητοποίηση, ο θάνατος, ο αποχωρισμός, το αντίο, το βαρύ τίμημα της αλήθειας, η μελαγχολία, αλλά και η συγχώρηση.
Χωρίς φανφάρες, χωρίς περιττά φτιασίδια, το κάθε γράμμα έχει δύναμη, έχει πρόσημο και κάθε του λέξη έχει φωνή ακόμα και μέσα από εκκωφαντικές σιωπές. Μπορείς να αναγνώσεις το κάθε κομμάτι του και απλά να κλείσεις το βιβλίο ή μπορείς να εντρυφήσεις, να εμβαθύνεις, να βουτήξεις νοερά στον άδυτο πυθμένα του και να ανακαλύψεις τους θησαυρούς του.
Είναι ένα βιβλίο χωρισμένο σε τρεις ενότητες. Το σκοτάδι, το φως και το αντίο. Ένιωσα κάθε του ενότητα σαν μια διαφορετική εποχή, που καθεμιά τους έχει να προσφέρει τα δικά της χαρακτηριστικά. Άλλοτε ζεστασιά, μα άλλοτε βροχή και αντάρα. Άλλοτε χαρά και χαμόγελο και άλλοτε δάκρυα και πίκρα. Άλλοτε νηνεμία και άλλοτε φουρτούνα. Άλλοτε κατέληξα σε απάνεμα λιμάνια και άλλοτε γαντζωμένη από ένα καρυδότσουφλο ταξίδευα σε φουρτούνες με χαμένη την πυξίδα.
Μεστό και ουσιαστικό κείμενο, ποιητικός λόγος, διάχυτη αγάπη, τρυφερά συναισθήματα και άλλα που πονάνε, λέξεις με χροιά αμφισβήτησης και ναι μεν μικρά σε έκταση γράμματα, μα περιεκτικά σε περιεχόμενο, σε περισυλλογή και σε ανησυχίες.
Θα σταθώ σε δυο κομβικές λέξεις, την αγάπη και το αντίο. Δυο λέξεις που η μια πηγάζει από την άλλη, όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο.
Διαβάζοντας το κάθε γράμμα, εύλογες ερωτήσεις σκάλωναν μέσα μου…
Μπορεί μια αγάπη να πονάει, να ματώνει, να στερεί;
Ξέρει τον τρόπο να αλλάξει, έχει τη δύναμη να το πράξει;
Αγαπάω κι ας ξέρω ότι θα πονέσω;
Ποια δύναμη μας ωθεί τελικά να αγαπάμε, να μοιραζόμαστε, να συγχωρούμε, να τολμούμε, να θυσιάζουμε ή να μετανιώνουμε;
Ποια δύναμη μας κρατάει έρμαια ώστε να λαθεύουμε, να πληγώνουμε, να απομακρυνόμαστε, να διστάζουμε, να απελπιζόμαστε, να κρυβόμαστε ή να δειλιάζουμε;
Γιατί διστάζουμε μπρος σε ένα άγγιγμα, σε ένα βλέμμα, σε ένα χάδι;
Κι ας ξέρεις ότι θα σκοντάψεις, κι ας ξέρεις ότι θα πληγωθείς ίσως και να πληγώσεις, γιατί επιλέγεις να το ζήσεις, γιατί ακόμη και για μικρά ψήγματα, αξίζει να θυσιάσεις στον βωμό της κομμάτια του εαυτού σου;
Αναρωτιέσαι ακόμη γιατί;
Δεν θα έπρεπε. Για τη ζωή και μόνο. Για να νιώσεις την ύπαρξή σου, για να μετουσιωθείς ο ίδιος σε συναίσθημα, για να καταφέρεις να ξεπεράσεις τον εαυτό σου και να βρεθείς ακόμα πιο πέρα.
Ξεχώρισα το κομμάτι εκείνο όπου ένας πατέρας αποχαιρετά τον γιο του. Σμιλεύει τα προτερήματά του, γυαλίζει την ασπίδα του, γιγαντώνει τα κομμάτια της ψυχή του. Κανείς δεν φεύγει. Δεν είναι ο θάνατος φευγιό, συνέχεια είναι στο νήμα της αγάπης, στο κουβάρι της ζωής.
Μπορείς να αποδεχτείς το αντίο; Μπορείς να το προφέρεις; Ξετρυπώνεις τις κρυμμένες λέξεις, εκείνες που θα το κάνουν πιο ανώδυνο; Μήπως, τελικά, οι πράξεις είναι πιο εύκολες και πιο δυνατές από τις λέξεις; Όπως και να έχει, ένα είναι σίγουρο. Το αντίο πονάει εξίσου τόσο αυτόν που το προφέρει, όσο και αυτόν που το ακούει. Πονάει τόσο για αυτόν που φεύγει, όσο και για αυτόν που μένει.
Τα γράμματα, αγαπητοί αναγνώστες, έχουν παραλήπτες, έχουν αποστολείς. Μια μάνα. Ένας γιος. Ένας πατέρας. Μια γυναίκα. Ένας άνδρας. Δεν έχει σημασία ποιος ο ρόλος του καθενός, μα το συναίσθημα που εκπέμπουν. Προσωπικά, εκεί στάθηκα και προσπάθησα να αντλήσω το περιεχόμενο του συναισθηματικού τους φορτίου. Να τους ελαφρύνω ίσως, να τους συμπαρασταθώ, να τους κατανοήσω.
Από τα βιβλία που διαβάζω, επιλέγω μια φράση που μου κίνησε το ενδιαφέρον για να την μοιραστώ μαζί σας. Από το βιβλίο του Άρη Ξενόφου, ένα σύντομο βιογραφικό του οποίου θα βρείτε στο τέλος του άρθρου, επέλεξα την παρακάτω:
Κακό δεν είναι να φύγω αν άλλο δεν μπορώ, αλλά να προσπαθώ να σου δείχνω ότι θέλω να μείνω.
Φτάνοντας στο τέλος, νιώθεις την ένταση, τη φόρτιση, τη αλλαγή που συντελέστηκε μέσα σου. Δεν ξέρω αν ο συγγραφέας αυτό επιζητούσε, μα οφείλω να ομολογήσω ότι το βιβλίο του με άγγιξε με έναν διαφορετικό τρόπο, αληθινό, ανθρώπινο, ρεαλιστικό και συγκινητικό.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Κέδρος.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρει:
Ένας άντρας, μια γυναίκα, ένας έφηβος. Προσωπικά βιώματα, έντονα συναισθήματα. Οι νότες της αλφαβήτου παίρνουν μορφή, γίνονται λέξεις, προτάσεις, κείμενα και, τελικά, επιστολές, που όμως τις κρατούν σε ένα συρτάρι. Δεν φτάνουν ποτέ στον αποδέκτη τους. Κυρίαρχο στοιχείο, η αγνή αγάπη, που πονάει βαθιά, μα αφήνει συνάμα στην ψυχή το πιο γλυκό της άγγιγμα, το πιο μεθυστικό της χάδι.Κείμενα έρωτα, αγάπης, πόνου, συμπόνιας, συγχώρεσης, αποχαιρετισμού.
Ο Άρης Ι. Ξενόφος γεννήθηκε το 1963 στην Κεφαλονιά. Τα πρώτα παιδικά του χρόνια τα περνάει στη Ζάκυνθο και στη συνέχεια, το 1974, μετακομίζει με τους γονείς του στην Αθήνα, όπου ζει μόνιμα. Είναι αριστούχος απόφοιτος της Οικονομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Λονδίνο (LSE). Έχει διατελέσει ανώτατο διοικητικό στέλεχος σε εταιρίες του χρηματοπιστωτικού κλάδου και σε θεσμικούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Παράλληλα με τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, η αγάπη του για τη θάλασσα, την ιππασία και την πολεμική τέχνη της Ιαπωνίας τον οδηγούν να γνωρίσει για δεκαετίες, ως αθλητής, τις δραστηριότητες αυτές. Τον Μάιο του 2024, ο εκδοτικός οίκος Austin Macauley Publishers εκδίδει το πρώτο του παιδικό βιβλίο The Little Raindrop, το οποίο διατίθεται στην Ευρώπη και στην Αμερική. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.



