Το φάντασμά της μέσα στην ομίχλη

Πέτρου Βαζακόπουλου

Πέτρου Βαζακόπουλου Το φάντασμά της μέσα στην ομίχλη

Εκείνη

Στεκόταν ακριβώς μπροστά μου. Λίγα μέτρα μακριά μου. Έμοιαζε με πλάσμα από κάποιον άλλο κόσμο, σχεδόν αέρινη και το περπάτημά της αρκετά αλλόκοτο καθώς δεν έμοιαζε να πατά στο έδαφος αλλά ούτε να έχει κάποια ισορροπία. Ερχόταν προς το μέρος που βρισκόμουν αργά, νωχελικά. Το σκοτάδι πίσω της έμοιαζε να είχε πτυχές που μόλις είχαν ξεδιπλώσει το περιτύλιγμα ενός περίεργου σκοτεινού χάρτινου κόσμου που μετασχηματιζόταν και διαχεόταν καλύπτοντας αργά αλλά σταθερά τον δικό μου χώρο.

Ένιωθα πως εκείνο το ομιχλώδες περίεργο σκοτεινό υλικό που αναδυόταν είχε προηγηθεί της σκέψης μου και είχα πειστεί για το σκοτεινό μεγαλείο του καθώς είχα ήδη παραδοθεί στην επιτακτικότητα μιας κατάστασης που με πλαισίωνε απόλυτα, κυριαρχικά. Η σκέψη μου, όσο βρισκόμουν απέναντι της, έμοιαζε με ένα καρυδότσουφλο, μια βαρκούλα που πάλευε μέσα σε έναν τεράστιο ωκεανό. Ήμουν ένας θαλασσοπόρος, που πνιγόταν στη θάλασσα παρακαλώντας να διασωθεί μπροστά στο τεράστιο προσωπείο της, που αναδυόταν μέσα από μεγαλειώδη κύματα σκοταδιού και ομίχλης.


Απόκοσμη

Μέσα σε μια απόκοσμη και συγχρόνως αδέξια κίνηση του σώματός της την παρατήρησα να έρχεται κατά πάνω μου. Έπειτα την είδα να παραπατά και να πέφτει έχοντας κάνει μερικά βήματα και να σωριάζεται στο έδαφος. Πήγα κοντά της και την πήρα στα χέρια μου καθώς ένιωθα πως εκείνη έχανε απότομα το χρώμα της ενώ η λιγοστή θέρμη από τα χέρια μου –οι χτύποι της καρδιάς μου– ένιωθα πως δεν μπορούσε να μεταφερθεί πίσω στο κρύο κορμί της.

Φοβόμουν γιατί ένιωθα πως δεν μπορούσα να την βοηθήσω. Σε εκείνη τη μοναχική και παγερή στιγμή το κρύο κατέτρωγε ολοκληρωτικά την ψυχοσύνθεσή μου. Κάτι μέσα μου κατακερμάτιζε τον πάγο της ακινησίας παρακινώντας με να κάνω τα πάντα ώστε να προσεγγίσω τη μορφή που ένιωθα ότι προερχόταν από τα βάθη της ύπαρξής μου αλλά δεν είχε υπόσταση. Όμως το αδυσώπητο κρύο φαίνεται να είχε σβήσει τα πάντα στο πέρασμά του. Αναρωτιόμουν αν ήμουν κι εγώ μέρος εκείνης της πλάσης που είχε ξεδιπλωθεί μπροστά μου. Μιας μάταιης υλοποίησης ενός ανώνυμου ατελείωτου σκοταδιού. Ενός χαρακτήρα που δεν ανήκε πουθενά.

Η μορφή της χάθηκε και εμφανίστηκε ξανά στο οπτικό μου πεδίο. Στεκόταν όρθια απέναντί μου για άλλη μια φορά σε μια περίεργη κίνηση του σώματος της έτοιμη να κάνει ένα βήμα προς τα μπροστά με προτεταμένο το ένα πόδι της. Βρισκόταν σε μια περίεργη ισορροπία, έπειτα άνοιξε τα μάτια της και τότε η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα καθώς άρχισε να περπατά ξανά προς εμένα.

Σε μια συνέχεια της προηγούμενης περίεργης κίνησής της κοντοστάθηκε σαν να πήγαινε να πέσει ξανά, αλλά συνέχισε να με πλησιάζει περισσότερο. Η ανάσα μου κρύωνε και εγκλωβιζόταν όλο και περισσότερο στον κόσμο της αγωνίας, του χαμού του εαυτού, της προσωπικής σκέψης. Πού βρισκόμουν; Ποιος ήμουν και γιατί έχανα τα λογικά μου; Μήπως είχα πεθάνει αγγίζοντάς την και τώρα ζούσα συνέχεια την ίδια παράξενη σκηνή;


Παλμός

Έμοιαζε με ένα περίεργο τεντωμένο σκοινί όταν τα μάτια μας συνδεόντουσαν. Ένα περίεργο νούμερο κάποιου παράξενου σκοτεινού τσίρκου με τον αναβάτη που ισορροπούσε ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες. Αισθανόμουν ανήμπορος αναπολώντας τα μάτια της που κοιτούσαν πίσω στην ψυχή μου. Κρεμόμουν από τα χείλη της για μία της λέξη, μια αίσθηση του ηχοχρώματος της φωνής της μα δεν έπαιρνα τίποτα πίσω. Ένιωθα πως η καρδιά μου χτυπούσε ακανόνιστα ενώ κάποιες φορές αδυνατούσε να υπάρξει. Στο ενδιάμεσο των χτύπων υπήρχε κάτι που έμοιαζε με κρυφό παλμό και, εκεί μέσα, στο κενό που δημιουργούνταν, ισορροπούσα.

Αισθανόμουν μοναδικός και υπερήφανος που της είχα δώσει και την πιο μικρή σταγόνα της ύπαρξής μου έστω κι αν είχα χαθεί στο σκοτάδι. Δεν γινόταν διαφορετικά, να υπάρχει η έκλειψη χωρίς το ημίφως, το σκοτάδι χωρίς τον ερχομό της.


Ροή

Ανάμεσα από χιλιάδες λίμνες φάνηκε να υπάρχει η ύπαρξή μου σαν μια άμοιρη ακυβέρνητη σχεδία. Οι αλλεπάλληλοι καταρράκτες παρέσυραν και στη συνέχεια ταξίδευαν με ορμή τον εαυτό μου καθώς βυθίζονταν ο ένας μέσα στον άλλο. Επάνω στον ουρανό είδα νυχτοπούλια να πετάνε ήσυχα μέσα στην νύχτα. Εκείνη άπλωνε τα φτερά της με χρώματα βυθισμένα μέσα στο πορφυρό μοβ καθιστώντας την στιγμή σαν μια αιώνια νύχτα. Ήσυχη, σχεδόν βουβή.

Αν η πτώση μου χανόταν μέσα στα μάτια της τότε αυτή ήταν το νόημα της αιώνιας στιγμής. Είχε καταφέρει να εγκλωβίσει την συνείδησή μου κι εγώ να περιφέρομαι σαν αιώνιος ταξιδευτής του τρικυμισμένου κόσμου της. Είχα γίνει ένα κύμα που άγγιζε την άμμο της παραλίας και έπειτα χανόταν πάλι πίσω στα βαθιά ατελείωτα σκοτάδια του αγγίγματός της.

Ο ένας εισχωρούσε στον κόσμο του άλλου όπως το κύμα που απλωνόταν στη στεριά.

Η κατάκτησή της ήταν η εισβολή της, η εικόνα της. Με είχε κάνει να ξεχάσω την στιγμή που την αντίκρισα. Να σκέφτομαι πως την γνωρίζω μα να μη μπορώ να θυμηθώ πού την είχα ξαναδεί. Να μην θυμάμαι την πρώτη φορά που την είδα. Να νιώθω η άκρη μιας γης, μια παράλια γραμμή που άγγιζε τον ερχομό του κόσμου της.

Κοίταξα πέρα από τα τρικυμιώδη μάτια της και αντίκρισα θύελλες, καταστροφές και κατεστραμμένα καράβια. Είδα χαμένους πολιτισμούς να χάνονται στο πέρασμά της, να συνθλίβονται ανάμεσα σε τεράστια κύματα και γαίες που άλλαζαν και μετατρεπόντουσαν σε τεράστια νησιά.

Τότε ήταν που συνειδητοποίησα πως εκείνη με είχε συνεπάρει με τη μορφή της, πως με κάποιο τρόπο με είχε τυφλώσει και εγώ βρισκόμουν ένα άπειρο μικρό ανθρωπάκι που ζητιάνευε για ένα μέρος να κουρνιάσει, μια γωνιά να σταθεί στο αλλόκοτο σύμπαν της.

Αναρωτιόμουν τι ήταν εκείνη για μένα και ακόμα σκεφτόμουν τον λόγο που παρουσιάστηκε μπροστά μου σαν μια τόσο πλούσια φαντασμαγορική οπτασία. Σκεφτόμουν μήπως εγώ είχα φτιάξει τη μορφή της στο υποσυνείδητό μου και εκείνο αναδύθηκε μπροστά μου σαν ένα όνειρο που έπαιρνε οστά.

Τα όνειρα δεν έχουν φωνή, σκέφτηκα, έχουν μόνο εικόνες. Οι εικόνες αυτές είναι τόσο δυνατές που μοιάζουν σαν να βγάζουν ήχο. Μέσα από εκείνες ανασύρονται αναμνήσεις και από εκεί νομίζουμε πως ζούμε, μα εκείνες υπάρχουν δια μέσω εμάς, των ονείρων μας. Τα όνειρα, δηλαδή, μας χρησιμοποιούν; Αν υπάρχει αυτή η σκέψη τότε με κάνει να αναρωτιέμαι αν γεννήθηκα μέσα στο όνειρο, αν εκείνη ήταν ένα κυριαρχικό μέρος που ξέφυγε από τον εαυτό μου και με προκαλούσε να την κυβερνήσω ξανά, να υποτάξω το υποσυνείδητό μου κάνοντας τον εαυτό μου κυρίαρχο.

Εκείνη, λοιπόν, δεν ήταν παρά μόνο ένα όνειρο, μια οδυνηρή οπή στη σκέψη μου που αναζητούσε την έγκρισή μου. Ήθελε να δείξω κάποιο συναίσθημα, έστω τρόμο, που την αντίκριζα και που δεν μπορούσα να την φτάσω, να την αγγίξω.

Φόβος με κατέλαβε και συρρικνώθηκα πίσω από την σκέψη αυτή. Όσο το έκανα σκεφτόμουν πως ήταν αδύνατο εγώ και εκείνη να συνυπάρχουμε. Όχι μόνο γιατί εκείνη ήταν ένα φάντασμα κι εγώ ένας άνθρωπος αλλά γιατί οι δύο κόσμοι μας ήταν αδύνατο να ενωθούν.

Μέσα στα ατελείωτα όνειρα τα νερά έρρεαν, οι ατελείωτοι καταρράκτες βυθίζονταν στην άβυσσο ανάμεσα από χίλιες λίμνες και η ύπαρξή μας γινόταν ένα με το τοπίο με τον πιο παράξενο, αλλόκοτο τρόπο. Εκείνη γινόταν ομίχλη κι εγώ γινόμουν το νερό που έρρεε στον τόπο της. Εκεί, στο γαλάζιο τοπίο, ο ήλιος ανέτειλε και έδυε κάνοντας το ταξίδι της περιφοράς της γης να μοιάζει σαν παιδικό παιχνίδι.

Όταν ερχόταν η νύχτα, το φεγγάρι σκεπάζονταν από το πέπλο της και οι δυο μας κουρνιάζαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Αγκαλιάζοντάς την, άλλοτε, αναρωτιόμουν ποιος ήμουν και μερικές φορές δεν ήθελα να ξέρω. Η σκέψη μου γινόταν ένα μικρό διαστημόπλοιο που ταξίδευε στο ατελείωτο διάστημα και μέσα εκεί αισθανόμουν πως υπήρχε κάποιος σκοπός, κάποιο νόημα.

Η μοναδική αίσθησή της όταν με ακουμπούσε. Εκείνη ήταν τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά μου. Θυμήθηκα εκείνη την πρώτη τρομακτική στιγμή όταν την πρωτοσυνάντησα. Εκείνη βρισκόταν ανάμεσα σε έναν ομιχλώδη κόσμο, ένα όριο που έκρυβε κάτι απόκοσμο και όταν πάτησε στον δικό μου ένιωσα τα πάντα μέσα μου να καταρρέουν. Η λαχτάρα μου, ώστε να μην πέσει στο έδαφος και τραυματιστεί, έκανε την καρδιά μου να χτυπά με δύναμη και ακούσια την βοήθησα να στηριχτεί.

Εκείνη, απόκοσμα διαλύθηκε και εμφανίστηκε πάλι στο ίδιο σημείο όπου την πρωτοείδα κάνοντάς με να ανατριχιάσω. Συνέχεια επαναλαμβανόταν η ίδια σκηνή και τότε συνειδητοποίησα τον εφιάλτη μέσα στον οποίο βρισκόμουν.

Είχα υποταχτεί από ένα φάντασμα, ένα απόκοσμο ον χωρίς ύλη το οποίο είχε την ιδιότητα να μετατρέπει την σκέψη μου και να αλλάζει την όρασή μου προβάλλοντας εκείνα που πρόσταζε. Αισθανόμουν πως είχε την ιδιότητα να βλέπει μέσα στον δικό μου κόσμο.

Τρόμαξα στην ιδέα του απόκοσμου, για το τι μπορούσε να ήταν εκείνη. Ότι ήταν ένα πλάσμα σκοτεινό και ότι δεν ανήκε στη δική μου ανθρώπινη λογική. Δεν μπορούσα να κατανοήσω την ύπαρξή της αλλά και τον λόγο για τον οποίο παρουσιάστηκε μπροστά μου.


Όσο το σκεφτόμουν κουραζόμουν και όσο ξόδευα ενέργεια για να εξηγήσω το ανεξήγητο αυτό φαινόμενο, τόσο ένιωθα να χάνομαι να αντικρίζω εκείνον που με κοιτούσε και, στο τέλος, φτάνοντάς τον να πέφτω κάτω στο έδαφος, να τον κατακτώ μα καθώς εκείνος με σήκωνε και με επανάφερε στη ζωή να μην μπορώ να βιώσω την στιγμή. Ξανά πάλι από την αρχή να τον στοιχειώνω.


Copyright © Πέτρος Βαζακόπουλος All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε ψηφιακό έργο του ίδιου.