Η Βίκη Κοσμοπούλου και το Ικεμπάνα: Μια σύνθεση πεζών

Βίκης Κοσμοπούλου Ικεμπάνα: Μια σύνθεση πεζών και φωτογραφία της ίδιας

Τι σας ώθησε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Βίκη Κοσμοπούλου: Τα διηγήματα του βιβλίου γράφτηκαν σε διαφορετικούς χρόνους. Η σύνθεσή τους, όπως διαμορφωνόταν σταδιακά, ήταν εκείνη που με ωθούσε να γράφω και άλλα διηγήματα που θα έφτιαχναν μια ενότητα ως προς την ιδέα.

Πώς βιώνετε την εμπειρία της ανάγνωσης των έργων σας μετά από ένα χρονικό διάστημα, όταν αυτά έχουν τυπωθεί σε ένα βιβλίο και έχει περάσει καιρός από τη δημιουργία τους; Εξακολουθείτε να συμφωνείτε και να έχετε τον ίδιο ενθουσιασμό;
Β.Κ.: Είναι ιδιαίτερο το συναίσθημα κάθε φορά που κρατάω στα χέρια μου τυπωμένα τα κείμενα. Η αποστασιοποίηση από την συγγραφική κατάσταση με κάνει και μένα απλό αναγνώστη. Υπάρχει μια μίξη ενθουσιασμού και κριτικής ματιάς.

Έχετε διαφωνήσει ποτέ με τον δημιουργικό εαυτό σας;
Β.Κ.: Διαφωνούμε πολύ κατά τη συγγραφή. Γράφουμε και σβήνουμε μέχρι να συμφωνήσουμε οι δυο μας.

Υπάρχει κάποιο έργο που να το ξεχωρίζετε και γιατί;
Β.Κ.: Μου βάζετε δύσκολα... Ο δημιουργικός μου εαυτός θα έλεγε ότι προτιμά εκείνο που τον παίδεψε περισσότερο.

Υπάρχουν στιγμές που σας πυροδοτούν βάζοντάς σας σε δημιουργική κίνηση;
Β.Κ.: Είναι διάφορες στιγμές. Κάτι που είδα, κάτι που άκουσα, κάτι που αισθάνθηκα, κάτι που σκέφτηκα μπορεί να κάνουν τη δημιουργικότητά μου ασυγκράτητη.

Κι αντίστοιχα, υπάρχουν στιγμές για τις οποίες δεν θα γράφατε ποτέ τίποτα;
Β.Κ.: Κάποιες φορές πρέπει να κατασταλάξουν τα πράγματα μέσα μας για να γράψουμε για αυτά. Ο χρόνος πάντα δείχνει.

Αν θα έπρεπε να περιγράψετε το εν λόγω πόνημα με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Β.Κ.: Ακρότητες.

Αν το βιβλίο σας ήταν/γινόταν ένα κανονικό ταξίδι κάπου στον κόσμο, πού θα πηγαίναμε και πόσες μέρες θα κρατούσε;
Β.Κ.: Θα πηγαίναμε σε ένα δάσος με είκοσι έξι ξέφωτα και θα διαρκούσε είκοσι έξι μέρες – όσα και τα διηγήματα. Το βιβλίο είναι ταξίδι. Χρειάζεται να είμαστε σε εγρήγορση και να έρθουμε αντιμέτωποι με το μέσα μας, ώσπου να βγούμε στο φως.

Ποια είναι η γνώμη σας για τη σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή στη χώρα μας σε σχέση με τη λογοτεχνία; Έχετε αγαπημένους Έλληνες συγγραφείς;
Β.Κ.: Έχω αγαπημένα βιβλία, όχι αγαπημένους συγγραφείς. Αυτό που συνηθίζω να λέω είναι ότι όταν βγάζει κάποιος ένα βιβλίο νιώθει χαρά και έχει προσδοκίες για το έργο του, όταν όμως πηγαίνει στις εκθέσεις βιβλίου νιώθει ότι έγραψε ένα ακόμα βιβλίο. Έχουμε μεγάλη βιβλιοπαραγωγή και περιορισμένο αναγνωστικό κοινό. Η προσπάθεια που γίνεται στα σχολεία για την προώθηση της φιλαναγνωσίας ελπίζουμε να αποφέρει καρπούς.


Η Βίκη Κοσμοπούλου, σε μια μικρή συνέντευξη μεγάλων βιβλιοταξιδιών, μίλησε για –και με αφορμή– τη συλλογή διηγημάτων της Ικεμπάνα: Μια σύνθεση πεζών, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εύμαρος. Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:
Ένα στρώμα με λεκέ, μια ρουλέτα στο κόκκινο, φλιτζανάκια στο μετρό της Αθήνας, πολύχρωμοι γερανοί σε καρφιά, ένα γαλάζιο τετράδιο, ένα χρυσό δόντι, μια φωτογραφία με ανάσα, ένα μπουκάλι στα ροζ, χιονονιφάδες με κραγιόν, ένα πιάτο από πάγο, σκοινιά για σωτηρία, ένα τηλεφώνημα για το τίποτα, κάλτσες κλόουν σε στόμα, μια πισίνα για μέτρημα, ένα ολόκληρο στη μέση, ένας τρελός φωταγωγός, μια ρίζα με πυξίδα και ένα σημάδι σε βάζο που εξαγνίζει το κακό στη σιωπή της Ικεμπάνα…

Ιστορίες ακρότητας σε μικρά και μεγάλα πεζά.
Πρόκειται για ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων που οφείλει τον τίτλο της σε μια ιαπωνική τέχνη και δη κλασική, που εξακολουθεί ως τις μέρες μας, και αφορά στην κομψότητα και τη καλαισθησία. Έτσι για την ιστορία, η ικεμπάνα είναι η τέχνη σύνθεσης λουλουδιών· οι άλλες δύο τέχνες που τη συνοδεύουν είναι το κοντό για το θυμίαμα και το τσαντό για την τελετή του τσαγιού. Αυτή η σημείωση έχει ειδικό βάρος εδώ και ο αναγνώστης του βιβλίου καταλαβαίνει τη σύνδεση.

Η συγγραφέας των δώδεκα ζευγών πεζών, όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο, Το τσόφλι, και της Έκτης, ένα ιδιαίτερο βιβλίο που λάτρεψα όταν το διάβασα, κυκλοφόρησε αυτό το νέο της πόνημα που περιέχει είκοσι έξι πεζογραφήματα που ανήκουν στο διηγηματικό είδος.

Για ακόμα μία φορά, μιλάει με ξεχωριστό τρόπο για απλά πράγματα ή, αν θέλετε, προσδίδει την προσωπική της αύρα/ύφος/ηχόχρωμα στην εκάστοτε συνθήκη ακόμα κι αν η ίδια η συνθήκη είναι κάτι τετριμμένο ή απλό.