Η Sophie Swithinbank έγραψε ένα δυνατό και ανατρεπτικό θεατρικό έργο γύρω από την τοξική αρρενωπότητα, τα όρια, την επιθυμία, την εξάρτηση, την ψυχολογική κακοποίηση και μέσα σε όλα αυτά προσπάθησε να ρίξει λίγο έρωτα, με αποτέλεσμα οι εξελίξεις να πυροδοτηθούν πιο γρήγορα και σε αφάνταστο βαθμό. Έχουμε δύο διαφορετικούς χαρακτήρες από αντίθετα σχεδόν κοινωνικά περιβάλλοντα: ο Μάρκος προέρχεται από ένα ζεστό και γλυκό σπιτικό, ο Αντρέας ζει με τον ναρκέμπορο πατέρα του που δεν χάνει ευκαιρία να τον μειώνει και να τον πιέζει να γίνει βαποράκι. Η απλότητα, η αισιοδοξία, η θετικότητα του Μάρκου τραβούν το ενδιαφέρον του Αντρέα που αρχίζει να του κάνει bullying ενώ ταυτόχρονα τους απασχολούν διαφορετικά πράγματα, σύντομα όμως τα πράγματα θα πάρουν άλλη πορεία.
Ο Αλέξανδρος Πιεχόβιακ έχει τον πιο δύσκολο, τον πιο σύνθετο ρόλο από τους δύο και καταφέρνει να αποδώσει σωστά και με πειθώ ένα νεαρό παιδί που αδιαφορεί για τα μαθήματα, που προσπαθεί να ξεφύγει από το σπίτι του και την αρνητική επιρροή του πατέρα του μα πάνω απ' όλα να ανακαλύψει τον ερωτισμό του. Ο Αντρέας όσο καλύτερα γνωρίζει τον Μάρκο τόσο αρχίζει να νιώθει πρωτόγνωρα αισθήματα που πάνε κόντρα με τις αντιλήψεις του, με τις επιθυμίες του, με τον ρόλο που του φόρεσαν οι άλλοι. Αυτό που μου άρεσε όμως στο κείμενο και ωσαύτως στην ερμηνεία είναι ότι δεν έχουμε έναν νεαρό άντρα που προσπαθεί να ανακαλύψει τι του συμβαίνει αλλά μια πραγματική θύελλα αυθόρμητων αντιδράσεων, που προτιμά να βλάψει τον Μάρκο παρά να δουλέψει πάνω στον ευαίσθητο ψυχισμό του. Ο Πιεχόβιακ μεταμορφώνεται από σκηνή σε σκηνή, τον γνωρίζουμε αρχικά ως κλασικό νταή που κλείνεται στη μουσική του, φοράει τζάκετ με κουκούλα, παρενοχλεί τους αδύναμους, κυνηγάει κοπελίτσες αλλά όσο προχωράει η γνωριμία του με τον Μάρκο τόσο βυθίζεται σ' έναν σκοτεινό κόσμο απ' όπου δεν υπάρχει σωτηρία. Οι ψυχολογικές διακυμάνσεις του χαρακτήρα, που υποδύεται ο Πιεχόβιακ, είναι καλοδουλεμένες και σωστές, με αποτέλεσμα να αγωνιώ ως πού μπορεί να φτάσει ο Αντρέας και με τι συνέπειες και για τους δύο. Ένα «άτακτο» παιδί αρχίζει να μετατρέπεται σε παγιδευμένο ζώο όταν διαπιστώνει ποιος πραγματικά είναι και οι εξελίξεις είναι απρόσμενες, δείχνοντας έναν χαρακτήρα που μπορεί να καταστρέψει χωρίς δεύτερη σκέψη, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.
Από την άλλη, ο Γιώργος Μπένος υποδύεται τον πιο «ήρεμο» Μάρκο και δημιουργεί μια περσόνα-χαρά θεού, που δέχεται στωικά τις ενοχλήσεις του Αντρέα, έχει τη δική του φιλοσοφία για τη ζωή και για τους ανθρώπους, πληγώνεται από το bullying αλλά σύντομα κερδίζει τον «αντίπαλό» του κι αρχίζουν να κάνουν πράγματα μαζί που τον γεμίζουν και τον ικανοποιούν. Στο σημείο καμπής όμως ο Μάρκος αλλάζει επίσης ανεπανόρθωτα μέσα από μια πολύ δυνατή σκηνή, μόνο που η δική του μεταμόρφωση είναι σχεδόν αποκλειστικά εσωτερική εν αντιθέσει με τον Αντρέα που τα κάνει όλα λίμπα μέσα και έξω. Τέσσερα χρόνια μετά, ο Αντρέας επιστρέφει στη ζωή του Μάρκου και τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο.
Στην παράσταση, παρακολουθούμε κυρίως το χτες των δύο νέων μέσα από πρωθύστερα που παρεμβάλλονται στην αφήγηση του σήμερα. Σε αυτές τις σκηνές οι δύο ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό και παρουσιάζουν τους χαρακτήρες τους ακριβώς όπως έπρεπε να είναι, έχοντας βιώσει όλα αυτά που βλέπουμε σταδιακά στη σκηνή.
Η σκηνοθεσία της Έμιλυς Λουίζου είναι πολύ καλή και βοηθάει τους δύο ηθοποιούς να εκμεταλλευτούν με τον καλύτερο τρόπο τις ερμηνευτικές τους δυνατότητες. Από την αρχή που μπαίνει ο κόσμος, οι ηθοποιοί είναι στη σκηνή και κάνουν διάφορα πράγματα μαζί ή χώρια κι όταν έρχεται η στιγμή να ξεκινήσει η παράσταση, ο Γιώργος Μπένος με μια σύντομη εισαγωγή σπάει τον «αόρατο τοίχο» με τους θεατές και ελαφραίνει το κλίμα με νότες χιούμορ. Επίσης, μου άρεσε ο τρόπος που ο Αλέξανδρος Πιεχόβιακ, αλλάζοντας φωνή και στάση σώματος, υποδύεται τον πατέρα του, το κορίτσι που προσπάθησε να κάνει έρωτα μαζί του, την καθηγήτριά του, δείχνοντας έτσι μία ευρύτερη γκάμα ερμηνειών συγκριτικά με τον ρόλο του Μάρκου που υποδύεται ο Γιώργος Μπένος. Ο Γιώργος, πάντως, δούλεψε εξίσου σκληρά για την εσωτερικότητα που απαιτεί ο ρόλος του ενώ οι ψυχολογικές του αλλαγές ήταν εξίσου σωστές.
Η σκηνοθέτης δημιούργησε μιαν αεικίνητη παράσταση που δημιουργεί απανωτές εναλλαγές χωρίς όμως να κουράζει και, σε συνδυασμό με τα σκηνικά της Νίκης Ψυχογιού, δημιούργησε ένα οικείο περιβάλλον, άχρονο και άτοπο, που όμως αντιστοιχεί σε οποιοδήποτε βίωμα έχουν οι θεατές από δικές τους αναμνήσεις από τη ζωή στο σχολείο και από την οικογένεια όπου μεγάλωσαν. Τα σκηνικά είναι λιτά και πρακτικά, με επίκεντρο την κούνια στην παιδική χαρά όπου συναντιούνται τακτικά ο Μάρκος και ο Αντρέας. Αριστερά είναι το σπίτι του ενός και δεξιά του άλλου, τα οποία ζωντανεύουν μέσα από τις κινήσεις των ηθοποιών και όχι από έπιπλα ή άλλες ενδείξεις, όπως και η καφετέρια όπου συναντιούνται τέσσερα χρόνια μετά. Τα κοστούμια, επίσης της Νίκης Ψυχογιού, είναι σωστά και καθημερινά ενώ οι ενδυματολογικές εναλλαγές από το χτες στο σήμερα και το αντίστροφο γίνονται με πολύ επιτυχημένο τρόπο χάρη και σε αυτά. Η μουσική της Ειρήνης Σκυλακάκη και οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα βοηθάνε στην ατμόσφαιρα, κόβουν την ανάσα με τις απότομες εναλλαγές τους και αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα για την κλιμάκωση των εξελίξεων. Η χορογραφία και η κίνηση της Ιόλης Φιλιππακοπούλου κουμπώνουν αρμονικά πάνω στην παράσταση, χαρίζοντάς της τη ρευστότητα και την κινητικότητα που απαιτείται.
Ένα σάντουιτς με μπέικον θα μοιραστούν ο Μάρκος και ο Αντρέας κι αυτό θα είναι η αφορμή να γνωριστούν, να μάθουν ο ένας τον άλλον, να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και να πληρώσουν το τίμημα ενός καταπιεσμένου και φυλακισμένου σε προκαταλήψεις και πεπαλαιωμένα θέσφατα εαυτού που δε βρίσκει εγκαίρως τη σωστή βοήθεια κι αυτό θα τραυματίσει ανεπανόρθωτα και τους δύο.
Μια δυνατή και ανατρεπτική παράσταση για τις συνέπειες της καταπίεσης, για το τίμημα της κτητικότητας και για τα λάθη που κάνουμε εσκεμμένα ή όχι.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου



