Ο Γιώργος Ι. Σπανουδάκης και Οι ελεφθερωτές

Γιώργου Ι. Σπανουδάκης Οι ελεφθερωτές και φωτογραφία του ίδιου

Φωνές άκουγα γύρω μου, φωνές άκουγα μέσα μου, φωνές ασταμάτητες. Έπρεπε να βάλω μια τάξη στην οχλοβοή, ένα ακροατήριο να στήσω, να ακούσω, να καταλάβω, να κρίνω. Πρώτιστα οι φωνές, λοιπόν. Και οι φωνές έγιναν πρόσωπα και τα πρόσωπα συνέθεσαν το δράμα τους.

Μια διαδρομή διάνυσε η γενιά μου μέσα στη Μεταπολίτευση, άνοιξαν τα μάτια της ψυχής μας ακριβώς όταν άνοιξε και ο δρόμος για την οικοδόμηση της δημοκρατίας. Δεν ήταν, ωστόσο, η αρχή αυτή σαν άμωμη σύλληψη. Ήρθε μια άλλη αλήθεια, αντίθετη από ό,τι ξέραμε ως τότε και άρχισαν οι αλήθειες να αντιμάχονται. Μάθαμε επιτέλους το παιχνίδι των μεγάλων· ως τότε παίζαμε «κλέφτες και αστυνόμοι», ενώ ως μεγάλοι θα έπρεπε να παίζουμε το «ελευθερωτές και προδότες».

Παρουσιάστηκαν μπροστά μας κάθε λογής αντιστασιακοί και επαναστάτες, αντάρτες της Κατοχής, μαχητές του ΕΛΑΣ, ΕΑΜίτες, ΕΠΟΝίτες, εξόριστοι Μακρονησιώτες, φυλακισμένοι, κατατρεγμένοι, Λαμπράκηδες, η γενιά του 114, οι βασανισμένοι της χούντας, η γενιά του Πολυτεχνείου, όλοι με το φωτοστέφανο του αγωνιστή, με τις πληγές τους σαν πιστοποιητικά των αγώνων τους. Και τότε στραφήκαμε προς αυτούς που μας ανέθρεψαν με τις ιδέες του Έθνους, της Πατρίδας, της Σημαίας, για να πάρουμε απαντήσεις, θέλοντας να αποκαταστήσουμε τους πραγματικούς ήρωες στα βάθρα τους, τους ελευθερωτές, και να δικάσουμε τους προδότες, γιατί σε κάθε ήττα, σε κάθε εθνική τραγωδία, μάθαμε να αναζητούμε προδότες.

Γύρω στα 2000, σε μια εθνική επέτειο, βρέθηκα σε μια κωμόπολη για να παρακολουθήσω τις εορταστικές εκδηλώσεις. Το πλήθος είχε πιάσει θέση στα πεζοδρόμια περιμένοντας την καθιερωμένη παρέλαση.

Όταν φάνηκε στο βάθος το πρώτο άγημα, κάτι παιδάκια του νηπιαγωγείου ντυμένα τσολιαδάκια, το πλήθος ξέσπασε σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές. Ήταν η μεγαλειώδης στιγμή που τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, τα αδέρφια τους, θα καταφθάναν σαν ελευθερωτές.

Αναρωτήθηκα, τι θέση έχουν τα υποκείμενα στην ιστορία; Μανάδες, πατεράδες, παππούδες, γιαγιάδες, πόση μνήμη κουβαλάν μέσα τους, πόσες προσδοκίες και όνειρα; Πώς συγκεράζονται τα ανθρώπινα πάθη με τις ιδέες και τα υψηλά ιδανικά; Δεσμώτες των παθών μας και των αισθήσεών μας, δεσμώτες της μνήμης και της ιστορίας μας, να περιμένουμε τα τσολιαδάκια στην παρέλαση να έρθουν να μας λυτρώσουν. Από τι;

Τα χρόνια πέρασαν και η δημοκρατία στερεώθηκε. Έμειναν οι παρελάσεις, τα σύμβολα τα εθνικά και προπαντός το ιδανικό του αγωνιστή, μόνο που έπρεπε να οριστεί από την αρχή ο νέος αγώνας, να βρεθεί ο νέος εχθρός· άρχισαν να ακούγονται φωνές ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος μια προβοκάτσια να βεβηλώσει ό,τι ιερό μάς έχει απομείνει: την ιστορία μας, τα ονόματά μας, την ταυτότητά μας. Τη γλώσσα μας! Αγωνιούν κάποιοι, ξέρουμε σήμερα να μιλάμε τα σωστά Ελληνικά; Και ποια είναι εντέλει τα σωστά Ελληνικά;

Συνομιλούν οι άνθρωποι πλέον με τη μηχανή και είναι γεγονός ότι η μηχανή γίνεται πιο έμπειρη, πιο σοφή, πιο έξυπνη. Και εμείς; Μα δεν τίθεται ζήτημα κυριαρχίας, εμείς θα είμαστε τα αφεντικά. Αγράμματα αφεντικά οι άνθρωποι, και μορφωμένοι δούλοι οι μηχανές· ας είναι, αυτοί οι δούλοι δεν θα επαναστατήσουν ποτέ. Ωστόσο, το τέλος της γλώσσας είναι αυτό; Του λόγου; Ω, ανυπόφορο αυτό το τέλος που τελειωμό δεν έχει!


Γιώργος Ι. Σπανουδάκης

Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το μυθιστόρημα του Γιώργου Ι. Σπανουδάκης Οι ελεφθερωτές κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν