Maitreya Corso: Μην υποθέτεις τι θα ακούσεις, αλλά να ακούσεις τα πάντα!

Maya Hawke Maitreya Corso

Κατ' αρχάς, ας δούμε ποια είναι η Maya Hawke, που ολόκληρο το όνομά της είναι Maya Ray Thurman Hawke, που είναι ηθοποιός και τραγουδοποιός και είναι η κόρη των ηθοποιών Eathan Hawke και Uma Thurman. Η Maya, ως ηθοποιός, έχει εμφανισθεί στις ταινίες Once Upon a Time in Hollywood (2019), Fear Street Part One: 1994 (2021), Do Revenge (2022), Asteroid City (2023), Maestro (2023) και Wildcat (2023). Ως τραγουδίστρια/τραγουδοποιός –γιατί μ' αυτό θα ασχοληθούμε– έχει κυκλοφορήσει τα albums Blush (2020), Moss (2022) και Chaos Angel (2024).

Και αφού είδαμε ποια είναι η Maya Hawke, ας δούμε τι σημαίνει ο τίτλος του άλμπουμ Maitreya Corso. Το Maitreya Corso, λοιπόν, δεν είναι μια φράση με καθιερωμένη, συγκεκριμένη σημασία. Δείχνει να είναι ένας συνδυασμός εννοιών που λειτουργεί περισσότερο συμβολικά (και καλλιτεχνικά) παρά κυριολεκτικά. Maitreya στη βουδιστική παράδοση είναι ο μελλοντικός Βούδας, μια μορφή που θα εμφανιστεί για να φέρει φώτιση σε έναν κόσμο που την έχει χάσει. Συνδέεται με ιδέες όπως η αναγέννηση, η ελπίδα, η εξέλιξη και η πνευματική μεταμόρφωση. Corso: ιταλική λέξη που σημαίνει πορεία, διαδρομή ή δρόμος. Μπορεί επίσης να θυμίζει το όνομα Gregory Corso, ενός ποιητή της Beat Generation, που συνδέεται με αντισυμβατική σκέψη και καλλιτεχνική εξέγερση.

Άρα, ως σύνολο, το Maitreya Corso μπορεί να σημαίνει: η πορεία προς τη φώτιση, το ταξίδι μιας μελλοντικής εκδοχής του εαυτού ή ακόμα ένας δρόμος πνευματικής/καλλιτεχνικής αναγέννησης. Για την Maya φαίνεται να λειτουργεί σαν ένα alter ego που της επιτρέπει να αποστασιοποιηθεί από τον εαυτό της, να εξερευνήσει θέματα όπως το «εγώ», τη φήμη, την ταυτότητα και να μιλήσει πιο ελεύθερα, σχεδόν φιλοσοφικά. Με απλά λόγια, δεν είναι όνομα με μία μετάφραση, αλλά είναι ιδέα. Και μάλιστα αρκετά ανοιχτή, ώστε να χωράει διαφορετικές ερμηνείες.

Δισκογραφικά λοιπόν, η Maya, δύο χρόνια μετά το Chaos Angel, μας έρχεται με το ολοκαίνουργιο Maitreya Corso και υπάρχει κάτι σχεδόν προκλητικό στον τρόπο που επιλέγει να κινηθεί. Όχι προκλητικό με την έννοια της έντασης ή της υπερβολής, αλλά προκλητικό επειδή αρνείται να παίξει το παιχνίδι που όλοι περιμένουν να παίξει. Δεν φωνάζει, δεν εντυπωσιάζει εύκολα κι ούτε σου δίνει hooks για να κολλήσεις από την πρώτη ακρόαση. Και όμως, κάπου εκεί μέσα, σε αυτό το σχεδόν πεισματικό χαμήλωμα της έντασης, βρίσκεται η πραγματική της δήλωση. Το timing δεν είναι τυχαίο.

Μετά το τέλος της διαδρομής της στο τηλεοπτικό Stranger Things, με έναν ρόλο που την καθόρισε όσο λίγοι, και με τον κινηματογράφο να συνεχίζει να την τραβάει προς τα εκεί που το φως είναι πιο έντονο, θα ήταν πολύ εύκολο να δει τη μουσική σαν ένα παράλληλο project. Κάτι δηλαδή συμπληρωματικό. Κάτι «για να υπάρχει» και για να λέει «α ναι, ασχολούμαι και μ' αυτό». Το Maitreya Corso, όμως, κάνει ακριβώς το αντίθετο: μοιάζει με απόφαση και όχι απλώς με δίσκο.

Τέταρτο άλμπουμ για τη Maya μέσα σε έξι χρόνια δεν σημαίνει απλώς παραγωγικότητα. Μπορεί να σκεφθείς ότι σημαίνει εμμονή, αλλά εδώ δεν υπάρχει τίποτα βιαστικό. Το αντίθετο. Κάθε κομμάτι μοιάζει σαν να έχει περάσει από φίλτρο, σαν να έχει αφαιρεθεί ό,τι περιττό μέχρι να μείνει μόνο ο πυρήνας. Δεν προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει. Προσπαθεί να σε φέρει πιο κοντά και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο.

Η περσόνα του Maitreya Corso λειτουργεί σαν καθρέφτης και σαν απόσταση ταυτόχρονα. Μια φιγούρα σχεδόν μυθολογική, επηρεασμένη από βουδιστικές ιδέες, που όμως δεν στέκεται πάνω από την πραγματικότητα, αλλά τη διαπερνά. Δεν είναι escapism. Είναι ένα εργαλείο που επιτρέπει στη Maya να αποδομεί το εγώ της χωρίς να το εξαφανίζει. Το εκθέτει. Και εκεί αρχίζει το ενδιαφέρον, γιατί όσο υπάρχει αυτή η «πορεία προς τη φώτιση», η Maya «θα εξακολουθεί να κόβει ξύλα και να κουβαλάει νερό», αφού σύμφωνα με τον Λάο Τσε, ακόμα και όταν μας συμβεί η φώτιση «θα συνεχίσουμε να κόβουμε ξύλα και να κουβαλάμε νερό». Έτσι, το άλμπουμ είναι γεμάτο μικρές ρωγμές από τις οποίες περνάει η φωνή της η πραγματική. Τι σημαίνει τώρα αυτό; Μα τι άλλο; Ότι δεν τραγουδάει επιτηδευμένα.

Από το πρώτο κιόλας κομμάτι, το Love of My Life, σου θέτει ερωτήματα. Τι γίνεται αν τελικά πάρεις αυτό που θέλεις; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, αλλά είναι σχεδόν ανησυχητικό. Υπάρχει θρίαμβος; Όχι, δεν υπάρχει θρίαμβος, αλλά αμφιβολία και αυτή η αμφιβολία γίνεται θεματικός άξονας, γιατί η Maya δεν κάνει τίποτα άλλο από το να ακολουθεί πιστά τη ρήση του Λάο Τσε. Στο Great Minds, που είναι ίσως η πιο απογυμνωμένη στιγμή του δίσκου, η αφήγηση αφήνει για λίγο την περσόνα και γίνεται σχεδόν προσωπική εξομολόγηση. Οι αναφορές σε μια πατρική φιγούρα δεν είναι απλώς συμβολικές. Έχουν βάρος. Όταν λέει I wanted to grow up to be just like you/it never was an option δεν μιλάει ως χαρακτήρας, αλλά μιλάει για τον πατέρα της, τον Eathan. Μιλάει σαν κάποιος που μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν επέλεξε, αλλά έμαθε να κατοικεί μέσα σε αυτό και όλο αυτό δίνει άλλο βάθος σε όλο τον δίσκο.

Φωνητικά κινείται σε μια περίεργη, σχεδόν ασταθή, ισορροπία, κάτι ανάμεσα σε spoken word ρυθμό και την εύθραυστη, σχεδόν αφηγηματική, εκφορά της Joni Mitchell. Δεν προσπαθεί να «τραγουδήσει τέλεια». Προσπαθεί να πει κάτι και να ακουστεί αληθινό. Και αυτό σημαίνει ότι μερικές φορές θα ακουστεί άβολο και σχεδόν εκτός τόπου. Αλλά αυτό είναι μέρος της πρόθεσης.

Ηχητικά το άλμπουμ δεν κυνηγά την καινοτομία. Κιθάρες που αιωρούνται, μελωδίες που θυμίζουν καλοκαίρι αλλά δεν ανήκουν σε αυτό, φωνητικά που μοιάζουν να έρχονται από απόσταση. Είναι ένας ήχος που δεν ζητά την προσοχή σου αλλά την περιμένει και εδώ ίσως βρίσκεται και η βασική του αδυναμία, γιατί ενώ το λυρικό επίπεδο είναι εντυπωσιακά συνεκτικό –σχεδόν λογοτεχνικό– το ηχητικό κομμάτι δεν φτάνει πάντα στο ίδιο ύψος. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι αν η μουσική ρίσκαρε λίγο περισσότερο, αν έσπαγε αυτή την ήπια ισορροπία, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερο. Όχι απλώς καλό, αλλά καθοριστικό.

Αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει τη Maya, ίσως γιατί δεν θέλει το Maitreya Corso να είναι αριστούργημα και προτιμά να είναι ειλικρινές. Και αυτό, ειδικά μέσα στο περιβάλλον του Hollywood όπου κάθε κίνηση αναλύεται, αμφισβητείται και συχνά αποδομείται λόγω «καταγωγής», είναι μια πιο δύσκολη επιλογή απ' όσο φαίνεται.

Τέλος, θέλω να πω ότι Maya δεν αποφεύγει τη συζήτηση, γιατί δεν προσπαθεί να αποδείξει ότι αξίζει, αλλά προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει να αξίζεις και αυτή η διαφορά αλλάζει τα πάντα.

Κλείνοντας, να προσθέσω το εξής: μη φανταστείς ότι το Maitreya Corso είναι ένα άλμπουμ που σε κυνηγάει για να σε κερδίσει. Όχι, δεν συμβαίνει αυτό. Πρόκειται για ένα άλμπουμ που σε αφήνει να το πλησιάσεις. Αν το κάνεις, θα βρεις ένα έργο που είναι πιο ενδιαφέρον από όσο ακούγεται στην επιφάνεια, αλλά ίσως όχι τόσο τολμηρό όσο θα μπορούσε να είναι και κάπου εκεί, ανάμεσα στην πρόθεση και στην εκτέλεση, βρίσκεται η πραγματική του ταυτότητα.



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Ακούμε το Bring Home My Man