Ο Στέλιος Νικολάου και το Όσα ξέρουμε μα δεν τα λέμε

Στέλιου Νικολάου Όσα ξέρουμε μα δεν τα λέμε και φωτογραφία του ίδιου

«Δεν ξεχνώ»
Πόσες φορές το είδα γραμμένο σε πόσα και πόσα τετράδια στο δημοτικό;
«Μολών λαβέ» άκουσα πως είπανε τότε οι Σπαρτιάτες και ο νεαρός Αυξεντίου.

Μα ποιος ανάφερε τον ένδοξο Ιωάννη Ιμπελίν; Ποιος θυμάται τις διδαχές του Γεώργιου Λαπίθη και του Αλθείδη; Θυμάται κανείς πως το εναπομείναντα γκρεμισμένο μέρος των τειχών της Λεμεσού κείτεται σε κατάσταση λύπης και φθοράς δίπλα από δρόμο που περνάνε ξένα χρήματα και Porche;

Λες να ξέρουμε για το νεκροταφείο ιπποτών κάτω από τον χώρο στάθμευσης του εναέριου στη Λεμεσό; Ή πως οι επαύλεις τους είναι πάνω σε μνημεία ανδρών δέκα φορές πιο θαρραλέοι από αυτούς;

Αυτά και πάρα πολλά άλλα μου είχανε περάσει από το μυαλό όταν έγραφα το βιβλίο Όσα ξέρουμε μα δεν τα λέμε.

Ποτέ ξανά δεν είχα νιώσει τόση αγάπη για το έθνος μου, ποτέ ξανά δεν έκλαψα τόσο με τη γραφή μου.

Όλοι ξέρουμε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα ο Ελληνισμός, τόσο στην Κύπρο, όσο στη μητέρα Ελλάδα, όσο και σε όλες τις γωνιές του πλανήτη.

Ζούμε σε μια εποχή που οι χρυσές εποχές είναι πίσω μας, το φιλότιμο έχει πεθάνει και η ελευθερία είναι μια προσωρινή καλοπέραση που πληρώθηκε με το αίμα αυτών που όντως την εκτιμούσαν.
(Ή τουλάχιστον, έτσι ένιωθα πως το βλέπανε οι άλλοι.)

Στα μάτια μου, η Ρωμιοσύνη ζει και αναπνέει και αν θα μπορούσα να φωνάξω σε όλους μας για τα επιτεύγματά της, την ιστορία της και τα ιδανικά της, θα το έκανα χωρίς δεύτερο ερώτημα.

Έτσι και έπραξα.
Άρπαξα μολύβι και χαρτί, και έγραψα:
Ποσώς με ενδιαφέρουν τα είδωλα,
και ολίγη στοργή τρέφω σε σημαίες που εξυψώνονται
από αυτούς που δεν καταλαβαίνουν το νόημα τους.

Η αγάπη για το έθνος
η γνώση της ιστορίας και η διατήρηση της παράδοσης,
παρέα με τη Πολύμνια μιας κουλτούρας που δεν λέει να φύγει,
είναι κάτι περισσότερο από μια ιδέα
με σοβαρότητα που δεν έχει ανάγκη καμία υπεροχή.

Τό γάρ θανεῖν κοινόν ἐστι καί φαύλοις καί σπουδαίοις,
τό δέ θανεῖν ὑπέρ Χριστοῦ τῶν ὄντως ἀριστέων.

Είπε ο Λαπίθης,
και σκέφτηκα τί εστί Έθνος
κι αγαλλίασα.

Υψώστε σημαίες, βρίστε Θεούς και πιστεύω,
αλλά όσοι αληθινά αγαπάνε
ξέρουνε.

Δεν επιζητούν τη δόξα, μήτε την υπεροχή.
Απλά, αγαπάνε.
Δεν φώναξα όμως την αγανάκτηση και την αγάπη μου για να πληγώσω κανέναν. Μονάχα για να διδάξω όσα εγώ έμαθα και βίωσα, σε ένα ταξίδι μόρφωσης και παιδείας που με εξελίξανε τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια, που και εγώ ο ίδιος εκπλήσσομαι.

Εκπλήσσομαι πόσο πολύ έχω φτάσει να αγαπάω το νησί μου, πόσο πολύ έχω εκτιμήσει την ελευθερία που πολλοί θεωρούνε δεδομένη και πόσο πολύ θαυμάζω τη Ρωμιοσύνη.

Με αυτά τα συναισθήματα, λοιπόν, έρχομαι τώρα αντιμέτωπος με το αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας και της Κύπρου, προσπαθώντας να τους θυμίσω την ιστορία που δεν μάθανε ποτέ, και να τους διδάξω τις διδαχές των ανδρείων που περπατήσανε σ' αυτά τα χώματα πολύ πριν γεννηθούμε.

Κι αυτό, γιατί όλοι τα ξέρουμε μα κανένας δεν μιλάει.
Και φοβάμαι πως λίγοι αντιλαμβάνονται πως ο χρόνος σβήνει.

Όπως φύγανε οι παλιοί, έτσι θα φύγουμε και εμείς – θα χαθούνε οι θύμησες του παρελθόντος αν δεν τις διαλαλήσουμε και θα πάψει να υπάρχει πια αυτή η περηφάνεια που κρύβουμε στα έγκατα της γαλανόλευκης ψυχής μας.

Έτσι, λοιπόν, αποφάσισα να αφήσω κι εγώ το λιθαράκι μου στις θύμησες αυτού του αρχέγονου κόσμου, της γης της επανάστασης, της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του Βασιλείου της Κύπρου, του Ελληνισμού.

Με ελπίδα πως η ίδια αγάπη που έχω εγώ για αυτόν τον τόπο, θα αγκαλιαστεί από κι άλλους πολλούς, που θέλουν να τιμήσουν το παρελθόν, με ένα μέλλον πραότητας, καλοσύνης, σοβαρότητας και περηφάνειας.

Και αν καταφέρω τα συγγράμματά μου να μεταφερθούν στα έγκατα των αιώνων, αν καταφέρουν τα ποιήματά μου να αγγίξουν την άβυσσο έστω και ενός ανθρώπου, ή αν καταφέρω να σβήσω από τον χάρτη εκείνη την πράσινη γραμμή και ακούσω την Αγιά Σοφιά να κελαηδάει, θα έχω πλέον επιτύχει.
Γι' αυτό στέκομαι περήφανα μπροστά σας.
Δεν λυγίζω, δεν πτοούμαι.
Αν θέλετε να τα πάρετε, θα περάσετε πάνω απ’ το Βυζαντινό κορμί μου
μα να ξέρετε πως η Έλλην Κύπρια ψυχή μου, θα δώσει τη σκυτάλη σ' αυτούς που τολμούν να νιώσουν περήφανοι για τη μάνα γη τους.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν, εγώ κι αυτοί θα πολεμάμε,
αμυνόμενοι απ' τους έξ- και έσω,
ωσότου να φωνάζουμε περήφανα
Χαίρε, ω χαίρε, ελευθεριά!
Τί πενήντα, τί εκατό.
Το γαλανόλευκο χρώμα της Κύπρου μας θα σβήσει όταν σβήσει αυτό του ουρανού.

Κι ας λένε ό,τι θέλουν.


Στέλιος Νικολάου

Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η ποιητική συλλογή του Στέλιου Νικολάου Όσα ξέρουμε μα δεν τα λέμε κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν.