του David Mamet, στο θέατρο Μεταξουργείο
Εδώ μιλάμε για πάπιες.
Θεωρώ αναγκαίο να ξεκινήσω την παρουσίαση, της εξαιρετικής αυτής παράστασης, με μια παρένθεση, όχι για να την απομακρύνω από το κέντρο αλλά για να δείξω από τι υλικό φτιάχνονται τελικά τα περιθώρια του κέντρου.
Ήταν έκπληξη για μένα ότι –συμπτωματικά με την παράσταση– απέκτησα μια σχέση με αυτό που συμβολίζουν οι πάπιες, όταν πολλά χρόνια πριν, η αδελφή μου –μετά από την δεκαετή διαμονή της στο Λονδίνο– επέστρεψε στην Αθήνα. Μαζί με την οικοσκευή της δεν έφερε μόνο αντικείμενα και ρούχα, αλλά και μια ολόκληρη συλλογή από δεκάδες πάπιες, πάντα σε ζεύγη, σε ποικίλες μορφές και χρησιμότητες. Άλλες ως στοπ ή φρένα για πόρτες, άλλες ως μολυβοθήκες, άλλες ως κρεμάστρες, άλλες ως φωτιστικά εδάφους και πάει λέγοντας. Όλα αυτά, προσαρμοσμένα στο σχήμα της πάπιας, σαν το σχήμα αυτό να είχε αποκτήσει, μέσα στον χρόνο και την απόσταση, μια ιδιότυπη επιμονή ύπαρξης. Και ίσως τότε να άρχισα να καταλαβαίνω ότι οι πάπιες δεν είναι απλώς εικόνες, αλλά είναι τρόποι να κρατάς κάτι σταθερό μέσα στη ροή της επιστροφής.
Επίσης –συμπτωματικό και αυτό– στο μυθιστόρημά μου Κ (ΣΔ, 2016), υπάρχει ένα κεφάλαιο με υπότιτλο: «Εδώ, δεν μιλάμε για πάπιες». Όπως όμως, έχετε ήδη αντιληφθεί, εδώ, θα μιλήσουμε για πάπιες και ίσως αυτό να είναι ήδη το πρώτο μου σχόλιο για την παράσταση Παραλλαγές πάπιας: ότι τίποτα δηλαδή δεν ξεκινά από εκεί που νομίζουμε πως ξεκινά. Ότι το θέατρο –όπως και η μνήμη– δεν μπαίνει ποτέ κατευθείαν στο θέμα του, αλλά κυκλοφορεί γύρω του, σαν να χρειάζεται πρώτα να διασφαλίσει ότι ο θεατής μπορεί να αντέξει το βάρος της απλότητας.
Οι πάπιες, σε αυτό το πλαίσιο, δεν λειτουργούν ως σύμβολα που «εξηγούν» την παράσταση, αλλά ως μια προειδοποίηση ή ίσως μια ήπια εμμονή: ότι το ουσιώδες σπάνια εμφανίζεται με την ένταση που του αποδίδουμε.
Αντίθετα, επιμένει σε μορφές καθημερινές, επαναλαμβανόμενες, σχεδόν αδιάφορες, όπως η επιφάνεια μιας λίμνης όπου τίποτα δεν φαίνεται να συμβαίνει κι όμως, εκεί ακριβώς συμβαίνουν όλα. Και έτσι, η παρουσίασή μου δεν ξεκινά πραγματικά με την παράσταση, αλλά με αυτό που την περιβάλλει: με τις μικρές εκείνες μετατοπίσεις του νοήματος που κάνουν το ασήμαντο να αποκτά βάρος χωρίς να αλλάζει μορφή. Όπως οι πάπιες που δεν ζητούν ποτέ να ερμηνευτούν. Απλώς επιπλέουν, επιμένουν και επιστρέφουν.
Οι πάπιες δεν είναι από τα «κλασικά» σύμβολα ευτυχίας στη δυτική συμβολική παράδοση (όπως τα χελιδόνια και οι κύκνοι που συμβολίζουν την άνοιξη και τη μεταμόρφωση, αντίστοιχα), αλλά περισσότερο ανήκουν σε μια πιο ήσυχη, καθημερινή εκδοχή της: την ευτυχία που δεν δηλώνεται, αλλά συμβαίνει. Οι Βρετανοί συνηθίζουν να κρεμούν στους τοίχους των σπιτιών τους ζευγάρια από πάπιες που συμβολίζουν ότι το ζευγάρι του σπιτιού ζει ευτυχισμένο.
Αυτός ο συμβολισμός με παραπέμπει –τρίτη σύμπτωση– στο τραγούδι του Ian Anderson One white duck on the wall. Μία πάπια μόνη στον τοίχο συμβολίζει χωρισμό και μοναξιά και προφανώς ο Ian το έγραψε όταν η γυναίκα του τον άφησε, επειδή δεν μπορούσε να αντέξει τον ρυθμό της ζωής ενός rock star.
Στον ευρωπαϊκό, λοιπόν, και ιδιαίτερα στον βρετανικό τρόπο θέασης της φύσης, οι πάπιες συνδέονται με γαλήνη, απλότητα, συνέχεια και με μια αίσθηση ότι ο κόσμος, έστω και για λίγο, δεν απειλείται. Ένα ζευγάρι πάπιες σε μια λίμνη, ή ένα μικρό κοπάδι που κινείται αθόρυβα στο νερό, δεν λειτουργεί ως γεγονός, αλλά λειτουργεί ως κατάσταση. Στην αγγλική εμπειρία του τοπίου –ιδίως μέσα από πάρκα, λίμνες και επαρχιακές διαδρομές– οι πάπιες έγιναν σχεδόν συνώνυμες με την ρουτίνα της παρουσίας, τον περίπατο, την επανάληψη, την ήσυχη συνέχεια των πραγμάτων. Μια ευτυχία που δεν κορυφώνεται, αλλά παραμένει και επιμένει. Η δύναμή τους δεν βρίσκεται στο ότι είναι σύμβολα με μεγάλο βάρος, αλλά στο αντίθετο: παραμένουν ταπεινά, σχεδόν αδιάφορα πλάσματα. Κι όμως, μέσα σε αυτή την αδιαφορία, αποκτούν μια παράξενη σταθερότητα. Σαν να υπενθυμίζουν ότι η ζωή δεν χρειάζεται πάντα ένταση για να είναι παρούσα.
Με αυτή την οπτική οι πάπιες δεν είναι εξαιρετικές υπάρξεις, αλλά επαναλαμβανόμενες. Και ίσως ακριβώς γι' αυτό γίνονται ανακουφιστικές: επειδή αντέχουν τον χρόνο χωρίς να τον δραματοποιούν. Ακόμη και μέσα στη βρετανική λαϊκή παρατήρηση, όπου συχνά συνδέονται με τον καιρό ή την κίνηση των εποχών, οι πάπιες δεν αποκτούν μοιρολατρικό βάρος. Λειτουργούν περισσότερο σαν δείκτες συνέχειας: ο κόσμος αλλάζει, αλλά εκείνες επιστρέφουν, επιπλέουν, επαναλαμβάνονται. Έτσι, η εικόνα τους δεν ανήκει στην ευτυχία ως κορύφωση, αλλά στην ευτυχία ως επιφάνεια. Σε εκείνη δηλαδή τη λεπτή κατάσταση όπου τίποτα δεν διεκδικεί το απόλυτο, αλλά όλα απλώς συνεχίζουν. Ίσως γι' αυτό ταιριάζουν τόσο στον κόσμο του –Αμερικανού παρ' όλ' αυτά– David Mamet: επειδή εκεί, όπως και στις πάπιες, το πιο σημαντικό δεν συμβαίνει ποτέ στο κέντρο, αλλά λίγο πιο πέρα: στην επιμονή του ασήμαντου να υπάρχει. Κλείνει η παρένθεση.
Η παράσταση
Οι Παραλλαγές πάπιας του David Mamet ανήκουν στην κατηγορία των έργων που δεν σου ζητούν να τα παρακολουθήσεις, αλλά να τα ακούσεις όπως ακούς κάτι να κινείται κάτω από το νερό. Μια μικρή δόνηση, μια ανεπαίσθητη αλλαγή στην επιφάνεια, μια αίσθηση ότι κάτι υπάρχει εκεί πριν ακόμα το δεις. Ένα έργο που δεν επιβάλλεται, αλλά επιμένει. Που δεν φωνάζει, αλλά σιγομιλά μέχρι να αναγκαστείς να το ακούσεις από μέσα σου.
Δύο άντρες, ένα παγκάκι, μια λίμνη και πάπιες που περνούν αδιάφορα, σαν μικρές σκέψεις της φύσης που δεν ενδιαφέρονται αν τις παρατηρείς ή όχι. Κι όμως, μέσα σε αυτή την απόλυτη απλότητα, το έργο ανοίγει έναν χώρο που δεν είναι απλός. Είναι ένας χώρος όπου η συζήτηση γίνεται τρόπος ύπαρξης και η σιωπή δεν είναι κενό αλλά βάρος που συνεχίζει να μιλά ακόμη κι όταν δεν λέγεται τίποτα.
Ο Τζορτζ και ο Εμίλ δεν συναντιούνται για να πουν κάτι σημαντικό. Συναντιούνται γιατί η σιωπή από μόνη της δεν αντέχεται. Και έτσι μιλούν. Μιλούν για πάπιες, για τον καιρό, για μικρές ιστορίες που μοιάζουν ασήμαντες αλλά στην πραγματικότητα είναι τα μόνα πράγματα που μπορούν να ειπωθούν χωρίς να διαλυθούν. Γιατί ό,τι είναι πραγματικά σημαντικό δεν λέγεται ποτέ ευθέως. Γλιστρά μέσα στις παύσεις, στις επαναλήψεις, στις φράσεις που μοιάζουν τυχαίες αλλά δεν είναι. Η γραφή του David Mamet είναι σχεδόν γυμνή. Δεν προσπαθεί να εξηγήσει τίποτα. Αντίθετα, αφήνει τους ανθρώπους να φαίνονται όπως είναι όταν δεν προσπαθούν να φανούν. Κομμάτια λόγου, μικρές αντιδράσεις, ξαφνικές μετατοπίσεις και μια διαρκής αίσθηση ότι κάτω από την καθημερινότητα υπάρχει κάτι που δεν ειπώθηκε ποτέ σωστά.
Και κάπου εκεί οι πάπιες αρχίζουν να βαραίνουν περισσότερο από το ίδιο το έργο. Όχι επειδή είναι σημαντικές από μόνες τους, αλλά επειδή γίνονται το μόνο σταθερό σημείο σε έναν κόσμο που αλλάζει χωρίς να το ανακοινώνει. Στην αγγλική και κέλτικη λαογραφική παράδοση –κι ας είναι Αμερικανός ο συγγραφέας– τα υδρόβια πουλιά δεν είναι απλώς ζώα του νερού, αλλά είναι πλάσματα του ενδιάμεσου. Κινούνται ανάμεσα σε τρία στοιχεία: στο νερό, στη γη και στον αέρα. Δεν ανήκουν ποτέ ολοκληρωτικά σε κανένα από αυτά. Και ακριβώς γι' αυτό θεωρήθηκαν σύμβολα μετάβασης, μετακίνησης, ακόμη και ψυχών που δεν βρίσκουν σταθερό τόπο. Αυτός ο μεταιχμιακός τους χαρακτήρας διαπερνά ολόκληρη την παράσταση. Οι δύο άντρες δεν είναι απλώς χαρακτήρες σε ένα παγκάκι, αλλά είναι άνθρωποι που βρίσκονται κι αυτοί ανάμεσα σε κόσμους, ανάμεσα στο πριν και στο μετά, ανάμεσα σε μια ζωή που ήδη έχει περάσει και σε μια ζωή που δεν έχει ακόμα αποφασίσει πώς θα τελειώσει. Και γι' αυτό μιλούν. Γιατί η κουβέντα είναι ο μόνος τρόπος να παρατείνουν την αίσθηση ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα στον χρόνο.
Η βρετανική λαογραφική σκιά πάνω από τις πάπιες δεν λειτουργεί σαν θεωρητική αναφορά, αλλά σαν ατμόσφαιρα. Σαν μια αίσθηση ότι ο κόσμος του έργου δεν είναι ποτέ πλήρως παρών, αλλά πάντα κάτι λείπει και πάντα κάτι μετακινείται λίγο πιο πέρα· όπως οι περιπλανώμενοι χαρακτήρες των παλιών ιστοριών, έτσι και εδώ, υπάρχει η αίσθηση του ταξιδιού χωρίς προορισμό και της κίνησης χωρίς καμία εγγύηση επιστροφής. Οι πάπιες δεν πηγαίνουν κάπου συγκεκριμένα. Απλώς περνούν. Αυτή, όμως, η απλή πράξη του περάσματος γίνεται καθρέφτης μιας ανθρώπινης κατάστασης που δεν σταθεροποιείται ποτέ.
Στις Παραλλαγές πάπιας υπάρχει διαρκώς μία ρωγμή, αλλά αυτή η ρωγμή υπάρχει ήσυχα. Σχεδόν ανεπαίσθητα. Ο ένας μιλά, ο άλλος απαντά και ανάμεσά τους δημιουργείται συνεχώς ένα κενό που δεν γεμίζει ποτέ πλήρως.
Αυτό το κενό είναι το πραγματικό θέμα του έργου. Δεν είναι οι πάπιες, ούτε οι ιστορίες, αλλά η απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που προσπαθούν να μοιραστούν έναν κόσμο που δεν μοιράζεται εύκολα και ίσως γι' αυτό το έργο επιμένει τόσο πολύ στην απλότητα. Γιατί μόνο μέσα στην απλότητα μπορεί να φανεί αυτό που πραγματικά συμβαίνει: ότι η επικοινωνία δεν είναι ποτέ πλήρης, ότι η κατανόηση είναι πάντα μερική και ότι η ανθρώπινη παρουσία είναι από τη φύση της κάτι εύθραυστο, όπως οι πάπιες που γλιστρούν πάνω στο νερό χωρίς ποτέ να το ελέγχουν πραγματικά.
Η θεατρική παράσταση δεν στηρίζεται μόνο στη δύναμη του κειμένου του David Mamet, αλλά και σε μια ομάδα συντελεστών που αντιμετωπίζουν το έργο σαν έναν ζωντανό οργανισμό, εύθραυστο, ρυθμικό και βαθιά ανθρώπινο. Την σκηνοθετική προσέγγιση υπογράφουν ο Κοραής Δαμάτης και ο Περικλής Μοσχολιδάκης, δύο δημιουργοί που αντιμετωπίζουν το έργο όχι ως μια κλασική δραματουργική κατασκευή, αλλά ως ένα πεδίο όπου ο λόγος, η σιωπή και η παύση έχουν την ίδια βαρύτητα. Η σκηνή οργανώνεται σαν ένας χώρος παρατήρησης, σχεδόν σαν προέκταση της ίδιας της λίμνης του έργου, όπου οι ήρωες δεν «παίζουν» απλώς, αλλά υπάρχουν μέσα στον χρόνο.
Η μουσική της Δήμητρας Γαλάνη λειτουργεί ως υπόγεια συναισθηματική ροή, σαν κάτι που δεν σχολιάζει απλώς τη δράση αλλά τη διαπερνά. Δεν συνοδεύει, αλλά ανασαίνει μαζί με τους χαρακτήρες, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο λεπτό και εσωτερικό, όπου το συναίσθημα δεν εκφράζεται άμεσα αλλά υπονοείται.
Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκονται οι τρεις ερμηνευτές που δίνουν σάρκα και πνοή σε αυτό το φαινομενικά απλό αλλά βαθιά απαιτητικό έργο. Ο Κοραής Δαμάτης ως Εμίλ και ο Περικλής Μοσχολιδάκης ως Τζορτζ δεν προσεγγίζουν τους ρόλους ως σταθερές ψυχολογικές ταυτότητες, αλλά ως μεταβαλλόμενες καταστάσεις ύπαρξης. Οι δύο χαρακτήρες τους κινούνται συνεχώς ανάμεσα στο χιούμορ και τη μελαγχολία, στην ειρωνεία και την τρυφερότητα, στην ανάγκη για επικοινωνία και στην αδυναμία της.
Η Φωτεινή Βακάκη, στον ρόλο της κοπέλας, λειτουργεί ως μια διαφορετική δόνηση μέσα στο έργο, σαν μια παρουσία που δεν ανήκει απόλυτα στον ίδιο χρόνο με τους δύο άντρες. Η εμφάνισή της δημιουργεί μια ρωγμή στην αφήγηση, μια αλλαγή ρυθμού που ενισχύει ακόμα περισσότερο την αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι σταθερό και όλα μπορούν να μετακινηθούν ανά πάσα στιγμή. Έτσι, η παράσταση συγκροτείται τελικά όχι ως μια σειρά γεγονότων, αλλά ως ένα σύνολο σχέσεων: ανάμεσα σε σώματα, φωνές, παύσεις και σιωπές. Και μέσα από αυτή τη λεπτή ισορροπία, οι Παραλλαγές πάπιας αποκτούν τη σκηνική τους διάσταση ως μια εμπειρία όπου το πιο σημαντικό δεν είναι αυτό που λέγεται, αλλά αυτό που μένει να αιωρείται ανάμεσα στους ανθρώπους.
Τελικά, οι πάπιες δεν είναι σύμβολο, αλλά υπενθύμιση. Υπενθύμιση ότι υπάρχουμε σε έναν κόσμο που κινείται ασταμάτητα κάτω από την επιφάνεια όσων λέμε. Και ότι, όπως κι εκείνες, επιπλέουμε χωρίς ποτέ να ξέρουμε τι ακριβώς συμβαίνει κάτω από εμάς και ίσως αυτό να είναι το πιο ανθρώπινο πράγμα απ' όλα.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου



