Αργότερα, διαβάζοντας το πόνημα βρήκα κι άλλα στοιχεία που δείχνουν μεράκι και αγάπη για το βιβλίο όπως τη χρήση του πίνακα της Nino Chakvetadze, μια κίνηση που «φωνάζει» περιποίηση και επιμέλεια προς την έκδοση ή, τέλος πάντων, απουσία προχειρότητας κι ευκολίας.
Η συλλογή ξεκινά με το εισαγωγικό Ο κήπος της σιωπής όπου η δημιουργός εξετάζει τι είναι η ψυχή, τη φύση της και δίνει για πρώτη φορά την έννοια της σιωπής στο πλαίσιο. Μια έννοια γύρω από την οποία θα δομήσει/χτίσει στην πορεία και ως το τέλος. Κι επειδή, το βιβλίο διαβάζεται και ως μια ενιαία συνέχεια ή εξελικτική πορεία, ξεκινά από τη γέννηση, τη βρεφική κατάσταση, προχωρά προς την παιδική, μετά τη νεαρή ηλικία και φτάνει στη γυναίκα.
Από το πρώτο μέρος Το κορίτσι/Η θηλιά διαφαίνεται η απουσία οίκου ενώ οι παρελθοντικοί χρόνοι στα ρήματα προσφέρουν στην ατμόσφαιρα.
Στον καθρέφτη / βλέπω / αυτό που δεν λέγεται.
Δεν έγραφα ιστορίες / Έγραφα διαδρομές, γράφει χαρακτηριστικά στο Παραμύθι ενώ προσέχω το όνομα και πώς εμφανίζεται στα κείμενα, τι σηματοδοτεί... Όπως και το ρήμα μαθαίνω/έμαθα καθώς εμφανίζεται εδώ κι εκεί όταν πρέπει να μάθεις ή να ξαναμάθεις.
Μιλώντας για συμβολισμούς, σημαίνουσα η Γραμμή όταν αφορά ένα όριο.. όταν είναι σύνορο· πολλώ δε μάλλον όταν συνδέεται με ανθρώπους, ζωές. Κι έτσι το δεύτερο μέρος Η φυγή/Το σύνορο έρχεται ως φυσική προέκταση του πρώτου, συνεκδοχικά και αρμονικά. Μεταφορικά αφορά το ξεκίνημα της εν ζωή πορείας στον κόσμο. Κυριολεκτικά είναι ο νέος τόπος μετά τη φυγή.
Διακρίνουμε το πρόβλημα της ταυτότητας και την έννοια του πολίτη όταν κανείς καλείται να προσεγγίσει έναν νέο τόπο κι αυτό μας φέρνει μπροστά σε ένα επακόλουθο: το ζήτημα της ρίζας. Δεν έχω χώμα / Έχω σκιά, γράφει. Δεν έχει πατρίδα, έχει όμως οντότητα, είναι κάποια/κάποιος... Δεν είναι ποτέ / μέρος / που να με χωρά / ολόκληρη. // Παρά μόνο / στα παραμύθια.
Σημείωση
Δεν ξέρωπού ανήκω.Ξέρωπού δεν χωράω.
Στο τρίτο μέρος Η φωνή / Η ρωγμή έρχεται η απάντηση για τη σιωπή της, για την ησυχία (της) και τη σημασία της παύσης... Όχι του κενού (το λέει) γιατί δεν υπάρχουν κενά – πώς θα μπορούσαν άλλωστε; Σε αυτό το σημείο θα επιχειρήσει απαντήσεις στα ερωτήματα: Γιατί να φεύγει κανείς; Ποιος είναι κανείς;.. και, τελικά, «βλέπει» τα παράθυρα, με ό,τι αυτά σημαίνουν.
Το βλέμμα
Στα μάτια των άλλωνείμαι ξένη.Στα δικά μουείμαι διαδρομή.
Για να φτάσουμε στο τέταρτο μέρος Η γυναίκα/Η αποδοχή και να δούμε πως/πώς το κάθε μέρος έχει τον καθρέφτη του, το ταξίδι (του), τη φωνή του κ.ο.κ., τις σκιές του. Σε αυτό το μέρος, κάνει αυτό που κάνει/θα έκανε ένας μετανάστης: αναζητεί τον τόπο ν' απαντήσει στο πού, στο πώς και στο γιατί.
Η Κατερίνα Χάσκα είναι ένας πολυδημιουργικός άνθρωπος (γράφει, σκηνοθετεί, παίζει...), την οποία φαντάζομαι ως μια ύπαρξη πλημμυρισμένη από ιδέες, οραματισμούς, σχέδια, καλλιτεχνία... μ' ένα όραμα, δηλαδή, να την περιτριγυρίζει διαρκώς. Σε αυτό το βιβλίο είναι σαν να μιλά για την ίδια είτε όταν γράφει σε πρώτο πρόσωπο είτε όταν γράφει σε τρίτο, όχι απαραίτητα επειδή έτσι είναι αλλά επειδή έτσι περνάει στον αναγνώστη, παρόλο που είναι λιγόλογη. Τα ελευθερόστιχά της αποτελούν μια συλλογή με σύνδεση, δέσιμο και ροή (όπως διαδρομή, εξέλιξη, πορεία...).
Αν, τώρα, ξεχάσεις τη μετανάστευση, την ξενιτιά, τον ξεριζωμό και τη νέα πατρίδα... τα θέματα που προκύπτουν λόγω μετοίκισης και διαβάσεις το βιβλίο χωρίς αυτό το πρίσμα, μπορείς να βρεις κι άλλη οπτική, πιο ευρεία. Και μέσα σε αυτή την οπτική, ίσως, συναντήσεις μια φωνή που δεν έπαυσε, που βρήκε άλλους τρόπους, κατάλαβε, κατανόησε, προσαρμόστηκε και προχώρησε... Και, ίσως, να είναι η φωνή της εμπειρίας, της σοφίας αυτή που μίλησε. Ίσως ένας από εμάς.


