Στα χρόνια της ντροπής

Στα χρόνια της ντροπής Ευθυμίας Αθανασιάδου

Πρόκειται για το νέο μυθιστόρημα της Ευθυμίας Αθανασιάδου Στα χρόνια της ντροπής που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Έξη, όπως και τα μυθιστορήματα Στο σεντούκι της ψυχής μου και Τα όνειρα που κράτησα για μένα.

Η συγγραφέας, μετά την Αρετή, την ηρωίδα από Το σεντούκι της ψυχής μου που περνά πολλές δυσκολίες και βάσανα μέχρι να καταφέρει να βρει συμπαραστάτες και τον τρόπο προς αυτά που ονειρεύεται, αλλά και τις αδερφές Θεοδώρα και Ευτυχία από το βιβλίο Τα όνειρα που κράτησα για μένα μαζί με τη Λυδία την βασική της πρωταγωνίστρια εδώ, εξακολουθεί να μιλά για έρωτα, όνειρα.. με μία λέξη για ζωή. Ζωή με απλούς όρους που αφορά απλούς ανθρώπους και που, ωστόσο, δεν είναι ποτέ τόσο απλή, γιατί δεν είναι ούτε εύκολη ούτε ομαλή, καθώς οι ιστορίες των γυναικών, ειδικά εκείνων που έρχονται από παλαιότερες δεκαετίες, «κουβαλούν» τις επιπτώσεις των κοινωνικών συμβάσεων της εποχής τους (κάποιες ισχύουν ακόμα και στις μέρες μας, ειδικά στις μικρότερες κοινωνίες στην επαρχία) και την πατριαρχία, με τον πάτερ φαμίλια που αποφάσιζε για εκείνες και καθόριζε τη μοίρα τους, την πορεία και όλο το μέλλον τους αλλά και τον σύζυγο στον οποίο έπρεπε να είναι υποταγμένες, άρα να ακολουθούν τις προσταγές του.

Οι γυναίκες αυτές βίωναν –ή και βιώνουν– τη μοίρα για την οποία γράφτηκε η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη και για την οποία μοίρα έγινε το σύμβολο της φωνής τους, παρά τη φονική της φύση, που δεν δείχνει τίποτα άλλο από την αγανάκτηση και την μοναδική τους απαλλαγή από μια ζωή άδικη, σκληρή, απάνθρωπη, γεμάτη πόνο και συμβιβασμό. Σκεφτείτε μόνο ότι έχουμε μία κατά συρροή δολοφόνο, στυγνή και ψυχρή, που ενώ περνά αβίαστα τα όρια ανάμεσα σε λογική και παραλογισμό, όχι μόνο την καταλαβαίνουμε αλλά τη συμπονάμε σε βαθμό που φτάνουμε μέχρι το σημείο να της συμπαρασταθούμε ή και να την αθωώσουμε!

Μία τέτοια γυναίκα είναι και η ηρωίδα του μυθιστορήματος Στα χρόνια της ντροπής. Όχι μία κατά συρροή δολοφόνος· δεν εννοώ αυτό. Είναι μία γυναίκα που βιώνει κάποια από όσα όπλισαν τα χέρια της Φραγκογιαννούς.

Η Αναστασία προσπαθεί να ξεφύγει από τις προκαταλήψεις, τη μιζέρια. Θέλει να ανοίξει τα δικά της φτερά, να ακολουθήσει τα όνειρά της και την καρδιά της... Όμως οι κοινωνικές συμβάσεις, που λέγαμε, λειτουργούν υπεράνω όλων και, παρά τη θέλησή της, την οδηγούν σε μια ζωή που διάλεξαν άλλοι για λογαριασμό της και δίπλα σε έναν βίαιο άντρα, χωρίς ίχνος ανακούφισης ή διεξόδου.

Η Αναστασία είναι ακόμα μία από εκείνες τις γυναίκες που αναγκάστηκαν να υποταχθούν στις επιλογές άλλων, σε πρότυπα καθορισμένα/προκαθορισμένα από την κοινωνία, σε ήθη και συνήθειες που δεν επιτρέπουν στο άτομο να έχει επιλογές ή ελευθερίες.
Η Αναστασία οφείλει να ακολουθήσει μια πορεία ζωής προδιαγεγραμμένης από άλλους χωρίς να ορίζει τίποτα, χωρίς δική της βούληση και γνώμη.
Η Αναστασία, όμως, έχει δικά της όνειρα, στόχους, έχει δικές τις επιθυμίες, δικά της θέλω... όπως θα είχε ο κάθε άνθρωπος αλλά η ατυχία της –δηλαδή η δυστυχία της– είναι ότι τα θέλω της απέχουν από το κοινωνικό μοντέλο, το πρότυπο και τις επιλογές των αντρών (πατέρας και αργότερα σύζυγος), που αποφασίζουν για άπαντα. Και δεν φτάνει που αποφασίζουν άλλοι για τη δική της ζωή, για τη δική της πορεία, για το μέλλον της, αλλά πρέπει να υποστεί και την αγριότητα, την κακοποίηση.

Ψυχολογική και σωματική βία κυριαρχούν στην πορεία της με την ίδια να ακολουθεί προσπαθώντας να βρει σανίδες σωτηρίας· όχι για να βγει από τη συνθήκη –κάτι τέτοιο είναι αδύνατο– αλλά για να καταφέρει να επιβιώσει μέσα σε αυτή.

Πρόκειται για κοινωνικό δράμα, που άνετα θα χαρακτηρίζαμε ως ψυχόδραμα, με τον έρωτα ως βασικό συστατικό της ύπαρξης έχοντας καίριο ρόλο σε όλες τις εκφάνσεις της. Μάλιστα, δεν συναντάμε μόνο τον ερωτικό έρωτα, δηλαδή την ερωτική έλξη, αλλά και τον έρωτα όπως τον αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι Έλληνες, δηλαδή το πάθος για κάτι, το βασικό στοιχείο της δημιουργίας.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου σκιαγραφείται η ζωή στην επαρχία, η ηθογραφία της αλλά και η προσφυγιά. Η υπόθεση, κυρίως, αναφέρεται στους οικονομικούς μετανάστες και τις δυσκολίες της ξενιτιάς κι ως εκ τούτου, οι χαρακτήρες είναι απλοί, οικείοι, γνώριμοι. Εξάλλου, όλες οι οικογένειες, λίγο πολύ, έχουν προγόνους που αναγκάστηκαν σε μετοίκηση, δηλαδή μετακίνηση, που ξεριζώθηκαν, όπως είναι η συνήθης έκφραση, είτε λόγω ανέχειας/φτώχειας είτε λόγω πολιτικής σκοπιμότητας είτε λόγω πολέμου.

Ως προς αυτό το σημείο, η Ευθυμία Αθανασιάδου, αφήνει διακριτικά μέσα στην ιστορία της διδαχές για τους απογόνους τέτοιων οικογενειών εφόσον μας θυμίζει την σημασία του να γνωρίζει κανείς τις ρίζες του ή το δικό του κομμάτι Ιστορίας –όπως χαρακτηριστικά το αναφέρει– καθώς οφείλουμε να ξέρουμε το παρελθόν των γονέων και των παππούδων μας και να κρατάμε τη σύνδεση ως μέλη μιας αδιαίρετης αλυσίδας, που δεν πρέπει να σπάσει, αφού έτσι δομείται η πραγματική Ιστορία των λαών.

Για να αντιμετωπίσεις τη ζωή, θέλει πίστη στον εαυτό σου και δύναμη ψυχής, είναι μία φράση που γράφεται σχετικά νωρίς στο πόνημα [σ. 73] προσφέροντας μία πολύ χρήσιμη σοφιστία που αφορά άπαντες και όλες τις εποχές ενώ διάφορες άλλες, τέτοιες προτάσεις, απαντώνται και αλλού σε όλη την έκταση αποτελώντας το γόνιμο αποτύπωμα που έχει το βιβλίο. Η συγκεκριμένη, ωστόσο, ακολουθείται από μία διαπίστωση ακόμα μεγαλύτερης σημασίας καθώς διαβάζουμε ότι: ήταν μικρά ακόμα τα παιδιά του για να καταλάβουν τέτοια νοήματα, αλλά πίστευε ότι όσα τους έλεγε έμπαιναν μέσα τους και όταν θα χρειαζόταν, θα έβγαιναν από τη γωνιά τους και θα τους βοηθούσαν να πορευτούν στη ζωή. Κι έτσι ήταν, είναι και θα είναι για όλα τα παιδιά αν και, σε σχέση με την ηρωίδα μας, αυτές οι συμβουλές, μπορεί να εισακούστηκαν από εκείνη όμως, τελικά, όπως αποδείχτηκε, ο αντίκτυπός τους δεν ήταν δεκτός για την οικογένειά της η οποία έκρινε πολύ αυστηρά τα θέλω της, τις επιλογές της και τα όνειρά της, φέροντάς την μάλιστα προ τετελεσμένων! Δηλαδή, όχι μόνο την κατέκριναν αλλά της επέβαλαν τις δικές τους επιλογές. Φαίνεται πως η «θεωρία» ισχύει πάντα αλλά δεν λειτουργεί όταν τα θέλω σου αποκλίνουν από το κοινωνικό μοντέλο και τα θέλω πατέρα και συζύγου. Αυτές οι κοινωνικές αδικίες που έπρεπε και πρέπει να υποστούν οι γυναίκες πολλών κοινωνιών αναδεικνύονται από τη συγγραφέα που, με τον τρόπο της, μας φέρνει όλους προ των ευθυνών μας. Κι όταν αναρωτιέται αν είχε ο πατέρας της το δικαίωμα να αποφασίσει για τη δική της ζωή, αν του ανήκε επειδή την έφερε στον κόσμο, η Ευθυμία Αθανασιάδου δεν αφήνει τίποτα να εννοηθεί. Από τη μια θέτει τις ερωτήσεις, από την άλλη δίνει τις απαντήσεις τους. Έμενε θεατής στο γκρέμισμα των ονείρων της. Καταδικαστέο να φέρει αντίρρηση, ανεπίτρεπτος ο αντίλογος. Τι δυστυχία! Στη συνέχεια, η Αναστασία, δεν βλέπει απλώς τα όνειρά της να ακυρώνονται, βλέπει και κάτι άλλο, ακόμα πιο βαρύ. Την οικογένειά της να κοιτάζει το συμφέρον της, να προτείνει δρόμους που τη βολεύουν, που την εξυπηρετούν... την οικογένεια και όχι εκείνη την ίδια! Εν γνώσει της! Και με «σύνθημα» πως ό,τι συμβαίνει γίνεται για το καλό της! Πόσο ειρωνικό μπορεί να είναι!; Και πόσο δύσκολο! Η κοινωνία, από την άλλη, ο ευρύτερος περίγυρος, τη θεωρεί τυχερή, την ίδια στιγμή που εκείνη βλέπει μόνο δυστυχία. Κι έτσι, η διαπίστωση, τελικά, είναι πως είναι μόνη και μόνη θα πορευτεί.

Πολλές φορές αναρωτήθηκε πού να βρισκόταν η δική της νεράιδα, όμως, ξέρετε κάτι; Όσο προχωρά η ανάγνωση, γίνεται σαφές ότι δεν υπάρχει τύχη/ατυχία, νεράιδες ή μαγικά ξόρκια... Αλλού βρίσκεται η επιτυχία, δηλαδή η ευτυχία. Αλλιώς κερδίζεται.

Το μυθιστόρημα μιλάει για την πατριαρχία, τα ταμπού, τη βία που ασκείται με κάθε τρόπο και από όλους (πατέρα, μητέρα, αδέρφια, συζύγους, κοινωνία κ.ο.κ.), για ταξικές διαφορές και πώς αυτές επηρεάζουν τις σχέσεις... Το μυθιστόρημα είναι ένα σκληρό κοινωνικό δράμα-γροθιά στο στομάχι που, παρά τα δάκρυα, τον πόνο και τον θυμό, σου δείχνει, με τον πιο εύγλωττο τρόπο, πώς η ανθρώπινη ψυχή γεμίζει μόνο με αγάπη, πώς η αγάπη επουλώνει τις πληγές και κάνει τον άνθρωπο να βλέπει πιο καθαρά. Το μυθιστόρημα προάγει τη φιλαναγνωσία, την ομορφιά και τα οφέλη της και, πέρα όλων των άλλων, αφήνει μια πολύ σπουδαία γνώση σοφίας στον αναγνώστη όταν, αφού διατυπώσει το Πόσο μικροί είμαστε τελικά!, δηλαδή το ουσιαστικό μέγεθος του ανθρώπου, έρχονται διάφορα ερωτήματα, όπως: τι μένει στο τέλος; Ε, αυτό που μένει στο τέλος είναι ο θεμέλιος λίθος του βιβλίου, το απόσταγμα, το δίδαγμά του.

Μια γλυκιά ιστορία, τελικά, γεμάτη από ζωή: πάθη, λάθη, όνειρα, απώλειες... κι ένας επίλογος σε πρώτο πρόσωπο σαν μαρτυρία.
Αν ζήσεις δύσκολες καταστάσεις, τότε μπορείς να νιώσεις και να αισθανθείς τι θα πει ζωή, ποιο είναι το νόημά της.