Η Μαρία Σταυροπούλου και το Ψάχνοντας ανθρώπους

Μαρίας Σταυροπούλου Ψάχνοντας ανθρώπους και φωτογραφία της ίδιας

Το Ψάχνοντας ανθρώπους αποτελεί την πρώτη μου εκδοτική απόπειρα. Εκδόθηκε το 2015 και επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν διανύοντας την τρίτη του έκδοση. Πρόκειται για μία νουβέλα-εσωτερικό μονόλογο που αποτελείται από 36 σκηνές-κεφάλαια.

Γράφτηκε σε μία κομβική στιγμή της ζωής μου και η συγγραφή του δεν με κούρασε καθόλου. Ήταν λες και όλα όσα ήταν μέσα μου, περίμεναν ανυπόμονα να βγουν στο χαρτί και να με βγάλουν από την προσωπική μου φυλακή.

Θεωρώ ότι είναι πιο επίκαιρο από ποτέ καθώς οι άνθρωποι στις μέρες μας βιώνουν μία τρομερή μοναξιά την οποία έχουν επιβάλλει, κατά κάποιον τρόπο, στον εαυτό τους. Έχουν ξεχάσει να επικοινωνούν και να ζουν ουσιαστικά. Κρύβονται πίσω από οθόνες σε μία προσπάθεια να προστατεύσουν τον εαυτό τους.
Ξεχνούν να ζουν οι άνθρωποι και παραπονιούνται που μεγαλώνουν. Ζωή χωρίς ζωή είναι ο θάνατος, τελικά.
Στις σκηνές του υπάρχουν συμπυκνωμένες σκέψεις και συναισθήματα, αλλά και η κραυγή μα και η σιωπή, ενός ανθρώπου που δεν του ταιριάζει η κοινωνία στην οποία ζει και αποφασίζει να κλειστεί στο κουτί-σπίτι του. Σκοπός του είναι να βρει τον εαυτό του, μέσω της ενδοσκόπησης, να βγει αλώβητος και να ενταχθεί ξανά στην κοινωνία όσο πιο ανώδυνα γίνεται. Έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του, τα απωθημένα του, τα σκοτάδια του, τους δαίμονές του και τα πρέπει της κοινωνίας. Μέσα από έναν επώδυνο διάλογο με τον εαυτό του προσπαθεί να γνωρίσει τον μέγα άγνωστο, τον εαυτό του, να βρει την ταυτότητά του και να επαναπροσδιορίσει τις αξίες του.
Τι και αν ξύπνησες άλλο ένα πρωί. Τι κι αν άφησες να μπει άπλετο το φως στο δωμάτιο. Το φως μένει εκεί, στο δωμάτιο. Εσύ; Ένα άδειο κορμί, με σκόρπιες σκοτεινές σκέψεις. Θέλεις να βγεις στον δρόμο. Γιατί; Αφού φοβάσαι το φως. Αφού αρνείσαι την ύπαρξή σου. Παραπαίεις συνεχώς, φθορά-αφθαρσία, ζωή-θάνατος. Τι είσαι; Τι ζητάς; Φύγε από τον κακό σου εαυτό. Άσε το φως να λούσει το κορμί σου. Να καθαρίσεις από τη βρομιά. Τι να σου κάνει το νερό. Κάθαρση, φως. Τα μάτια σου είναι σκοτεινά. Συλλογιέσαι αν μπορείς να βγεις στο φως, αν μπορείς να ψάξεις. Τι; Ανθρώπους. Τι; Ζωντανούς.
Ξύπνησες ένα πρωί και είχαν χαθεί οι βολικές σου σκέψεις. Φόβος, τρόμος, κρύος ιδρώτας, απελπισία. Γιατί; Γιατί σε εμένα, έκραξες. Αχ, πώς θα ζήσεις τώρα που ξύπνησες; Το έχεις ξεχάσει και αυτό. Ποιο; Το να ζεις. Παίρνεις αποφάσεις ανασυγκρότησης.
Κάθε σκηνή πραγματεύεται και ένα διαφορετικό ζήτημα μα και ποικίλες υπαρξιακές ανησυχίες, που θεωρώ ότι ταλανίζουν πολλούς ανθρώπους. Τη σχέση με τον εαυτό μας, τους γονείς μας, τους άλλους, την κοινωνία, τον θάνατο, τη μοναξιά, την αγάπη, την ποιότητα της ζωής μας κτλ. Και μέσα σε όλη αυτήν την αναζήτηση οι άνθρωποι χάνονται και προσπαθούν να πιαστούν από κάπου ξεχνώντας ότι αν δεν αγαπήσουν τον εαυτό τους δεν θα καταφέρουν να σχετισθούν υγιώς.
Ψάχνοντας τον εαυτό σου θα βρεις παρέα. Δεν νοείται να έχεις επιλέξει τη μοναξιά και να νιώθεις μοναξιά. Κάτι δεν πάει καλά. Μάλλον έχεις λάθος παρέα.
Ο ήρωας ψάχνει να βρει αληθινούς ανθρώπους, συμβατούς δότες συναισθημάτων, που να μπορεί να επικοινωνήσει ειλικρινά και ουσιαστικά μαζί τους. Πάντα αυτό έψαχνε μα είχε συμβιβαστεί για να μην τον παραγκωνίσουν.
Ο φόβος σου ουσιαστικά έγκειται στο αν θα βρεις αληθινούς ανθρώπους και όχι αυτές τις ρέπλικες που συγχρωτιζόσουν για αρκετά χρόνια. Εκεί έγκειται η διαφορά, στη λέξη «αληθινός».

Στεκόσουν μπροστά στη βιτρίνα ενός άθλιου καταστήματος εκμετάλλευσης ανθρώπινων αδυναμιών και ένιωθες τυχερός που μπορούσες να δεις τον βρεγμένο σου εαυτό. Μόνο αυτό, όχι το περιεχόμενο της βιτρίνας. Τόσες βιτρίνες, τόσοι άνθρωποι βιτρίνες.
Βρίσκεται διαρκώς σε μία αναζήτηση, προβληματίζεται έντονα, ισορροπεί μεταξύ λογικής και τρέλας και θέτει ερωτήματα στον εαυτό του. Πέφτει μα σηκώνεται ξανά και ξανά, δεν τα παρατάει. Είναι δοτικός, γεμάτος συναίσθημα, νοιάζεται αληθινά για τους άλλους και συνεχώς απογοητεύεται.
Οι άνθρωποι φοβούνται να αγαπήσουν και, ακόμα περισσότερο, φοβούνται να το πουν, να το εκφράσουν. Εσύ πάντα πρόσφερες απλόχερα την αγάπη σου και δεν φοβόσουν να την εκδηλώσεις. Και τότε, ως διά μαγείας, εξαφανίζονταν από κοντά σου. Δεν μπορούν να χειριστούν αυτό το συναίσθημα οι άνθρωποι. Ακόμα και γι’ αυτό χρειάζονται δεκανίκια. Ναι, δεκανίκια. Και το αποτέλεσμα; Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα…
Μέχρι που έρχεται η συνειδητοποίηση και καταφέρνει να λυτρωθεί.
«Ο κύκλος σταματάει εκεί που σταματάμε εμείς τον διαβήτη». Φαντάστηκες τον εαυτό σου σαν έναν τεράστιο, μεταλλικό διαβήτη που γυρνάει, γυρνάει και δεν έχει τελειωμό. Και τότε –ουπς– έφυγες από το κέντρο του κύκλου, σταματώντας τον καταραμένο διαβήτη.
Ένας μονόλογος για όσα πολλάκις δεν τολμάμε να εκφράσουμε ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό. Ένας διαρκής αγώνας με τον έσω μας κόσμο μέχρι να καταφέρουμε να ζήσουμε αρμονικά μαζί του.
Μοναδική επιλογή η ζωή. Όπως και αν τη βιώνεις· όμορφη, άσχημη, σκληρή, άδικη, μονότονη, έντονη. Όπως και αν είναι, ζήσε, φίλε μου. Ζήσε…

Μαρία Σταυροπούλου

Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η νουβέλα της Μαρίας Σταυροπούλου Ψάχνοντας ανθρώπους κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν