Ο Γιώργος Γιαννακόπουλος μιλάει για την έμπνευση που δεν ελέγχεται, την αλήθεια που δεν χαρίζεται και την ανάγκη να πας μέχρι τέλους.
Η γραφή, για τον Γιώργο Γιαννακόπουλο, δεν είναι μια ήρεμη διαδικασία. Δεν είναι χώρος για να τακτοποιεί σκέψεις, αλλά για να τις διαλύει και να τις ξαναχτίζει από την αρχή. Ξεκινά από μια ανάγκη, αλλά δεν μένει εκεί. Γίνεται μια εσωτερική κίνηση που τον οδηγεί σε περιοχές που δεν ελέγχει. Δεν πιστεύει στο τυχαίο, δεν πιστεύει στη «μέθοδο». Πιστεύει σε κάτι που δουλεύει από μέσα και ζητά χώρο για να εκφραστεί. Οι χαρακτήρες του δεν είναι εργαλεία, είναι προεκτάσεις αυτής της διαδικασίας. Η σιωπή δεν είναι επιλογή, είναι απαραίτητη συνθήκη. Και η συγγραφή, τελικά, δεν είναι τρόπος να πει κάτι, αλλά είναι τρόπος να φτάσει σε κάτι που δεν ήξερε ότι υπάρχει.
Γιώργο, γιατί γράφεις; Είναι ανάγκη, είναι επιλογή ή είναι κάτι που σε ξεπερνά;
Γιώργος Γιαννακόπουλος: Το να γράφω, άρχισε από την εφηβική σχεδόν ηλικία σαν ανάγκη να εκφραστώ, όταν προβλήματα ομιλίας δεν μου το επέτρεπαν. Με τα χρόνια έγινε συνήθεια να εκφράζομαι γραπτώς, αλλά όλο και περισσότερο γίνονταν ανάγκη να επεξεργάζομαι αναλυτικά τις σκέψεις μου και τα αισθήματά μου. Απετέλεσε, δηλαδή, και ψυχαναλυτική διαδικασία. Στην συνέχεια του χρόνου, εκτός από ανάγκη, άρχισε κατά διαστήματα να λειτουργεί και σαν μια ενέργεια που με ξεπερνούσε, αφού γινότανε φωνή μέσα στον νου μου και μου «άνοιγε» ένα νέο «σενάριο» ή μου έδινε διαστάσεις, που προηγουμένως δεν υπήρχαν στη σκέψη μου.
Πιστεύεις ότι ο συγγραφέας αποκαλύπτει τον εαυτό του ή κρύβεται πίσω από τις ιστορίες του;
Γ.Γ.: Δεν θα μπορούσα να τοποθετηθώ γενικά, αλλά υποκειμενικά μιλώντας, μου αρέσει να αφήνω τον βαθύτερό μου εαυτό να εκφράζεται με ειλικρίνεια. Αυτό το «άνοιγμα» καλλιεργήθηκε με τα χρόνια και είναι πλέον χαρακτηριστικό μου, το λατρεύω! Βέβαια, ο τρόπος που εκφράζω τον εαυτό μου είναι συνήθως με μορφή μυθιστορήματος και σε ελάχιστες περιπτώσεις με μορφή διηγήματος.
Η αλήθεια στη λογοτεχνία είναι κάτι αντικειμενικό ή καθαρά προσωπικό βίωμα;
Γ.Γ.: Γράφοντας, έχω διαπιστώσει πως πολλές φορές το προσωπικό βίωμα, μπορεί να λειτουργήσει και σαν αντικειμενικό. Δηλαδή, να αναγνωριστεί και από άλλους ανθρώπους σαν δικιά τους υπόθεση. Γενικά, πιστεύω ότι η λογοτεχνία, με όποιο τρόπο και να εκφράζεται, κλείνει μέσα της μια αντικειμενική αλήθεια! Όσο και δύσκολη να είναι καμιά φορά η κατανόησή της.
Οι χαρακτήρες σου υπακούν σε σένα ή κάποια στιγμή αποκτούν δική τους «βούληση»;
Γ.Γ.: Τους χαρακτήρες μου, αφού τους σχηματίσω και τους δώσω τα χαρακτηριστικά, που ταιριάζουν στον σκοπό για τον οποίο υπάρχουν, τους αφήνω ελεύθερους να λειτουργήσουν όπως νομίζουν! Αυτό με βοηθάει να ανακαλύψω γνώση, που δεν γνώριζα πιο πριν πως έχω. Επίσης, με αυτόν τον τρόπο, κάνω ακόμα λίγα βήματα στην αυτογνωσία μου!
Πόσο χώρο αφήνεις στο τυχαίο όταν γράφεις; Υπάρχει πραγματικά τυχαιότητα ή όλα είναι εσωτερικά καθοδηγούμενα;
Γ.Γ.: Δεν πιστεύω πως υπάρχει το τυχαίο και αυτό που φαίνεται καμιά φορά τυχαίο, εγώ το λέω έμπνευση. Η άποψη που με εκφράζει είναι ότι όλα είναι εσωτερικά καθοδηγούμενα.
Ποια είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση που έχει ένας νέος συγγραφέας;
Γ.Γ.: Η προσδοκία που έχω είναι να διαβαστούν αυτά που γράφω από όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους. Δεν γνωρίζω αν αυτή η προσδοκία είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση. Δεν το αποκλείω όμως.
Υπάρχει κάτι που φοβάσαι να γράψεις; Και αν ναι, γιατί;
Γ.Γ.: Πολλά χρόνια πριν, ναι, φοβόμουνα να αγγίξω τις αδυναμίες μου, τα συμπλέγματά μου. Φοβόμουνα πως αυτό θα πονέσει και θα με καταβάλει. Τα τελευταία, τουλάχιστον, 30 χρόνια, δεν φοβάμαι να αναλύσω βασανιστικά τον άλλοτε «κρυφό» εαυτό μου και να αποτυπώσω στο χαρτί ό,τι ανέδειξε η ενδοσκόπησή μου.
Πόσο σημαντική είναι η σιωπή στη διαδικασία της γραφής;
Γ.Γ.: Νομίζω πως μία από τις προϋποθέσεις της διαδικασίας της γραφής είναι η σιωπή, γιατί καταστέλλονται έτσι οι λειτουργίες του σώματος και της λογικής, ώστε να δράσει ανενόχλητα ο εσώτερος εαυτός. Δηλαδή, διευκολύνεται η δυνατότητα επικοινωνίας με την ψυχή μου.
Πιστεύεις ότι η τέχνη πρέπει να απαντά ή να γεννά ερωτήματα;
Γ.Γ.: Πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να αφήνει περιθώρια για απαντήσεις, αλλά βρίσκω πολύ σημαντικό να γεννά ερωτήματα. Ναι, θα πρέπει να γεννά ερωτήματα.
Υπάρχει ευθύνη του συγγραφέα απέναντι στον αναγνώστη ή μόνο απέναντι στον εαυτό του;
Γ.Γ.: Θα προτιμούσα να πω ότι πρέπει να νιώθει ευθύνη απέναντι στην ηθική του και απέναντι στον εσώτερο εαυτό του, που λέμε έτσι απλοϊκά. Δηλαδή, απέναντι στην ψυχή του, εάν βέβαια έχει καταφέρει να έρθει σε επαφή μαζί της! Έχει ευθύνη απέναντι στον αναγνώστη, με την έννοια να είναι σε κατανοητή γλώσσα αυτό που γράφει.
Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει πραγματικά έναν άνθρωπο ή απλώς τον συνοδεύει;
Γ.Γ.: Η λογοτεχνία έχει τα στοιχεία για να επιδράσει και να αλλάξει έναν άνθρωπο, με την προϋπόθεση ότι ο αναγνώστης αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο να δεχτεί την επίδραση. Εάν ο αναγνώστης χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία μόνον για να περνάει την ώρα του κάνοντας ηλιοθεραπεία, τότε η λογοτεχνία δεν μπορεί να του προσφέρει κάτι περισσότερο, ούτε και να τον αλλάξει φυσικά.
Πόσο σε επηρεάζει η εποχή που ζούμε; Γράφεις «μέσα» σε αυτήν ή προσπαθείς να ξεφύγεις από αυτήν;
Γ.Γ.: Η ηλικία μου, μου επέτρεψε να ζήσω και άλλες εποχές, ώστε σήμερα να πιστεύω πως ζω στην χειρότερη εποχή. Σχετικά με το γράψιμο, δεν προσπαθώ να δραπετεύω από την εποχή αυτή, αλλά χρησιμοποιώ σαν σκηνικό και σαν ντεκόρ άλλες εποχές. Και θέματα του σήμερα προτιμώ να τα τοποθετώ σε άλλες εποχές. Με ενοχλεί πολύ η πνευματική στειρότητα της εποχής που ζούμε, καθώς και η αδράνεια, η έλλειψη αντίδρασης δηλαδή, το εύκολο βόλεμα και η μεγάλη έξαρση του ανήθικου.
Η έμπνευση έρχεται ή τη δημιουργείς με πειθαρχία;
Γ.Γ.: Κατά την άποψή μου, έμπνευση και πειθαρχία δεν συμβαδίζουν. Η έμπνευση έρχεται μόνη της, όταν βρει κατάλληλη στιγμή σε άνθρωπο που την έχει ανάγκη. Σε άνθρωπο που μέσα στη σιωπή του ευπρόσδεκτα την περιμένει. Κάποτε, προσπάθησα να μιλήσω μαζί της και μου είπε: γεννήθηκα για να πετώ, πότε δω, πότε κει, να μένω για λίγο μόνο σ' αυτόν που με καλεί.
Ποια είναι η σχέση σου με την αποτυχία; Έχει θέση μέσα στη δημιουργία;
Γ.Γ.: Όσο πίστευα ότι υπάρχει αποτυχία, η αποτυχία με ταλαιπωρούσε και αργότερα έγινε δασκάλα μου. Όταν όμως, κάποτε, ένιωσα πως δεν υπάρχει αποτυχία, όπως δεν υπάρχει και επιτυχία, τότε ελευθερώθηκα ακόμα πιο πολύ. Ελευθερώθηκε η δυνατότητα δημιουργίας.
Όταν τελειώνεις ένα έργο, νιώθεις λύτρωση ή απώλεια;
Γ.Γ.: Μόνο λύτρωση νιώθω. Σα να ελευθερώνω από τα σωθικά μου μια οντότητα που έμενε εκεί μέσα κλειδωμένη.
Υπάρχει κάποιο θέμα στο οποίο επιστρέφεις ξανά και ξανά, συνειδητά ή ασυνείδητα;
Γ.Γ.: Επιστρέφω συνειδητά ξανά και ξανά στην αναζήτηση των σημείων που με συνδέουν με την ψυχή μου. Τα σημεία αυτά αναζητώ, σαν να ταξιδεύω κι αναζητώ λιμάνια, γιατί η σύνδεση με την ψυχή δίνει το ήθος, την αγάπη και τις απαντήσεις για τον προορισμό πάνω στη γη. Απαντήσεις στο ερώτημα γιατί υπάρχω!
Πιστεύεις ότι γράφουμε για να θυμόμαστε ή για να ξεχνάμε;
Γ.Γ.: Εγώ πάντως, ποτέ δεν γράφω για να ξεχνώ. Αδιαφορώ για τις επιπτώσεις του να θυμάμαι, προτιμώ να αναλύω μνήμες, όποιες κι αν είναι, παρά να προσπαθώ να τις αγνοήσω. Πολλές φορές, οι μνήμες με οδηγούν σε συμπεράσματα, σε αποκαλύψεις χρήσιμες για την περαιτέρω πορεία μου.
Τι είναι πιο δύσκολο: να ξεκινήσεις μια ιστορία ή να την τελειώσεις;
Γ.Γ.: Το πιο δύσκολο είναι να ξεκινήσω σωστά μια ιστορία. Να οργανώσω την αρχή της έτσι που να ανταποκρίνεται στην αρχική μου σκέψη και τότε αυτή θα με οδηγήσει στο τελείωμά της! Αυτή θα με οδηγήσει, εγώ δεν θα ασχοληθώ με αυτό!
Υπάρχει αλήθεια που μπορεί να ειπωθεί μόνο μέσα από τη μυθοπλασία;
Γ.Γ.: Υπάρχουν γνώσεις και αλήθειες που δεν πρέπει να δίνονται ανοιχτά, γιατί δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ικανοί να τις εκτιμήσουν ή να τις αποδεχτούν. Εάν δεν ζητηθούν δεν υπάρχει λόγος να παρουσιάζονται, γιατί η ειρωνεία, η αδιαφορία, η διαστρέβλωση, οι νοσηρές αντιδράσεις, τις ευτελίζουν ή αφαιρούν κάτι από την ωφέλιμη ενέργειά τους. Δεν είναι τυχαίο που χιλιάδες χρόνια πριν δημιουργήθηκαν τα «Μυστήρια», με τελετουργικά για ελάχιστους ανθρώπους και καλά προετοιμασμένους. Οπότε, η μυθοπλασία είναι ο κατάλληλος τρόπος για να εκφραστούν δημόσια, ιδιαίτερα οι αλήθειες ώστε να γίνουν κατανοητές μόνον σε εκείνους που τις χρειάζονται.
Αν έπρεπε να διαλέξεις: προτιμάς να σε καταλαβαίνουν ή να σε ερμηνεύουν;
Γ.Γ.: Επειδή κάποια από τα θέματα που με απασχολούν, όπως ο προορισμός πάνω στη γη, δεν ενδιαφέρουν τους περισσότερους, προτιμώ εύκολα να με ερμηνεύουν εκείνοι που αναζητούν.
Πότε καταλαβαίνεις ότι ένα κείμενο είναι πραγματικά ολοκληρωμένο;
Γ.Γ.: Όταν νιώσω πλήρης με αυτό που έγραψα, δηλαδή, όταν δεν έχω τίποτα περισσότερο να πω. Κάτι σαν ανακούφιση από κάποιο «βάρος» (ευχάριστο βάρος), που με πίεζε να βγει.
Τελικά, γράφεις για σένα ή για κάποιον άλλον που ίσως δεν θα γνωρίσεις ποτέ;
Γ.Γ.: Όταν γράφω είμαι απόλυτα συγκεντρωμένος σε μένα, απόλυτα συγκεντρωμένος στην πηγή της γραφής, χωρίς να σκέφτομαι αν θα αρέσει σε άλλους ή τι γνώμη μπορεί να έχουν άλλοι, είτε άγνωστοι είτε γνωστοί. Αν σκεφτώ έστω για λίγο διαφορετικά, τότε θα χαθεί η έμπνευση, ο αυθορμητισμός, η ειλικρίνεια και η παρόρμηση, στοιχεία που μου είναι απαραίτητα. Μόνον όταν ολοκληρώσω, θα αρχίσω να σκέφτομαι τους άλλους.
Ποια είναι η γνώμη σου για τον χώρο του βιβλίου στη χώρα μας;
Γ.Γ.: Βρισκόμαστε σε μια εποχή που διεθνώς οι άνθρωποι διαβάζουν λιγότερο, σκέφτονται λιγότερο, αναζητούν λιγότερο. Αυτά όμως δεν θα έπρεπε να αποτελούν δικαιολογία για τη δυσκολία να προωθηθεί το βιβλίο σε κάθε γωνιά της χώρας. Το πιο σημαντικό ίσως, είναι ότι το κόστος του βιβλίου είναι υπερβολικό έως απαγορευτικό για μεσαίες οικογένειες, μαθητές, φοιτητές. Στην ηλικία των 20 αγόραζα βιβλία (τα έχω ακόμα) φιλοσοφικά, φιλολογικά, μελέτες εκλαϊκευμένες με πολύ λίγα χρήματα γιατί εκδίδονταν και σε μορφή βιβλίου τσέπης ή με φτηνό χαρτί. Τώρα οι εκδότες βαδίζουν μόνο με ένα κριτήριο, το γρήγορο κέρδος για εκδόσεις με καλό χαρτί! Το τελευταίο που επισημαίνω είναι ότι οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μας (50 χρόνια πριν) ζητούσαν από εμάς και τους γονείς να αρχίζουν τα παιδιά να διαβάζουν εξωσχολικά βιβλία από το Δημοτικό. Το οικονομικό δεν ήτανε κριτήριο για αγορά βιβλίου, γιατί ήτανε πολύ φθηνό σε σχέση με σήμερα. Έτσι, στις δύο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού διάβασα τον Μόγλη, τον Ροβινσόνα Κρούσο, έργα του Hector Malot κ.α. Ανακάλυψα πως μ' αρέσει να ταξιδεύω… με τον οποιονδήποτε τρόπο, είτε με τον νου είτε με καράβι! Τότε, το βιβλίο κινούνταν και οι λίγοι εκδότες ήταν ευχαριστημένοι. Τώρα πια, ούτε οι δάσκαλοι υπάρχουν, ούτε το προσιτό βιβλίο.
Μίλησέ μας για το μυθιστόρημά σου Ο τελευταίος κύκλος του Μιχαήλ.
Γ.Γ.: Το πόνημα αυτό δημιουργήθηκε μέσα από σύνθεση φαινομενικά διαφορετικών ερεθισμάτων. Άκουσα στην «κατάλληλη στιγμή» το τραγούδι «Ανθρώπων έργα», την ίδια περίοδο που ήμασταν μια παρέα φίλων και η κάθε μας συνάντηση ήτανε γιορτή. Πολλές φορές λειτουργούσαμε σαν ένας άνθρωπος με διαφορετικές απόψεις, με όνειρα όμως που συνέπιπταν και με διάθεση για ταξίδια συμπαντικά ή σε άλλες ζωές. Ο Μιχαήλ, που γίνεται αναζητητής, πιστεύει πως η ζωή είναι πολύ πιο σημαντική από τον τρόπο που ζει και επίσης, η ζωή κρύβει ένα μεγάλο μυστικό για τον καθένα. Δηλαδή, για ποιο λόγο υπάρχει ο καθένας πάνω στον πλανήτη Γη, ποιος είναι ο προορισμός του καθενός και αποφασίζει πως η απάντηση είναι ό,τι πιο σημαντικό και ουσιαστικό πρέπει να αναζητήσει.
Φεύγει, αφήνει πίσω του ό,τι υπάρχει μέχρι εκείνη τη στιγμή, ό,τι έχει δημιουργήσει μέχρι τότε. Στο ταξίδι αυτό, κάθε φορά που με αγωνία ζητάει απαντήσεις ή αυτοαμφισβητείται, προκαλεί εμφάνιση οντοτήτων. Μιλάει με κάποια όντα, όπως αυτά στα παραμύθια από την ελληνική μυθολογία, που είχε ακούσει μικρός. Εμφανίζεται μέσα στον νου του η ψυχή του –κάτι είχε ακούσει για την ύπαρξή της, αλλά δεν ήξερε– μιλάει μαζί της και αλλάζει ο τρόπος που σκέπτεται. Αυτή η περιπλάνηση, εκτός από αυτογνωσία, δίνει τη δυνατότητα στον νου να ονειρευτεί, να λειτουργήσει πέρα από τη λογική, που απλά συντηρεί ό,τι υπάρχει χωρίς να επιτρέπει άλματα.
Εμπλουτίζεται όλο και περισσότερο από την ενέργεια που πηγάζει από τον νου του, ενέργεια που φωτίζει το καινούργιο, το ηθικό, το άδολο και συμβολίζεται με τον θεό Απόλλωνα, που κατεβαίνει στον ψυχικό κόσμο και στον γήινο για να τελειοποιήσει τη ζωή. Το φως του νου, που το λένε κι απολλώνιο φως, είναι ικανό να πετύχει ακόμα και την τελειοποίηση του κόσμου, αρκεί να βρεθούν άνθρωποι να το υπηρετήσουν. Συνειδητοποιεί ότι μπορεί να συμβάλει σε κάτι που θα είναι διαχρονικό, που θα μείνει και μετά το τέλος του, ερωτεύεται την ιέρεια του Απόλλωνα και μαζί ολοκληρώνουν το ξαναστήσιμο του Ναού του Απόλλωνα. Δηλαδή, το ξαναστήσιμο μιας μορφής της ζωής, που κάνει πάλι τους ανθρώπους να αγαπούν τη δράση, να είναι χαρούμενοι, να ζουν σε αρμονία, να γελούν και να χορεύουν σαν να λούζονται από φως. Φως και αρμονία, χαμένα για αιώνες τώρα…
Ποιος είναι ο Μιχαήλ;
Γ.Γ.: Ο Μιχαήλ, ο αναζητητής, δεν είναι ο μοναδικός, μπορεί να είναι ο καθένας. Μπορεί να είμαι εγώ, όταν αποφάσισα να «βγω στον πηγαιμό για την Ιθάκη», γεμάτος ερωτήματα, αμφιβολίες, ανασφάλειες, αλλά και με κάποιο κρυμμένο θάρρος, πείσμα, ανησυχία και όραμα. Ο καθένας μπορεί να είναι, που άσχετα από εποχή και οικονομική κατάσταση, ζει βολεμένος σε πλούτη ή σε μιζέρια (πάντως βολεμένος κι εκεί), πετυχημένος περισσότερο ή λιγότερο στα επαγγελματικά, αλλά με ομαλή, στρωτή καθημερινότητα, θαλπωρή οικογενειακή αλλά και ανούσια! Αρκεί να αντιδράσει… ο καθένας θα μπορούσε να ζήσει ένα σενάριο αποκαλυπτικού ταξιδιού, που του ταιριάζει, αρκεί να αφεθεί στην επιθυμία να απαλλαγεί από το χτες, να απονευρώσει το χτες, να απαλλαγεί από τον φόβο και παράλληλα να νιώσει τον κόσμο που τον περιβάλλει, να νιώσει τη φύση. Σε αυτόν, ο Μιχαήλ ανάβει μια σπίθα μέσα του κάτω από εσωτερικές διεργασίες που δεν γίνεται να ταξινομηθούν, ούτε καν να αναλυθούν, μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν.
Αναζητά απάντηση στο γιατί υπάρχει: «Ζούμε γιατί έτυχε να ζούμε. Έτσι, χωρίς να παραχθεί κάτι που θα μείνει μετά το τέλος μας;». Αποφασίζει, ο Μιχαήλ να τα αφήσει όλα πίσω και να επιστρέψει στην Ελλάδα από όπου κατάγεται, γιατί πιστεύει πως μόνο στον τόπο που γεννήθηκε κάποιος μπορεί να βρει την ενέργεια που χρειάζεται για να φτάσει στις απαντήσεις. Πολύ περισσότερο όταν ο τόπος είναι ελληνικός.
Υπάρχει κάτι στον Μιχαήλ που του το συγχώρεσες ως συγγραφέας, αλλά δεν θα το συγχωρούσες ποτέ στον εαυτό σου;
Γ.Γ.: Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, αντίθετα. Ζήλεψα τον Μιχαήλ γιατί κατάφερε περισσότερα από μένα ή, σε κάποιες περιπτώσεις, τα κατάφερε καλύτερα από μένα. Μετά από αυτά, φεύγει από τη ζωή ολοκληρωμένος, πλήρης, ίσως και χαρούμενος γιατί δεν θα επιστρέψει στη ζωή της Γης ως αποτυχημένος προκειμένου να επαναλάβει τα μαθήματά του μέχρι να τα καταφέρει. Άλλοι θα είναι οι σχεδιασμοί για την συνέχειά του. Άγνωστοι όμως.
Ο τίτλος υποδηλώνει ένα τέλος. Για σένα, ο Μιχαήλ ολοκληρώνεται ή διαλύεται μέσα σε αυτόν τον τελευταίο κύκλο;
Γ.Γ.: Ο Μιχαήλ, μετά από πολλές ενσαρκώσεις, μετά από πολλούς κύκλους ζωής δηλαδή, φτάνει στον προορισμό του. Είναι ο προορισμός για τον οποίο υπάρχει πάνω στη γη. Με την ολοκλήρωση αυτή, σχηματίζεται ο τελευταίος κύκλος ζωής, δηλαδή η ψυχή του, που την κουβαλά το σώμα του Μιχαήλ, ολοκληρώνεται. Η συνέχεια είναι βέβαια άγνωστη. Κανείς δεν γνωρίζει ούτε την εκπαίδευση της ψυχής για ένα νέο σχεδιασμό, για μια νέα αποστολή, ούτε βέβαια αν θα επανέλθει στον πλανήτη Γη ή σε κάποιον άλλον πλανήτη.
Περνάς κάποιο μήνυμα μέσα από αυτό το μυθιστόρημα;
Γ.Γ.: Μόνον ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να έρθει κοντά στην ψυχή του,
Μόνον ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να προχωρήσει στην αυτογνωσία,
Μην περπατάς σε τόπους που συχνάζουν αδαείς, άπληστοι, ζηλόφθονοι, οκνηροί και βολεμένοι,
Μην επιτρέπεις στο χτες να καθορίζει το σήμερα, ούτε καν να το επηρεάζει. Να κάνεις ακίνδυνο το χτες απονευρώνοντάς το,
Εγώ πρέπει να αλλάξω για να ελπίζω πως θα αλλάξει ο κόσμος.
Γράφεις κάτι καινούργιο αυτή την περίοδο;
Γ.Γ.: Έχω σε εξέλιξη το έργο που έχω αρχίσει από το 2021, αλλά σοβαρά προσωπικά προβλήματα με ανάγκασαν για μερικά χρόνια να επιβραδύνω. Είναι το «Σύμπαν μέσα μου». Ταξίδι που κάνω μέσα στα αρχεία του Σύμπαντος με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ψυχής μου, οπότε ανάλογες είναι και «οι συναντήσεις μου» με γεγονότα ή ανθρώπους που έχουν αποθηκευτεί, όπως τα πάντα αποθηκεύονται. Συμπληρώνω την συλλογή μικρών διηγημάτων και επεξεργάζομαι το έργο μου «Μην αρνηθείς το ταξίδι αυτό». Έργο που γράφτηκε πριν από 20 χρόνια και ναι μεν υπάρχει όλο το υλικό, αλλά είναι υπερβολικά ατακτοποίητο. Επίσης, ένα έργο που έχω ξεκινήσει, αλλά βγήκε προσωρινά από τις προτεραιότητές μου, είναι το «Συζήτηση με τον Ρούντολφ» (Rudolf Joseph Lorenz Steiner, φιλόσοφος τεράστιου εύρους και θεατρικός συγγραφέας). Είναι πολύ φιλόδοξο εγχείρημα και πολύ απαιτητικό.
Αυτό που μένει από τη σκέψη του Γιώργου Γιαννακόπουλου δεν είναι μια θεωρία για τη λογοτεχνία, αλλά μια στάση απέναντι στη ζωή: Να μην αποφεύγεις, να μην ωραιοποιείς, να μην κρύβεσαι πίσω από εύκολες απαντήσεις. Να αντέχεις να βλέπεις πιο βαθιά, ακόμα κι όταν αυτό σε φέρνει σε σύγκρουση με τον ίδιο σου τον εαυτό.
Η γραφή, έτσι όπως την περιγράφει, δεν είναι για όλους και δεν προσπαθεί να γίνει για όλους. Είναι για εκείνους που είναι διατεθειμένοι να μπουν στη διαδικασία, όχι για να βρουν απαντήσεις, αλλά για να αλλάξουν οι ίδιοι.
Γιώργο, σε ευχαριστούμε για την όμορφη συζήτηση. Εύχομαι να έχεις πάντα επιτυχία σε ό,τι κάνεις.
Ευχαριστώ και εγώ Γιώργο, για την ευκαιρία που μου έδωσες.
Ευχαριστώ επίσης και το koukidaki.gr για τη φιλοξενία. Να είστε καλά!
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Ο Γιώργος Γιαννακόπουλος, γεννήθηκε στο Ν. Φάληρο το 1948, μεγάλωσε στην Άνω Βούλα και έζησε τα περισσότερα χρόνια στην Καλλιθέα. Κατάγεται από την Σούρπη Μαγνησίας και από 2015 έως 2025 κατοικούσε στο Άργος. Ηλεκτρονικός μηχανικός με εξειδίκευση στις τηλεπικοινωνίες, εκπαιδεύτηκε στην Γερμανία, δίδαξε τηλεπικοινωνίες, εργάστηκε ως διευθυντικό στέλεχος στην Ελλάδα και για 10 περίπου χρόνια σε εταιρείες της Βαλκανικής, κυρίως της Βουλγαρίας. Όλα αυτά τα χρόνια, οι δραστηριότητές του δεν ήταν πάντοτε στο ίδιο αντικείμενο, αλλά ήταν αυτές που χρειάζονταν για να γίνει η εσωτερική του διαδρομή πλουσιότερη. Και πάλι όμως, δεν ήταν τόσο καθοριστική η συναναστροφή με διαφορετικούς ανθρώπους, ιδιαίτερα νέους ανθρώπους διαφορετικών καταβολών και νοοτροπίας, σε διαφορετικές χώρες, όσο ήταν η παράλληλη με τα προηγούμενα, μελέτη της Αρχαίας ελληνικής γραμματείας, Κοσμολογίας, Ερμητισμού και αυτού που αποκαλείται Μεταφυσική. Όλα αυτά «αλέστηκαν» προκειμένου να δημιουργηθούν πονήματα, που αποτυπώνουν την αναζήτηση της αλήθειας. Συνέχεια υπάρχει η αναζήτηση αυτής της αλήθειας, που δεν αποκαλύπτεται εύκολα γιατί εμποδίζεται από τις αισθήσεις και τη λογική. Η αναζήτηση αυτή, εμπεριέχει, επίσης, ψυχαναλυτικές και μυητικές διεργασίες. Από αυτά αναδύθηκε Ο τελευταίος κύκλος του Μιχαήλ, (φιλοσοφικό μυθιστόρημα, εκδ. Πηγή), που κυκλοφόρησε μέσα στο 2022. Δεν είναι το τελευταίο, είναι ήδη σε εξέλιξη πονήματα επηρεασμένα από το «άλεσμα» των ίδιων στοιχείων και της ίδιας εσωτερικής διαδρομής. Όπως είναι το πόνημα Το Σύμπαν μέσα μου. Τελευταία, διαμορφώθηκε η συλλογή με τον τίτλο Παλιές ιστορίες σαν σήμερα, που αποτελείται από μικρές ιστορίες, γραμμένες μέσα στη μεγάλη διαδρομή 1967-2024. Το ένα μέρος της συλλογής αποτελείται από ιστορίες σε ποιητική μορφή και το άλλο μέρος της συλλογής αποτελείται από διηγήματα.



