Έχω διαβάσει διάφορα δικά της μυθιστορήματα –εκ του προχείρου, μπορώ να θυμηθώ το Δέκα χρόνια και μια μέρα όπως και το Για μια καλύτερη ζωή– και πάντα με ταξιδεύει στις ιστορίες της και με κερδίζει. Στο μυθιστόρημά της Αποχρώσεις της αγάπης, που κυκλοφόρησε από την Άνεμος εκδοτική, η Μαίρη Παναγιώτου προσθέτει ακόμα περισσότερα στοιχεία εντυπωσιασμού και γοητείας.
Νομίζω θα πολυλογήσω άσκοπα αν αναφερθώ στην αισθαντική της πένα, την άψογη αφηγηματική της δεινότητα και στην εμβάθυνση των ψυχογραφημάτων των ηρώων της, στοιχεία που ισχύουν για όλα τα βιβλία της, όμως αξίζει να θυμόμαστε πάντα τις καλές γραφές και τους λόγους για τους οποίους κάποιοι δημιουργοί ξεχωρίζουν.
Στην υπόθεση του βιβλίου, θα γνωρίσουμε την Μένη, μια νεαρή κοπέλα που μεγαλώνει στη Σύρο του περασμένου αιώνα και που διαθέτει αυτό που θα λέγαμε μαθηματικό μυαλό αλλά που δεν την αφορά καθόλου ο φυσικομαθηματικός κλάδος τον οποίο σπουδάζει. Αντιθέτως, η έμφυτη κλήση της για τη ζωγραφική κερδίζει σε έδαφος κάθε άλλη ιδιότητα ή προοπτική στη ζωή της και γίνεται τελικά ο βαθύτερος σκοπός της ύπαρξής της. Μετά από αυτή τη διαπίστωση και κάποιες άλλες συγκυρίες της ζωής της, θα καταλήξει στο μεταπολεμικό Παρίσι όπου θα επιδιώξει να καλλιεργήσει το ταλέντο της.
Αρχικά, ας σταθούμε στο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής και να αναλογιστούμε τις δυσκολίες τέτοιων αποφάσεων και τον βαθμό του ρίσκου τους και κατόπιν θα πρέπει να μπούμε στα παπούτσια της καλλιτεχνικής φύσης και να βιώσουμε μαζί της τα πάντα. Ίσως να δείχνει λίγο δύσκολο το εγχείρημα όμως, πιστέψτε με, η κυρία Παναγιώτου έχει βρει τις κατάλληλες λέξεις, έχει συλλάβει όλες τις «αποχρώσεις» –όπως θα έκανε και μία καλή ζωγράφος–, έχει σκιαγραφήσει όλες τις πτυχές και μας έχει παραδώσει μία μυθοπλασία που τα έχει όλα: μια όμορφη ιστορία ζωής, γοητευτικότατη ιστόρηση, τέλειο ψυχοσυναισθηματικό υπόβαθρο και ανάδειξη της καλλιτεχνίας είτε ως τέχνης είτε ως ανθρώπινης φύσης κι ιδιοσυγκρασίας.
Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, με αφηγήτρια της την ίδια την ηρωίδα της, η συγγραφέας πετυχαίνει να μας κάνει συμμέτοχους στα δρώμενα, να μας φέρει πιο κοντά της, να μας μεταφέρει με αμεσότητα τις πληροφορίες, τα συμβάντα και τα συναισθήματα. Η Μένη (της) είναι ένα κορίτσι με ατίθασο πνεύμα, ισχυρή προσωπικότητα, καλλιτέχνης με όλη τη σημασία της λέξης (ταγμένη στην τέχνη, δηλαδή), απελευθερωμένη (από ταμπού, στεγανά, κοινωνικές συμβάσεις κ.ο.κ.) και αποφασισμένη όσο δεν πάει κι έτσι γίνεται μια γυναίκα συγκεντρωμένη στον στόχο και τα όνειρά της και έτοιμη για όλα, δηλαδή για το τίμημα των αποφάσεών της, χωρίς ωστόσο να χάσει την αξιοπρέπειά της αλλά να αντικρύζει στον καθρέφτη της το είδωλό της χωρίς λανθασμένα συναισθήματα.
Όλα αυτά διαφαίνονται από τις πρώτες πρώτες σελίδες όπου διαβάζουμε μεταξύ άλλων: Γιατί πρέπει το θηλυκό να συμπεριφέρεται μ' έναν απαράλλακτο τρόπο, όπως ακριβώς ορίζει το κατεστημένο; [...] Δεν είμαι από τις γυναίκες που υποτάσσονται [...] αλλά ούτε μ' ενδιαφέρει ο φεμινισμός. [...] Είμαι υπέρ της ελευθερίας. Λίγο παρακάτω: Την ίδια στιγμή που έτρωγα τη σφαλιάρα, εκείνη την ίδια ώρα μεταλάμβανα την απεριόριστη γεύση της, την αξία να υπάρχω, να αγωνίζομαι, να δημιουργώ. Και τελικά: Πόσο πολύ αγαπώ τη ζωή! ενώ ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει και μία μικρή φράση που λειτουργεί και ως μότο της αλλά και ως απόσταγμα για τον αναγνώστη ή ως γόνιμη προτροπή. Κι αυτή η φράση είναι όταν λέει: Αφουγκράσου, ανάπνεε, νιώσε, διαλογίσου!
Στην ημερολογιακή αφήγηση που ακολουθεί και ως το τέλος, η συγγραφέας έχει αφουγκραστεί πλήρως τον καλλιτέχνη-δημιουργό, τις ανησυχίες, τους προβληματισμούς του ακόμα και την ψυχολογία του, τις ιδέες, τη στάση, τον τρόπο ζωής του... τα πάντα και τα μεταλαμπαδεύει με πιστότητα και αλήθεια πετυχαίνοντας, τελικά, ένα αρτιότατο πόνημα.
Η Τέχνη είναι η μόνη που με παρηγορεί και θα πέσω πάνω της ζωγραφίζοντας μέχρι να λυτρωθώ.
Σε μία από αυτές τις «λεπτομέρειες», που κάνουν τη διαφορά, η ηρωίδα σημειώνει πάντα τα χρώματα γύρω της, τα παρατηρεί και τα καταγράφει στο μυαλό της (στο περιβάλλον, στους άλλους, πάνω της, στον χώρο της...) όπως οφείλει να κάνει μία ζωγράφος (λανθασμένη η λέξη αφού δεν οφείλει επί της ουσίας αλλά έτσι ενεργεί αυτόματα).
Σε μία άλλη, τέτοια, υπέροχη «λεπτομέρεια», η Μένη συνδέεται με τρεις άντρες, τρεις ισχυρές φυσιογνωμίες με διαφορετικό χαρακτήρα και απόηχο πάνω της και άλλον αντίκτυπο, οι οποίοι όμως έχουν καίρια σημασία στη ζωή της και κάτι μοναδικό να της προσφέρει καθένας τους κι υπερπολίτιμο. Η ηρωίδα γνωρίζει έναν κανονικό μέντορα, έναν τέλειο εραστή και έναν ιδανικό σύντροφο, σε μια τριπλέτα όπου σημειολογικά διαφαίνεται τόσο ο ετερόκλιτος χαρακτήρας του καθενός μας όσο και η ολοκλήρωση μιας προσωπικότητας (της Μένης).
Κι ενώ όλη η ζωή της ηρωίδας καταγράφεται μέσα από τις σκέψεις, τα συναισθήματα και την καλλιτεχνική της πορεία, εμείς αφηνόμαστε σε ένα γοητευτικότατο, καλλιτεχνικό και άκρως ανθρώπινο ανάγνωσμα που είναι ζωντανό, παλλόμενο, ζωτικό, συναισθηματικό, ατμοσφαιρικό και βιωματικό ταξίδι ζωής... ένα τόσο όμορφο λογοτέχνημα με κέντρο δράσης την, ούτως ή άλλως, καλλιτεχνική Πόλη του φωτός και χωρίς να στεκόμαστε στο πολιτικό πεδίο της εποχής ή στο ιστορικό.
Πού αλλού θα μπορούσα να βγάλω βόλτα τη μοναξιά, παρά στο καταφύγιο γενναιόδωρων ουτοπιών;Τι άλλο είμαστε εκτός από μια αφήγηση, μια ιστορία που μας ενώνει;
Στο τέλος τέλος, υπογράμμισα μία φράση που νομίζω ότι θα κρατήσω για πάντα:
Να θυμάσαι πως όταν κληθούμε μπροστά στον Θεό, θα έχουμε να λογοδοτήσουμε για τις χαρές της ζωής που παραλείψαμε να γευτούμε.
Οπωσδήποτε ναι!


