ΝΤΡΑΒΑΛΑ
Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε από αηδία. Ένας χείμαρρος μολυσμένων υδάτων ξεχύθηκε από την τσαλακωμένη μου αύρα και κατευθυνόταν στην σκοτεινή λατσίδα της σαρκαστικής λογοτεχνίας. Η κύρια σκηνή του έργου, στην δεξιά στήλη εκτυλίσσεται σ' ένα εστιατόριο ελληνικό στην κεντρική Γερμανία με το προκλητικά ειρωνικό όνομα Μύθος. Ένα κτήριο του ογδόντα, σαν να ήταν τέσσερα κουτιά το ένα πάνω στ' άλλο, με μια κεραία τηλεπικοινωνίας στην κορυφή του, να προκαλεί ταράκουλο στους εγκεφάλους των κατοίκων του και να εκτυλίσσονται σκηνές φαρσοκωμωδίας εντελώς αληθινές και τρισχαριτωμένα εξευτελιστικές. Πώς καταφέραμε και μαζευτήκαμε εκεί όλες οι καρικατούρες της ζωής, μόνο αυτή η επιβλητική κεραία μπορεί να το εξηγήσει. Ήταν ο πόλος έλξης των γελοίων. Εξέπεμπε ραδιοκύματα στην συχνότητα της πλάκας ώστε με τρόπο ανεπαίσθητο να μας βαρά στο κεφάλι και να μας κάνει να σερνόμαστε μέχρι τη βάση της σκάζοντας στα χαχανητά από την αυτογελοιοποίηση. Οι ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας ήταν μια γερμανική τετραμελή οικογένεια που χλαπάκιαζαν, ρούφαγαν, μεθοκοπούσαν, καυγάδιζαν, φούμαραν και ροχάλιζαν. Πραγματικά δεν μπορεί να περιγραφτεί καλύτερα ο τρόπος ζωής αυτής της φαμίλιας. Δύο χοντροί γονείς, ένας πατέρας ψηλός με φαλάκρα, προγούλια, κοιλαράς και χοντρά πόδια, ένας μονοκόμματος τύπος, μια μητέρα μετρίου αναστήματος με βυζάρες, κωλάρες και περμανάντ μαλλιά στο κοκκινοξανθό, τζιν εφαρμοστά και οι δύο ώστε να τονίζονται τα κάλλη τους και τα πάθη τους, στην γωνία πρώτα η κοιλιά μετά το στήθος, τρίτο το κεφάλι και τέταρτος ο κώλος, ακόμα και οι μπλούζες κολλητές και πολύχρωμες σαν να ήταν χαβανέζικα τραπεζομάντηλα του ογδόντα, σαν έμπλαστρο αφίσα πάνω στο δέρμα. Τα παιδιά λες και είχαν βγει το ίδιο, παρεμπιπτόντως, οι άντρες φαλακροί, με τρίχωμα στα φρύδια σαν σκαντζοχοιράκια, ακόμη και ο γκόμενος της κοπέλας στην ίδια κοψιά, πιο ψηλός και χοντρός από τους άλλους δύο, ενώ αυτή η ίδια με ξανθά κοτσιδάκια σαν μια Πίπη φακιδομύτη, μάγουλα μπριτζολίτσες, μύτη γουρουνίσια και μάτια κουμπότρυπες μπλε ξεβαμμένο. Πριν συνεχίσω την παρουσίαση του casting θα ήθελα να επισημάνω πως ενώ στις Δάφνες του Δαφνιού[1] η ατμόσφαιρα είναι μια αντιγραφή ελληνικής ταινίας του εξήντα με μπόλικη σάλτσα ξανθοπουλιάδας και λίγη γαρνιτούρα από Φωτόπουλο, Ορέστη Μακρή, Γκιωνάκη και Αυλωνίτη κι extra large Μάρθα Βούρτζη, σε αυτό εδώ το ευτράπελο επικρατεί το πανηγυρτζίδικο, τσαπατσούλικο, προχειροφτιαγμένο στιλ βιντεοκασέτας του ογδόντα, με Στάθη Ψάλτη, Φράνκο Αλφόνσο, Γιάννη Βούρο, Μάρκο Λεζέ και τον Ταμτάκο μαζί με Πέγκυ Σταθακοπούλου, Μαρία Αλιφέρη, Καίτη Φίνου. Μιλάμε για φτηνές απομιμήσεις τους στο πολύ χυδαιοξεφτίλα. Ο εστιάτορας ήταν ένας τύπος κοντόχοντρος, με ποδαράκια τσίχλας, σκέτα καλαμοκάνια, με μια διαφαινόμενη φαλακρίτσα, γύρω στα είκοσι και κάτι, με γυαλιά Ray Ban, όχημα BMW, πάθος για τον τζόγο, κόλλημα πως θα γίνει μεγάλος επιχειρηματίας, με κάποια περιουσία που ξεκοκάλιζε, λόγω της αδυναμίας των συγγενών στο πρόσωπό του και βάλθηκε ν' αποδείξει πως ήταν ικανός ν' ανοίξει, λειτουργήσει, διευθύνει εστιατόριο επειδή είναι τσαχπινομπιρμπιλιάρης λεφτάς. Παρεμπιπτόντως, είχε φοιτήσει δύο έτη σε σχολή παιδαγωγικής την οποία είχε εγκαταλείψει για μεγάλα σχέδια business. Η κοπέλα του ήταν πράγματι ένα σπίρτο στρουμπουλό, με πολύ νεύρο και φιλότιμο παρά το μικρό της ηλικίας της, ήταν αυτή που έκανε κουμάντο έστω κι αν ο τζουτζούκος της δεν το παραδεχότανε, μιας και ως άντρας μερακλής έτρεχε και στις πουτάνες και λοξοκοίταζε πουλώντας μουρολεφτά σε κάποιες πιτσιρίκες. Ο αδελφός της κοπέλας ήταν ένας υδραυλικός με έφεση στις ουσίες, διαρκώς υπνωτισμένος, λαγνομπάμιας, τσαλαπατημένος από έναν πατέρα μεγαλοπιασμένο στη φυλακή, ο οποίος κάποτε είχε τρελά φράγκα από κομπίνες πονηρές και εν μία νυκτί τα έχασε όλα.
Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι είμαι εγώ και η καλή μου.
Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, την πολύ πρώτη, αρχική έναρξη. Χειμώνας του 2008, Νοέμβρης μήνας, η χρονιά στο εστιατόριο κύλησε σχετικά καλά αλλά όχι όπως τις προηγούμενες χρονιές. Η κρίση στην Αμερική, Lehmansbrother υπό κατάρρευση, με σχέσεις ερωτικές και περίεργες, κάποια ποιήματα από το Στίγμα στο χάος και το Ευδόκιμο μέλι[2] να έχουν λάβει μια πρώτη μορφή, με μια διαδικτυακή σύγκρουση ανάμεσα σε μένα και το Λέξημα να έχει ως αποτέλεσμα την αποπομπή μου αλλά την αυθαίρετη απόφαση των διαχειριστών να κρατήσουν τις δημοσιεύσεις μου παρά την αντίθετη επιθυμία μου, σ' ένα σύννεφο μελαγχολίας, μια ποιητική έκλαμψη να με κρατά ζωντανό και φυτεμένο στα βιβλία με τη μοναξιά μου για μια ασπίδα αυτοέκφρασης. Έτσι απέκτησα νέα λογοτεχνική στέγη στους στίχους και άρχισα να δημοσιεύω και να επικοινωνώ με τους άλλους επίδοξους ποιητές και στιχουργούς. Πράγματι, το ιντερνετικό φλερτ ξεκίνησε πολύ ποιητικά μεταξύ μας. Δεν φανταζόμουνα τέτοια ιλαροφάρσα τότε. Βέβαια ενδείξεις υπήρχαν από την αρχή, αλλά η κορύφωση της κατρακύλας θέλει κόλπο δηλαδή αυτοϋπονόμευση και της διελκυστίνδας η ισορροπία να ανατρέπεται. Δεν είναι η ανάγκη που σπρώχνει τους ανθρώπους σε υποχωρήσεις και ανεκτικότητα σε επίπεδο αυτοεξεφτελισμού, αλλά ο τρόπος αντιμετώπισης των δύσκολων καταστάσεων. Διαβάζαμε τα ποιήματα ο ένας του άλλου, τα σχολιάζαμε, και μου έστειλε το υπονοούμενο «στείλε μου προσωπικό message». Το διαισθάνθηκα πως ψαχνόταν και πως μου έκαναν κούκου αυτά που έγραφε. Είχαν ενδιαφέρον, μια λιτή γραφή, ουσιαστική, παιχνιδιάρικη και κάπως αεροβατούσα. Διέθετε τη λυρικότητα της ψαγμένης βεντάλιας. Ένα βάθος μυστήριο στις απλές λογικές εκφράσεις των λογοπαιγνίων της. Όταν έστειλα το μήνυμα πως θα ήθελα να γνωριστούμε, μου έστειλε αμέσως το τηλέφωνό της. Παρένθεση, τι είναι η γλώσσα τελικά, ήθελε και ο Wittgenstein να την εξορθολογήσει και απολυμάνει από τα μικρόβια της φαντασίας και της καθημερινή εκφορά των λέξεων. Το βούρλο, κι αυτός. Ευτυχώς που στο τέλος συνέλαβε το αυτονόητο. Λοιπόν, το νούμερο του τηλεφώνου της ήταν στην οθόνη μπροστά και χόρευαν τα νούμερα ήδη πάνω στο σώμα μου. Μπαλέτο, έκαναν πιρουέτες και κατακόρυφους και τα σπαγκάτα σαν σπαγγέτι γυναικείου δέρματος αλειμμένο με το μέλι από τα αιδοία των μελισσών. Είχε πολύ μεγάλη ανάγκη την ερωτική πράξη. Ακόμη δεν είχε γίνει ωμή και χυδαία. Παρέμενε μια μελαγχολική και αιθέρια ερωτική ύπαρξη για το πρώτο διάστημα, έτσι υποκρινόταν ή της έβγαινε, σαν να είχε ένα φορτίο ανικανοποίητης και εγκλωβισμένης σεξουαλικότητας που άρχισε να ξεδιπλώνεται ποιητικά σε μένα. Συμπεριφερόμασταν σαν αριστοκρατικά σκυλιά και είχαμε ρίξει το γλείψιμο της σοκολάτας. Τα χείλη της είχαν το παιχνιδιάρικο στιλάκι του λουλουδιού αντίρρινου που το λένε και σκυλάκι, μύριζε το δέρμα της γιασεμί και τα κωλομέρια της ήταν μισοφέγγαρα χλομά σαν γιαπωνέζικη ζωγραφιά. Μια μεταξοτυπία το στήθος της και η κοιλιά της και το βλέμμα της μια συγκρατημένη λαιμαργία να πιει το όνειρο του πέους μου. Τι ωραία θα ήταν αν κλείναμε την κίνηση στην επανάληψη της ερωτικής πράξης στο πρώτο διάστημα της συνάντησης! Μόνο που ποτέ δεν είναι έτσι, χρειάζεται ο χωρισμός και η απαξίωση για τη διαπίστωση της χειρουργικής παρέμβασης ακριβείας στο φευγαλέο του ασυνείδητου, έτσι ο έρωτας μπορεί να καθορίζει το άγνωστο στο εσωσύμπαν των ανθρώπινων ενεργοπεδίων. Βυθιζόταν βαθιά η αύρα παντού και μέσα στο σώμα μου, μου ρούφαγε το μεδούλι και άφηνε γαρδένιες στα ενδόμυχα του εγκεφάλου μου, τα βογγητά της χρυσάνθεμα στις κρήνες του ανοσοποιητικού συστήματος, απλωνόταν στο δέρμα μου σαν φιδοβοκαμβίλια και στην τραμπάλα του οργάνου μου εκσφενδόνιζε από το αιδοίο της λικέρ βατόμουρο. Πολύ καυλιάρικο πλάσμα, αν δεν ήταν η οικονομική κρίση, αν μας έδιναν λεφτά από το πουθενά, θα μπορούσαμε να πηδιόμαστε αισθαντικά κι ανελέητα, να συνομιλούσαμε παραμιλώντας, να γλειφόμαστε συνθέτοντας μελωδίες, σαν τα μωράκια που ανακάλυψαν πως ο κόσμος τους είναι ένα αόρατο χνουδωτό όνειρο και όλο γελάνε. Το κυριότερο, θα διαβάζαμε γυμνοί με το ένα χέρι στο βιβλίο ή κρεμασμένο από το ταβάνι και την αφή διαρκώς στις ερωτογενείς περιοχές. Μαλαρμέ με ένα θεσπέσιο τσιμπούκι ή Πολυδούρη με γλειφομούνι σαν να τρέχει η γλώσσα στις μελένιες πηγές διαρκώς διψασμένη και ακόρεστη. Ακάματοι οι παγιδευμένοι στην ερωτική πράξη. Ευτυχώς κάποτε η παραίσθηση τελειώνει έστω και με οδυνηρό τρόπο.
Πάντως ήταν πολύ ιδιάζουσα περίπτωση, αντικειμενικά δεν ήταν όμορφη, υποκειμενικά είχε τύπο, κάτι το αλλόκοτο, που όταν εκδηλωνόταν ερωτικά είχε πολλή χάρη, αλλά αν της την βάραγε η ανασφάλεια και το καταθλιπτικό, Θεός φυλάξει, δεν έβγαζα άκρη. Όλα είχαν να κάνουν με τ' απωθημένα. Ήταν από εκείνες που μπορούσε να μεγαλουργήσει εγκεφαλικά, αν δεν την έπιαναν οι ηττοπάθειες και οι μεμψιμοιρίες. Φαίνεται από τα ποιήματά της, δυστυχώς κάποια στιγμή της την βάρεσε και τα παράτησε. Επιπλέον, και το κυριότερο, ανήκε στην κατηγορία που για να ξεμπερδεύει από την πατρική ηγεμονία έπρεπε να παντρευτεί. Δυο φορές το έκανε, την μία με χίπικο, τσιγγάνικο τρόπο, αλλά όχι για πολύ, γύρισε με την ουρά στα σκέλια και ζητούσε υποστήριξη, στο τέλος το παιδί μεγάλωσε από τους παππούδες. Αθάνατη ελληνική πατέντα, μην υπερβάλλουμε, αλλά εκεί που δεν υπάρχει κοινωνικό κράτος, έστω αυτό της δυτικής Ευρώπης, υπάρχει οικογενειακή αλληλεγγύη ή εξάρτηση, ανάλογα τα κότσια του καθενός. Στην δεύτερη πάντως ούτε φίδι στον κόρφο της. Την συνάντησα λίγο μετά που χώρισε δια της νομικής οδού, διαζύγιο με δικαστικό τερτίπι για τη μοιρασιά της περιουσίας. Κυριολεκτικά πήγα και την ξεσήκωσα από τα σβησμένα καρβουνάκια της, με τα δάκρυα της κατάθλιψης. Σαν να με μαγεύουν γυναίκες με ψυχολόξες και ψυχοκαρφώματα. Άλλωστε η οικογένειά μου και από τις δύο μπάντες άλλο τίποτα από ψυχοπάθεια γυναικεία. Όχι πως οι άντρες πήγαιναν πίσω, αλλά όπως και να το κάνουμε με την αναγνωρισμένη και καταξιωμένη φαλλοκρατία της εποχής τους την έβγαζαν λάδι. Άντρας είναι, σου έλεγαν, ό,τι θέλει κάνει, με γούστο του και καπέλο του κτλ. κτλ. κτλ. Οι γονείς μου να κουβαλάνε την λιγότερη ψυχοστραβίαση. Ανάμεσα στους τυφλούς επικρατεί ο μονόφθαλμος. Με περίμενε στα ΚΤΕΛ, είχε ένα βλέμμα στο απλανές και σκυθρωπό και πρόσωπο ζαρωμένο. Με το που με είδε και της είπα πως ήρθα να την πάρω και να φύγουμε μεταμορφώθηκε σε φράουλα. Ζούσε μες στη χλιδάτη γκρίζα φυλακή.
Ξεκινάω με το κλασικό πως οι σχέσεις δοκιμάζονται στα δύσκολα και ήδη από την αρχή εκείνη εκδήλωνε χειριστικές συμπεριφορές από το πουθενά, σαν αντανακλαστικά, δίχως αφορμή, μια παραισθησιακή προβολή ενός τοξικού παρελθόντος, κακομεταχείρισης, φαλλοκρατικής συμπεριφοράς των προηγούμενων συζύγων της. Ένα βράδυ λιποθύμησε, σωριάστηκε κυριολεκτικά στα πόδια μου για κάτι εντελώς μηδαμινό, σχετικά με μια υποθετική κατάσταση, μια συζήτηση για ένα ενδεχόμενο και αφού την πήρα στην αγκαλιά μου τα ξέχασε όλα και φιλιόμασταν.. άλλη στιγμή μου πέταξε στο άσχετο πως μία κοπέλα που δεν την παντρεύτηκε τελικά ο σύντροφός της πήδηξε από το μπαλκόνι κι αυτοκτόνησε, γιατί ήδη της είχε αρνηθεί μια προηγούμενη φορά και τώρα ήταν υποχρεωμένος να την ντύσει νύφη και να την συνοδέψει στον τάφο, κι έκλεγε. Ένα μεσημέρι που ήταν να πάω στο μαγαζί και της πρότεινα να έρθει μαζί μου για να μην μείνει μόνη της στην ερημιά, μου έβαλε τις φωνές, πως την άγχωνα, κι όταν αργότερα ήρθε με τα πόδια, μου είπε πως ένιωσε λιποθυμία στον δρόμο και την μετέφερε ένας άγνωστος με το αυτοκίνητό του στην πόλη. Είχε γίνει άσπρη σαν το λευκό σεντόνι των δωματίων δεύτερης θέσης του βαποριού. Γινόταν γλυκιά, θερμή, υποστηρικτική, φροντίζαμε ο ένας τον άλλο και στο ξαφνικό με ρώταγε, θα με άφηνες να πήγαινα με άλλους άντρες και της απάντησα ναι, και δεν είπε τίποτα. Μέσα από τις ερωτικές περιπτύξεις μας απελευθερωνόταν, ερχόταν πιο συχνά σε οργασμό, χαλάρωνε, αφηνόταν στα παιχνίδια, από ένα σημείο και μετά ήθελε και πιο πολύ, περισσότερο, μου έβαζε βαθμολογίες σεξουαλικής απόδοσης, αρχίζαμε να παίζουμε με φρούτα, σοκολάτες, γλυκά και κάμερες. Άρχισε να δείχνει αυξημένο ενδιαφέρον για τα βίντεό μας, το σταμάτησα, ανησύχησα. Εκδήλωνε ζήλιες δίχως να υπάρχει κάποια υπόνοια. Μετά έπαιρνε απόσταση, δεν ήθελε ερωτική επαφή για μήνες, μου ζητούσε να φύγω, να πάρω τα πράγματά μου, όλα αυτά στα καλά καθούμενα και μια μέρα πριν την αναχώρησή μου να μου δίνεται σαν παλαβή. Βρισκόμαστε πια στη φάση της οικονομικής κρίσης, το μαγαζί δεν πάει καλά, είμαι αρκετά αγχωμένος, εκτιμώ πως λόγω της απότομης δυσχέρανσης δεν έχει νόημα να συνεχίσω την επιχείρηση. Εκεί πια φάνηκε πως κοίταζε την πάρτη της, ενδιαφερόταν για τον εαυτούλη της, μου πέταξε δεν σε εμπιστεύομαι γι' αυτό και δεν έρχομαι μαζί σου στο εξωτερικό, λες και δεν μπορούσε μόνη της να τα βγάλει πέρα, σαν να ήμουν υποχρεωμένος να την συντηρώ, ενώ είχε προσόντα να εργαστεί. Μετά ερχόταν και με επισκεπτόταν στην Κολονία εκδηλώνοντας συμπεριφορές αντιφατικές, την μια γλύκες την επόμενη στιγμή θέλω να χωρίσουμε. Υπήρχαν πολλά θολά στα φερσίματά της. Μια ανασφάλεια και εξάρτηση από τη σχέση μας και μια τάση απομάκρυνσης. Ταυτόχρονα, της ερχόντουσαν κολλήματα με την σεξουαλικότητα, τα εξέφραζε φωναχτά, τόνιζε τη λίμπιντο. Διαισθανόμουνα πως ήθελε να ζήσει μια φάση σεξουαλικής απελευθέρωσης. Είχε καταπιεσθεί μέσα στο συντηρητικό πλαίσιο των γάμων, δεν την χώραγε μήτε το πλαίσιο της ερωτικής μας σχέσης, αναζητούσε την χαμένη εφηβεία που δεν βίωσε λόγω του συντηρητικού υποσυνείδητου. Είχα περάσει από αυτήν τη φάση και την καταλάβαινα, μα δεν τόλμαγε να κάνει το άλμα. Σε μια ακόμη συνάντηση πριν τα Χριστούγεννα, μια από τα ίδια γλύκες και ξινίλες, κατά την αναχώρησής της μου εκμυστηρεύεται, για άλλη μια φορά, να χωρίσουμε. Δεν άντεξα άλλο και με το που γνώρισα μια άλλη κοπέλα αμέσως σύναψα ερωτική σχέση. Τι ήθελα και το έκανα; Με απειλούσε τηλεφωνικά πως θ' αυτοκτονήσει, μου τόνιζε ότι πρόδωσα την σχέση μας και ότι της φέρθηκα ύπουλα. Κάθε μέρα να της τηλεφωνώ για να της συμπαραστέκομαι κι αυτή να με βρίζει όλο και περισσότερο, αλλά να απαντάει στα τηλεφωνήματά μου. Ευτυχώς λίγο αργότερα ηρέμησε, ούτως ή άλλως δεν είχε οικονομικές δυσχέρειες, δεν είχε σοβαρά προβλήματα επιβίωσης, οι καβάντζες της ήταν υπερπλήρεις και ό,τι έκανε οφειλόταν στη βαρεμάρα της. Δεν είχε το πλάνο, δεν το ήθελε, είχε μόνο στο μυαλό της την περιπέτεια ως απροσδιόριστο όρο, δίχως συγκεκριμένο περιεχόμενο, και κυρίως με την σεξουαλικότητα συνυφασμένη. Εγώ να τραβάω κουπί με τα χρέη, να αγωνίζομαι να επιβιώσω στην ελληνική γαστρονομία της Γερμανίας με μισθούς ξεφτίλας και ωράρια ξεζουμίσματος και το άγχος στα ύψη. Αυτή αντίθετα συνήλθε και με τον χωρισμό της ξεκίνησε και το γαϊτανάκι των αρπακτών πηδημάτων. Με είχε τρελάνει στις αναφορές και στα διλλήματα. Αυτή πηδιόταν και μου τα περιέγραφε χαρτί και καλαμάρι κι εγώ είχα χωρίσει γιατί δεν έβρισκα κάποιο νόημα στην επόμενη σχέση μου. Γενικά από ένα σημείο και μετά δεν ένιωθα πως μπορεί να με καταλάβει κάποια γυναίκα που γνώριζα, με έλκυε αλλά ταυτόχρονα μέσα μου συντελείτο μια πολύ βαθιά μεταμόρφωση ώστε απλά στο τέλος αφοσιώθηκα με την δική μου αναγέννηση. Έπρεπε όμως πρώτα να φτάσω μέχρι τέλος μ' αυτήν τη γυναίκα και να εξαντλήσω τα όρια της υπομονής μου, να βυθιστώ στη μοναξιά με την κατάθλιψή μου, να μείνω μόνος, ολομόναχος, μακριά από την ψευδαίσθηση μιας σχέσης. Όχι, δεν είχε τα κότσια για να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Μήτε και αντιλαμβανόταν την έννοια σεβασμός, κατανόηση, συμφιλίωση. Στο σαλεμένο της μυαλό κολυμπούσαν πέη με την μορφή του Ντόναλντ Ντακ, του Μπαγκς Μπάνι, του Μίκυ Μάους, του Γκούφι, Ποπάι, Βρούτου. Στο τηλέφωνο μιλούσαμε πάντα για αυτά, σχεδόν για ενάμισο χρόνο.. μ' έβαλε να γράψω γράμμα που το έστειλα σ' έναν γκόμενο για να τον πείσω για τα κάλλη της και τον χαρακτήρα της ώστε να συνάψει μαζί της σταθερή σχέση. Με ρώταγε πώς και γιατί να το κάνει, την ενθάρρυνα να κάνει κάτι, να βρεθεί με κάποιον, έριχνε κάποια πηδήματα κι έτρωγε τα μούτρα της. Μέχρι που ένα βράδυ έλαβα τηλεφώνημά της και μου δήλωσε μες στα κλάματα πως την παράτησε ένας ακόμα, πως κουβαλάει το άρωμά του και πως δεν αντέχει στο δωμάτιό της να μένει. Φοβήθηκα μην κάνει καμία απόπειρα. Ήδη στην εφηβεία της είχε μία στο ενεργητικό της και την έσωσε ένας δικός της. Την κάλεσα να έρθει στην πόλη που εργαζόμουν και δέχθηκε την πρόσκληση. Τραγέλαφος, ιλαρορομάντζο, σαχλοοπερέτα, γελοιοφάρσα. Όλα μαζί και ο Μπουκόφσκι να σκάει στα γέλια κατεβάζοντας γερμανικές μπίρες.
Copyright © Γιάννης Σμίχελης All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η συλλογή Δεύτερη φωνή II που περιέχει τα βιβλία Δηλήδονες του Γιάννη Σμίχελη και Λαγνογκριζοβυθίσεις της Νεφέλης Σμίχελη, που δημοσιεύθηκαν τμηματικά από τις 4 Μαρτίου 2026, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις koukidaki. ISBN: 978-618-88274-0-0
Ξεκινήστε από την αρχή. Συνεχίστε στο επόμενο στις 28 Ιουλίου!
[1] Το θεατρικό έργο του Γιάννη Σμίχελη Δάφνες του Δαφνιού έχει δημοσιευθεί στο koukidaki σε δεκαοκτώ μέρη. Διαβάστε το εδώ.
[2] Η ποιητική συλλογή Στίγμα στο χάος κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φίλντισι. Διαβάστε τη συνέντευξη του Γιάννη Σμίχελη για το βιβλίο κι, εν συνεχεία, μπορείτε να διαβάσετε και τη συνέντευξη της Νεφέλης Σμίχελη για το Ευδόκιμο μέλι, που επίσης κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φίλντισι.



