Υπάρχουν συνεργασίες που γεννούν μερικές ταινίες και υπάρχουν συνεργασίες που, καθώς περνούν τα χρόνια, μετατρέπονται σε κοινή ζωή, κοινές αναμνήσεις και κοινό τρόπο να βλέπεις τον κόσμο. Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αθανίτης και ο μουσικός Γιώργος Μπιλικάς γνωρίστηκαν το καλοκαίρι του 1989, χωρίς να μπορούν να φανταστούν ότι εκείνη η πρώτη γνωριμία θα εξελισσόταν σε μια δημιουργική σχέση σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών. Από τη μικρού μήκους Φιλοσοφία και το Αντίο Βερολίνο μέχρι την καινούργια ταινία Εμείς οι ζωντανοί αλλά και την επόμενη κινηματογραφική τους συνάντηση, θυμούνται γυρίσματα, μουσικές, πρόσωπα, απίθανες συμπτώσεις, αστείες και επικίνδυνες στιγμές, αλλά και όσα τους κράτησαν μαζί όλα αυτά τα χρόνια. Μία συνομιλία για το σινεμά, τη μουσική, τη δημιουργία, τη φιλία και εκείνες τις ανεξήγητες συμπτώσεις που, καμιά φορά, μοιάζουν να γράφουν το καλύτερο σενάριο.
Δημήτρης Αθανίτης: Γιώργο, δεν θυμάμαι πώς ακριβώς γνωριστήκαμε αλλά σίγουρα σε είδα αμέσως σαν ένα από τα πρόσωπα για τις ταινίες που θα έκανα.
Γιώργος Μπιλικάς: Δημήτρη, γνωριστήκαμε το καλοκαίρι του 1989, μέσω ενός κοινού μας φίλου και μου έχει μείνει αξέχαστη η ατάκα που μου είπες στην πρώτη μας συνάντηση: «Εσένα θα σε χρειαστώ».
Δ.Α.: Έβλεπα μακριά. (γέλια) Και πράγματι στη «Φιλοσοφία», την πρώτη μικρού μήκους, σε σκέφτηκα αμέσως για τον ρόλο του περιπλανώμενου, που μεταφέρει το μήνυμα της ταινίας. Μπορούσες να φανταστείς τότε ότι ο πρόεδρος μιας μεγάλης χώρας θα μετέφερε το ίδιο μήνυμα από το βήμα του ΟΗΕ, τριανταπέντε χρόνια αργότερα;
Γ.Μ.: Όχι βέβαια. Ούτε στην πιο τρελή μου φαντασίωση.
Δ.Α.: Δύσκολα διάβαζε κανείς τότε αυτό που μετέφερε η ταινία, κάτω από μια ιστορία παραλόγου. Για χρόνια μετά, έβλεπα όποτε περνούσα, το «φιλοσοφία» που είχες γράψει με σπρέι στον τοίχο ενός υπαίθριου πάρκινγκ, κάπου στου Ψυρρή.
Γ.Μ.: Το έγραψα με τη μία και δεν χρειάστηκε να γυρίσουμε το πλάνο ξανά, αλλά έχω κάποια παράπονα από τον εαυτό μου, γιατί βαδίζοντας προς τον τοίχο με χορευτικά βήματα, δεν είχα ακριβώς την κίνηση και τον ρυθμό που είχα ήδη σκεφτεί.
Δ.Α.: Ήσουν τέλειος, ειδικά αν σκεφτείς ότι γυρίζαμε πολύ γρήγορα και φυσικά με φιλμ.
Γ.Μ.: Έχεις δουλέψει με πολλούς ηθοποιούς. Πόσο διαφορετικό είναι να σκηνοθετείς ερασιτέχνες;
Δ.Α.: Έχω βάλει στις ταινίες αρκετούς ερασιτέχνες, όπως παιδιά αλλά και μεγάλους. Τους σκηνοθετώ όπως και τους ηθοποιούς, δημιουργώντας γύρω τους την ατμόσφαιρα της ταινίας και καθοδηγώντας τους, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουν. Και τελικά είναι στο επίπεδο των επαγγελματιών ηθοποιών ακόμη κι όταν είναι σε απαιτητικούς ρόλους.
Γ.Μ.: Και αμέσως μετά τη «Φιλοσοφία», με σκέφτηκες για πρωταγωνιστή στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία σου, το «Αντίο Βερολίνο».
Δ.Α.: Ο ρόλος ήταν πολύ διαφορετικός αλλά η φιγούρα σου ήταν κοντά σε αυτό που είχα στο μυαλό μου, κάτι που δεν έβλεπα σε κανένα γνωστό ηθοποιό της εποχής.
Γ.Μ.: Θυμάμαι ακόμη να έρχεσαι στο σπίτι μου και να δοκιμάζουμε διάφορα, ενώ εσύ τραβούσες με μια βιντεοκάμερα. Παρόλο που ήδη είχαμε κάνει τη «Φιλοσοφία», το ότι με είχες σκεφτεί για πρωταγωνιστή ήταν για μένα κάτι «πολύ μεγάλο», πολύ ξαφνικό, έως και απίστευτο και γι' αυτό κάπου κάπου γελούσα από αμηχανία.
Δ.Α.: Τελικά δεν έπαιξες τον Άλεξ, τον σκηνοθέτη ήρωα της ταινίας αλλά τον σωσία του, που είναι όμως το μοιραίο πρόσωπο. Θυμάμαι πάντα την σκηνή στο ξενοδοχείο Πρέζιντεντ. Μπροστά στο καθρέφτη, άκρως συμβολικά και χωρίς ο θεατής να καταλαβαίνει ακόμη ποιος είσαι, «νίπτεις τας χείρας σου» και παίρνεις την απόφαση να φύγεις με τα λεφτά.
Γ.Μ.: Την γυρίσαμε κι αυτή την σκηνή με τη μία. Αλλά εκείνη την ημέρα ερχόμουν στο γύρισμα, έχοντας ήδη μια εμπειρία από απίστευτες συμπτώσεις: Μπήκα σε ένα ταξί και σε λίγο ο οδηγός μου είπε πως γύρισε μόλις πριν μια βδομάδα από το Βερολίνο όπου ζούσε είκοσι χρόνια. Σταμάτησε πιο κάτω και αφού με ρώτησε, πήρε ένα ζευγάρι με βαλίτσες. Πού πήγαιναν λες; Στο αεροδρόμιο να πάρουν το αεροπλάνο. Για πού; Για το Βερολίνο. Όταν φτάσαμε στο President, την ώρα που πλήρωνα τον ταξιτζή, με το ένα πόδι στην άσφαλτο τους είπα: «Κι εδώ στο ξενοδοχείο που με αφήνετε, παίζω σε μια ταινία με τίτλο «Αντίο Βερολίνο». Δεν έμεινα να δω αντιδράσεις αλλά μπορεί και να μην το πίστεψαν. (γέλια)
Δ.Α.: Ήταν πολλές οι απίστευτες συμπτώσεις που ζήσαμε με την ταινία. Είχα δώσει παίζοντας, το όνομα μιας Γερμανίδας ηθοποιού σε έναν ρόλο κι όταν πήγαμε δυο μήνες αργότερα στη Θεσσαλονίκη, η πραγματική ηθοποιός ήταν εκεί.
Γ.Μ.: Αυτά δεν γίνονται ούτε στο σινεμά! (γέλια) Πράγματι όμως, οι συμπτώσεις που ζήσαμε στο «Αντίο Βερολίνο» ήταν απίστευτες. Πιστεύεις στις συμπτώσεις ή θεωρείς ότι το σινεμά τις... προκαλεί;
Δ.Α.: Έχω καταλάβει ότι όταν κάνεις ταινίες ισχυρά βιωματικές –και ισχύει για όλες μου– τότε ξεπερνούν το προσωπικό αντικειμενικά και εμφανίζονται σαν συμπτώσεις. Το ερείπιο θερινό στην ταινία, που υποτίθεται ανήκε στον πατέρα του ήρωα, είναι το σινεμά στο οποίο στα δεκαεφτά μου, αποφάσισα τι θα κάνω στη ζωή μου. Πριν δύο τρία χρόνια ανακάλυψα ότι το είχε κάνει ο πατέρας του Φίνου. Ο Φίνος σε αυτό σινεμά έμαθε να κάνει ταινίες...
Γ.Μ.: Αξέχαστη ταινία το «Αντίο Βερολίνο». Λατρεμένη, μπορώ να πω. Ευθύνεται και για τα καπέλα που φοράω. Όπως λέω χαριτολογώντας: «φόρεσα ένα μπορσαλίνο για να κάνω τον γκάνγκστερ και ξέχασα να το βγάλω».
Δ.Α.: Στο «Αντίο Βερολίνο» είχαμε και την πρώτη μουσική συνεργασία. Βέβαια, μόλις ένα μήνα πριν τα γυρίσματα για το «Αντίο Βερολίνο», είχα την ιδέα για μια βωβή μικρή ταινία σε κλίμα παραλόγου, που κι αυτή είναι απίστευτα επίκαιρη. Εδώ θα έγραφες τη μουσική, που όπως στα χρόνια του βωβού, κάλυπτε όλη τη διάρκεια της ταινίας.
Γ.Μ.: Ναι, είχες έρθει στο στούντιο που είχα στο σπίτι μου και σου έπαιξα κάτι στο συνθεσάιζερ και είπες: «Αυτό είναι!». Θυμάμαι αργότερα την κριτική στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Δράμας, που ήταν θετική και κατάλαβα ότι λειτουργούσε. Όσο για το «Αντίο Βερολίνο», βάλαμε ένα ταγκό που το είχα γράψει ως «κομμάτι δρόμου».
Δ.Α.: Μουσική θα έγραφες και για την επόμενη ταινία μου, που ακολούθησε πολύ γρήγορα, το «Καμιά συμπάθεια για τον Διάβολο». Έγραψες ένα υπέροχο θέμα απόλυτα ταιριαστό με το ερωτικό και σκοτεινό κλίμα της ταινίας αλλά και κάποια άλλα, ενώ θα έκανες πάλι και μια μικρή εμφάνιση σαν συλλέκτης, κάτι σαν μια αναφορά στον ρόλο σου στη «Φιλοσοφία». Αλήθεια, πως ήταν η αίσθηση να γράφεις μουσική για ταινία; Και μάλιστα χωρίς να έχεις δει πριν σκηνές. Όλα γίνονταν με απίστευτη ταχύτητα.
Γ.Μ.: Η αλήθεια είναι πως ένιωθα έναν δισταγμό, γιατί μπορεί από μόνος μου να έγραφα ένα σωρό μοτίβα αλλά αυτό είναι άλλο. Μπορεί να «κόλλησε» το ταγκό στο «Αντίο Βερολίνο», αλλά κι αυτό είναι άλλο, γιατί το θέμα το είχα γράψει από πριν και απλά «κόλλησε», όπως «κόλλησε» και το άλλο μοτίβο που βάλαμε σε μια σκηνή στο «Διάβολο» στο υπόγειο με τον νάνο. Κι αυτό το είχα γράψει από πριν. Τώρα, όμως, μου ζήταγες να γράψω κάτι συγκεκριμένο και αυτό για μένα ήταν πρόκληση. Απίστευτη πρόκληση αλλά και εύλογα τα ερωτήματα. Θα τα καταφέρω; Δεν θα τα καταφέρω; Θυμάμαι τα κιθαρίσματα, τους ήχους από το συνθεσάιζερ, τους ερχομούς σου στο στούντιο, και το «κόψε ράψε» μέχρι να φτάσουμε στο ποθητό αποτέλεσμα. Είχαμε όντως, ένα πολύ καλό «πάρε δώσε» και το αποτέλεσμα μας δικαίωσε. Πολύ αγαπημένη ταινία και αυτή.
Δ.Α.: Δεν θυμάμαι αν έβλεπες πριν τις σκηνές που θα έντυνε η μουσική. Όλα γίνονταν με απίστευτη ταχύτητα. Και επίσης ήμαστε ακόμη σε φιλμ. Αν και ο «Διάβολος» είναι η πρώτη ελληνική ταινία που το μοντάζ έγινε ηλεκτρονικά.
Γ.Μ.: Τις έβλεπα ναι! Θα σου πω όμως, μια τρελή περιπέτεια. Μετά από ένα γύρισμα με τον Κώστα Καζανά και τον Βασίλη Γιαβρή, έξω από το αεροδρόμιο της Ελευσίνας, οι κάτοικοι μας πέρασαν για τρομοκράτες και ειδοποίησαν αστυνομικούς, οι οποίοι έβαλαν στόχο εμένα, γιατί φορούσα μία γκρενά καπαρντίνα, κρατούσα στο χέρι μικρόφωνο και φορούσα ακουστικά. Όλα αυτά τους φάνηκαν ύποπτα και μου ζήτησαν να ξεκουμπώσω με πολύ αργές κινήσεις την καπαρντίνα, ενώ με σημάδευαν όλοι με περίστροφα. Όταν είδαν από κάτω το κασετόφωνο που είχα περασμένο στη ζώνη, έγινα ακόμα πιο ύποπτος. Τους εξηγούσα αλλά δεν με πίστευαν, ήθελαν να πάρουν το κασετόφωνο. Μέχρι που τους δείξαμε την άδεια για το γύρισμα και ηρέμησαν. (γέλια)
Δ.Α.: Στις δύο επόμενες ταινίες που ακολούθησαν αμέσως, με ρυθμό μία κάθε χρόνο, το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» και τις «2.000+1 στιγμές» δεν είχα ουσιαστικά μουσική αλλά ήσουν στην ομάδα παραγωγής· στο «Όνειρο» μάλιστα έκανες ηχοληψία.
Γ.Μ.: Οι ημέρες των γυρισμάτων μού έχουν μείνει αξέχαστες. Το σπουδαίο σε όλα αυτά, είναι πως τα απολάμβανα παρατηρώντας τα «απ' έξω», όντας «μέσα». Θέλω δηλαδή να πω, πως δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι κάνουμε σινεμά, ότι θα προβληθούμε στις οθόνες. Είχα δηλαδή μια ματιά –ας πούμε– ανέμελη. Στην «2000+1 στιγμές», που κάναμε για το millennium, είχα λίγο «σοβαρέψει». Είχαν προηγηθεί βλέπεις οι προβολές των ταινιών στις αίθουσες, οι κριτικές των περιοδικών, και όλα αυτά είχαν επιδράσει επάνω μου.
Δ.Α.: Δεν είναι τυχαίο ότι στα γυρίσματα κυριαρχούσε ένα φιλικό κλίμα και κάποτε έμοιαζαν και με πάρτι. Άλλωστε, κάναμε γυρίσματα σε ασυνήθιστους χώρους, σε περίεργα μπαρ αλλά και σε μυθικά κλαμπ όπως τους «Ασώματους».
Γ.Μ.: Ποια ήταν όμως, η μεγαλύτερη δυσκολία στο να παραμείνεις ανεξάρτητος δημιουργός όλα αυτά τα χρόνια;
Δ.Α.: Το να είσαι ανεξάρτητος ήταν και είναι ήδη μια τεράστια πρόκληση για το σύστημα, με αποτέλεσμα τεράστια εμπόδια που μοιάζουν αξεπέραστα με πρώτο, αλλά όχι μόνο, την ελάχιστη έως ανύπαρκτη χρηματοδότηση. Πρόκληση είναι και οι ταινίες ως θεματολογία, ύφος, αισθητική. Όπως και το απίστευτο ρεκόρ των 5 ταινιών μεγάλου μήκους μέσα στα πρώτα 7 χρόνια: 1994-2000. Ήταν σημαντικό στήριγμα ,για μένα, η ομάδα που είχαμε φτιάξει.
Γ.Μ.: Εξαιρετική ομάδα Δημήτρη. Είχαμε μάθει ο ένας τον άλλον, είχαμε «δέσει».
Δ.Α.: Σε αυτές τις πέντε μεγάλου μήκους ταινίες συν δύο μικρού μήκους, γυρισμένες όλες μέσα σε μόλις επτά χρόνια, είχαμε φτιάξει μια ομάδα. Το ότι υπήρχε μια σταθερή ομάδα ήταν το κλειδί που συνέχιζα περνώντας από το ένα φιλμ στο άλλο, σχεδόν χωρίς διακοπή. Το ύφος των ταινιών που έκανα στη συνέχεια με οδήγησε κάπου αλλού. Θα συναντιόμασταν ξανά στην όγδοη ταινία μου, το Invisible με τον Στάνκογλου, όπου έκανες ένα πέρασμα.
Γ.Μ.: Την πρώτη μέρα που ήρθα στον Ασπρόπυργο για τα γυρίσματα, με πλησίασε ο Στάνκογλου και μου είπε: «Γεια σου, είμαι ο Γιάννης!». Είχαμε όμως και συνέχεια οι δυο μας, γιατί πρώτα απ' όλα, είμαστε και οι δύο Περισσιώτες. Έπειτα, μου έλεγε, ότι δεν έχει δει το «Αντίο Βερολίνο» και πόσο πολύ ήθελε να το δει, οπότε του έκανα μία κόπια και του την έδωσα στην προβολή του Invisible, στην Αλκυονίδα.
Δ.Α.: Στον «Λαβύρινθο» όμως, θα έγραφες πάλι μουσική. Όπως και για την «Περιπέτεια του βλέμματος».
Γ.Μ.: Πράγματι. Θα μπορούσες όμως ποτέ να σκεφτείς ότι η «Περιπέτεια του βλέμματος», «δένει» με τον ρόλο μου του «Συλλέκτη», στο «Καμιά συμπάθεια για τον Διάβολο»; Κι όμως! Και άκου πώς: Έχω ανέβει στη Θεσσαλονίκη για να παίξω στη Μονή Λαζαριστών, όταν παίρνω μήνυμα από μία άγνωστη μαζί με μια φωτογραφία μου από τον «Διάβολο»: «Δεν γνωριζόμαστε, αλλά θα έρθω στη Μονή, μόνο για αυτό το βλέμμα». Καταλαβαίνεις λοιπόν πως ένιωσα όταν το 2023 έκανες την «Περιπέτεια του βλέμματος».
Δ.Α.: Ακούγεται απίστευτο και βλέπεις τη δύναμη της εικόνας, τη δύναμη του σινεμά. Πάντως μιλάμε και για μια ταινία με έντονη ερωτική ατμόσφαιρα. Είναι όμως αυτό που έλεγα πιο πριν. Όταν κάνεις κάτι ισχυρά βιωματικό, περνάει στους άλλους κι ας φαίνεται αυστηρά προσωπικό.
Γ.Μ.: Απίστευτο, ναι, το πώς «δέσανε» μεταξύ τους η ταινία και το περιστατικό. Αλλά όπως λες κι εσύ, αυτή είναι η δύναμη της εικόνας. Η δύναμη του σινεμά. Υπάρχει, όμως, κάποια ταινία που δεν έχεις γυρίσει ακόμα αλλά αισθάνεσαι ότι σε περιμένει όλα αυτά τα χρόνια;
Δ.Α.: Υπάρχουν πολλά σχέδια, κάποια αρκετά παλιά. Τελειώνω τώρα την 12η ταινία μου «Εμείς οι ζωντανοί», όπου θα υπάρχει μουσική σου και ακολουθούν, αρχές της επόμενης χρονιάς, τα γυρίσματα της επόμενης ταινίας, όπου προβλέπω τη μουσική σου να πρωταγωνιστεί.
Γ.Μ.: Ωραία! Να, λοιπόν, που συνεχίζουμε, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται. Πες μου όμως, και κάτι άλλο. Αν σήμερα ξαναγυρίζαμε τη «Φιλοσοφία», τι θα άλλαζες και τι δεν θα άγγιζες με τίποτα; Εγώ πάντως, έχω βρει έναν άλλο τρόπο να γράψω με το σπρέι τον τίτλο.
Δ.Α.: Στη «Φιλοσοφία» δεν θα άλλαζα τίποτα αλλά είναι σαν να βρίσκεσαι στο μυαλό μου, αφού η επόμενη ταινία μου θα είναι από πολλές απόψεις σαν μια επιστροφή στο ξεκίνημα, δηλαδή στο «Αντίο Βερολίνο».
Στον κινηματογράφο, λένε πως όλα τελειώνουν όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Κι όμως, υπάρχουν ιστορίες που αρνούνται να τελειώσουν. Συνεχίζουν να γράφονται από ανθρώπους που εξακολουθούν να συναντιούνται με την ίδια περιέργεια, την ίδια δημιουργική ανησυχία και την ίδια πίστη ότι η επόμενη ταινία μπορεί να είναι η σημαντικότερη. Τριάντα επτά χρόνια μετά εκείνο το καλοκαίρι του 1989, ο Δημήτρης Αθανίτης και ο Γιώργος Μπιλικάς εξακολουθούν να συνομιλούν όπως τότε: με εικόνες, με μουσικές, με χιούμορ, με αναμνήσεις και με εκείνες τις ανεξήγητες συμπτώσεις που μοιάζουν να αγαπούν το σινεμά όσο κι εκείνοι.
Ίσως γι' αυτό η διαδρομή τους δεν μοιάζει με μια αναδρομή στο παρελθόν, αλλά με μια ταινία που βρίσκεται ακόμη στη μέση της αφήγησής της. Γιατί οι πιο σημαντικές δημιουργικές συναντήσεις δεν κρίνονται από όσα έχουν ήδη χαρίσει, αλλά από το γεγονός ότι εξακολουθούν, ύστερα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, να κοιτούν προς την ίδια κατεύθυνση. Και όσο υπάρχει ακόμα μια ιστορία να ειπωθεί, μια εικόνα να γεννηθεί ή μια μουσική να τη συνοδεύσει, οι τίτλοι τέλους μπορούν να περιμένουν.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στις συνοδευτικές εικόνες βλέπετε φωτογραφίες από το αρχείο του συντάκτη
Επίσης:








