Η Αρετούσα της Σμύρνης

Ελένης Σταθοπούλου

Έργο τέχνης Κώστα Ευαγγελάτου [Stop the war]

Δεύτερο μέρος

Ο ήλιος είχε μεσουρανήσει στον Μπουρνόβα. Ο Πέτρος Παύλογλου καθόταν σ' αναμμένα καρφιά. Η κόρη του με την πεθερά του δεν είχαν φανεί ακόμη. Δεν μπορούσε να περιμένει. Το παιδί από το καΐκι είχε έρθει να του πει ότι ο καπετάνιος είπε: Κάντε γρήγορα! Πρέπει οπωσδήποτε να σαλπάρουμε, γιατί η κατάσταση δεν είναι καλή! Τα πράγματα είχαν φορτωθεί και η Αγγελίνα με τον Αριστείδη και τον Στέφανο ήταν εκεί και τον περίμεναν.

Είχε γυρίσει πίσω να βρει τον Λευτέρη. Με τη μάνα του τον είχαν χαιρετήσει το πρωί. Εκείνη είχε χυθεί στην αγκαλιά του και, κλαίγοντας, τον σταύρωνε συνέχεια, ενώ τα μάτια της τρέχανε βρύσες. Δεν μπορούσε να την ξεκολλήσει από πάνω του. Το ίδιο έκαναν και τ' αδέλφια του. Χωμένα στην αγκαλιά του κλαίγανε. Αυτός τον αγκάλιασε, τον χτύπησε στην πλάτη και του ψιθύρισε, βαθιά συγκινημένος από την καρδιά του που ράγιζε, να προσέχει και ότι είναι πολύ περήφανος που τον έχει γιο.

Κατάφερε, επιτέλους, να τον βρει εκεί όπου ήταν όλοι μαζεμένοι, έτοιμοι ν' αντιμετωπίσουν τον Νουρεντίν, που είχαν μάθει ότι ερχόταν στην άπιστη Σμύρνη με άγριες διαθέσεις. Γιε μου, του είπε, η γιαγιά σου και η αδελφή σου δεν ήρθαν. Δεν ξέρω γιατί και σε τι κίνδυνο βρίσκονται. Αν βρεις χρόνο και οι εξελίξεις στο επιτρέψουν, προσπάθησε, σε παρακαλώ να μάθεις γι' αυτές. Ησύχασε πατέρα, θα κάνω ό,τι μπορέσω. Όμως, κάνε γρήγορα, για να προλάβεις να φύγεις με την υπόλοιπη οικογένειά μας. Αγκαλιάστηκαν ξανά και χώρισαν με την καρδιά να διπλώνεται από τον πόνο.

Ο Πέτρος Παύλογλου, με σκυφτό το κεφάλι, τράβηξε κατά τη θάλασσα. Μπήκε στο καΐκι, κάθισε δίπλα στη γυναίκα του και στα δυο μικρότερα παιδιά του και είπε στον καπετάνιο να σηκώσει άγκυρα για τον Τσεσμέ.

*

Η Θάλεια, πριν δυο μέρες, είχε δώσει ραντεβού με τον καλό της για χτες βράδυ στο σπίτι της γιαγιάς της. Θα χαιρετιούνταν, αφού ήταν οριστικό το φευγιό της οικογένειάς της, κλείνοντας στην ψυχή τους τη προσδοκία ότι θα κατάφερναν να ξανασυναντηθούν γρήγορα. Όταν θα περνούσε το κακό, που ερχόταν ακάθεκτο να σαρώσει τα πάντα.

Αυτός της είχε πει για το πόσο φοβόταν για τους δικούς του και την τύχη τους, για τ' ότι τον είχε επισκεφτεί ένας παλιός του συμμαθητής από τον Μπουρνόβα και του είχε μιλήσει για τον καπετάνιο Ξηρό. Θα ήθελε πολύ να πάει μαζί του. Αλλά, τι θα γινόταν με τη μάνα του, τον πατέρα του και τις αδελφές του; Στο τυπογραφείο είχε ακούσει ότι τους Έλληνες και τους Αρμένιους τους περίμεναν μέρες κόλασης. Θα είχε μια έγνοια λιγότερο, που αυτή τουλάχιστον θα 'φευγε με τους δικούς της και θα ήταν ασφαλής.

Μόλις εκείνη άκουσε για τον καπετάνιο, αμέσως της ήρθε στον νου ο αδελφός της, ο Λευτέρης. Κι αυτός κι άλλα μικρά παλικάρια είχαν μπει στις διαταγές αυτού του γενναίου άντρα. Και τώρα, να που ήθελε να πάει μαζί του κι ο καλός της.

Τη νύχτα, που τον περίμενε με αγωνία κι αυτός δεν φαινόταν, σαν την πήρε για λίγο ο ύπνος, τους είδε και τους δυο να βγαίνουν απ' ένα κτήριο, που καιγόταν, με τ' όπλο στο χέρι. Είχαν αίματα στο πρόσωπο και στα σκισμένα τους πουκάμισα. Τους φώναζε, μα δεν την άκουγαν. Έφευγαν αργά, χωρίς να πατούν στο χώμα, προς την Ανατολή.

Πετάχτηκε τρομαγμένη και ιδρωμένη από τον εφιάλτη. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα για νερό. Γυρίζοντας, την τρόμαξε στο σκοτάδι, που φέγγιζε το φως του καντηλιού, η φωνή της γιαγιάς της, που καθόταν σιωπηλή στον έναν καναπέ, ενώ στον δίπλα είχε αποκοιμηθεί και ροχάλιζε η Σουσάνα. Δεν μπορείς να κοιμηθείς, κορίτσι μου; Όχι, είδα κακό όνειρο και ξύπνησα!, της είπε και πήγε κι έκατσε δίπλα της. Εκείνη με τ' αριστερό χέρι την αγκάλιασε και με το δεξί την έκλεισε μέσα στη ζεστή της αγάπη. Τι είδες, δηλαδή; Να, τον Λευτέρη μας και τον Αυγουστή ματωμένους να βγαίνουν από ένα σπίτι, που είχε λαμπαδιάσει, και χωρίς βάρος να φεύγουν προς την Ανατολή. Είναι που τον περίμενες απόψε και δεν ήρθε, κοκόνα μου. Ανησυχείς γι' αυτόν. Δεν ξέρω. Έχω ένα κακό προαίσθημα. Φοβάμαι. Και δεν θέλω να χάσω ούτε κείνον, ούτε τον αδελφό μου, ούτε την αγκαλιά σου. Δεν θέλω να πεθάνεις. Θάλεια μου, όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν. Σημασία έχει να πεθαίνουν με το κεφάλι ψηλά. Σκούπισε τα μάτια, σφίξε την ψυχή και μην χάνεις την πίστη σου. Κανείς δεν μπορεί ν' αποφύγει τον θάνατο, όταν έρθει. Μπορεί, όμως, να τον δει άφοβα και κατάματα.

Τι θέλεις να μου πεις, γιαγιά; Γίνε ξεκάθαρη! Να, αποφάσισα να μην έρθω μαζί σας. Κι αν χάσω τη λίγη ζωή που μου απομένει, τουλάχιστον δεν θα την έχω λερώσει με την απόγνωση. Όμως, εσύ θέλω να ζήσεις κι εγώ θα ζω μαζί σου τις καλές μέρες, που εσύ θ' απολαμβάνεις, όταν περάσει αυτή η δοκιμασία. Κι αν ο Λευτέρης μας κι ο Αυγουστής σου έχουν επιλέξει ν' αντισταθούν, δέξου το, γιατί ο ηρωισμός είναι η μεγαλύτερη αξία, μια αξία που δίνει νόημα στην ύπαρξή μας. Και τώρα, κλείσε τα όμορφα μάτια σου και προσπάθησε ν' αφουγκραστείς με προσοχή μέσα στο βαθύ χάραμα το σούρσιμο όλων αυτών, που καταφθάνουν, με τις ζωές τους στα χέρια, στους δρόμους και στα σοκάκια της πόλης μας. Όλων των δικών μας, που τραβάνε για τη θάλασσα, περιμένοντας να τους λυπηθούν αυτοί που μπορούν, αλλά δεν θέλουν να τους βοηθήσουν. Κι όλων όσων τραβάνε για τις εκκλησίες απελπισμένοι.

Όση ώρα η μεγάλη Θάλεια μιλούσε στη μικρή τής χάιδευε τα μεταξένια μαλλιά. Σαν ένιωσε ότι κοιμήθηκε με τα πόδια ανεβασμένα στον καναπέ, έγειρε κι αυτή πίσω το κεφάλι κι έκλεισε τα μάτια. Ήταν γαλήνια. Είχε πάρει την απόφαση για τον εαυτό της. Η εγγονή της το πρωί έπρεπε να φύγει!

*

Η Θάλεια αναδεύτηκε. Η γιαγιά άνοιξε την αγκαλιά της και ξύπνησαν και οι δυο, καλημερίζοντας η μια την άλλη. Ήταν πρωινό της εικοστής έκτης Αυγούστου 1922 και το φως του ήλιου έμπαινε από τις μισάνοιχτες γρίλιες με συστολή. Η εγγονή ετοιμάστηκε γρήγορα, όσο η γιαγιά της έφτιαχνε κάτι να φάνε.

Δεν θα φάω, γιαγιά!, είπε αποφασισμένη. Μόνο δύο από τα υπέροχα κουλουράκια σου θα πάρω. Θα πάω να μάθω για τον Αυγουστή. Μα τι λες, κορίτσι μου; Είναι επικίνδυνα εκεί έξω σήμερα! Πού θα πας; Πρέπει και να φύγεις για τον Μπουρνόβα! Μην ανησυχείς, γιαγιάκα μου! Έχε μου εμπιστοσύνη! Θα προσέχω!, είπε και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Προχωρώντας για την πόρτα, με το μισοφαγωμένο κουλούρι στο χέρι, γύρισε και της ανακοίνωσε: Πήρα την απόφαση, τότε που κοιμόμουν, να μείνω μαζί σου! Και, πριν προλάβει η μεγάλη Θάλεια να συνέλθει από την έκπληξη, άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα.

Θα πήγαινε στο σπίτι του. Αν δεν ήταν εκεί ο ίδιος, τουλάχιστον θα ήταν οι δικοί του. Κάτι θα μάθαινε, θα έπαιρνε μια απάντηση για το γιατί δεν ήρθε χτες το βράδυ να την αποχαιρετήσει. Βγήκε στους δρόμους της Σμύρνης και κατευθύνθηκε προς τον Άγιο Βουκόλο. Άνθρωποι γύρω της, με τα παιδιά τους και τα πράγματά τους, κινούνταν βιαστικά προς την Προκυμαία. Από την Πούντα μέχρι το Τελωνείο πλημμύρα ο κόσμος. Όλοι κοιτούσαν τη θάλασσα, προσμένοντας να 'ρθουν πλοία να τους περάσουν απέναντι. Σε κάποια σημεία συναντήθηκε με ρακένδυτους και πεινασμένους Έλληνες στρατιώτες, που την προσπέρασαν, τραβώντας για την Ερυθραία.

Έψαχνε απεγνωσμένα για μια καρότσα. Δεν υπήρχε πουθενά. Βιαζόταν και, μην έχοντας άλλη λύση, αποφάσισε να πάει περπατώντας. Τάχυνε το βήμα της ενάντια στη ροή του κόσμου κι, επιτέλους, έφτασε στο σπίτι του.

Δεν χρειάστηκε να χτυπήσει την πόρτα. Τους βρήκε όλους έξω να κρατούν λίγα πράγματα, έτοιμους να φύγουν. Μόλις την είδαν οι αδελφές του, πήγαν κοντά της και την αγκάλιασαν. Φεύγετε, λοιπόν;, ρώτησε τον πατέρα του, κοιτώντας τον με φόβο κι απόγνωση στα μάτια. Ναι, φεύγουμε, κορίτσι μου, να γλυτώσουμε! Κι ο Αυγουστής; Και η κυρία Ευσεβία; Ο γιος μας έχει πάει στον καπετάνιο στον Μπουρνόβα. Έφυγε χτες μεσημέρι. Μας είπε να φύγουμε κι εμείς το συντομότερο. Και η γυναίκα μου ανέβηκε να πάρει ένα εικόνισμα της Παναγίας, που το έχει από τη γιαγιά της, να το πάρουμε μαζί.

Εκείνη τη στιγμή φάνηκε στο πάνω μέρος της σκάλας η μάνα του Αυγουστή με το εικόνισμα αγκαλιά. Κλείδωσε και κατέβηκε. Τι κλείδωσες, κυρά μου;, της είπε ο άντρας της. Άλλοι θα έρθουν εδώ, εμείς δεν θα γυρίσουμε!

Δεν του απάντησε, γιατί είχε δει τη Θάλεια κι έτρεξε να την αγκαλιάσει με δάκρυα στα μάτια. Γλυκό μου κορίτσι, φεύγουμε! Ποιος ξέρει αν θα ξαναϊδωθούμε. Ποιος ξέρει αν ο γιος μου βγει ζωντανός από τούτο το κακό και τον δρόμο που διάλεξε. Χτες τον περίμενες και δεν ήρθε. Όμως, άφησε ένα γράμμα για σένα και είπε να το δώσω στα χέρια σου. Ο γιος μου σ' αγαπάει πολύ! Άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε έναν φάκελο και της τον έδωσε. Η Θάλεια σαστισμένη και ζαλισμένη δεν μπορούσε ν' αρθρώσει κουβέντα. Τον έβαλε στον κόρφο της, κάθισε στο τελευταίο σκαλοπάτι κι αρκέστηκε να τους πει ένα «ευχαριστώ» και «καλή αντάμωση». Γι' αρκετή ώρα τούς έβλεπε από πίσω, που φεύγανε κι αυτοί προς τη θάλασσα.

Σαν συνήρθε, έπιασε τον φάκελο, τον άνοιξε, έβγαλε το επιστολόχαρτο και άρχισε να διαβάζει με καρδιά που χοροπηδούσε στα στήθη.
Εν Σμύρνη, 25 Αυγούστου 1922
Θάλεια μου, Αρετούσα μου, ομορφιά μου, νεράιδα των ονείρων μου, έρωτά μου! Θα μπορούσα να σε προσφωνώ με τόσα, που θα γέμιζα ατέλειωτα επιστολόχαρτα. Αλλά, με περιμένουν. Με καλεί το χρέος στο γένος. Έχει γίνει μεγάλη προδοσία. Συγχώρεσέ με, που δεν θα είμαι στο ραντεβού μας απόψε. Σ' αγαπώ όσο τίποτε άλλο! Ο έρωτάς μου για σένα μ' ανέβασε στον ουρανό και νιώθω έτοιμος ακόμη και να πεθάνω, σκεπτόμενος τα μάτια σου και την εξαίσια ομορφιά σου! Ελπίζω ότι θα είσαι ασφαλής με τους δικούς σου και πιστεύω ότι και οι δικοί μου θα φροντίσουν να φύγουν έγκαιρα. Σου υπόσχομαι ότι θα γυρίσω, για να σε σφίξω στην αγκαλιά μου!
Λατρεμένη μου, σε γλυκοφιλώ.
Σ' αγαπώ και είμαι για πάντα δικός σου!
Καλή αντάμωση!
Ο Αυγουστής σου ή ο Ερωτόκριτός σου
Τα δάκρυα της Θάλειας τρέχανε απαρηγόρητα όσο διάβαζε. Σαν τέλειωσε, το δίπλωσε, το έβαλε στον φάκελο και τον έβαλε πάλι στον κόρφο. Ένιωθε χαμένη, απελπισμένη και φοβισμένη. Ύστερα από λίγο σκούπισε τα μάτια της, σηκώθηκε και ξεκίνησε για τη γιαγιά της. Δεν θυμάται πώς πήγε, ποιους δρόμους πήρε, τι και ποιους είδε.

Το μόνο που θυμάται ήταν τον δρόμο που οδηγούσε στην Αγία Φωτεινή. Ένα ποτάμι γυναικών και παιδιών πήγαιναν προς τα κει. Τους άκουσε να λένε ότι ο μητροπολίτης Χρυσόστομος θα ζητούσε από τους Συμμάχους την προστασία τους και θα έμενε μαζί τους. Κοίταξε το ρολόι στο ψηλό καμπαναριό και είδε ότι ήταν τρεισήμισι. Τώρα σίγουρα θα είχαν σαλπάρει οι δικοί της. Ένα παγωμένο χέρι έπιασε βίαια την καρδιά της.

Τελικά, έφτασε στο αρχοντικό της οδού Τράσσων. Η γιαγιά της είχε λιώσει από την αγωνία. Μόλις την είδε να μπαίνει, ήταν σαν να της χάρισαν τον κόσμο όλο. Επιτέλους, κοριτσάκι μου, γύρισες! Δεν θα σ' αφήσω να ξαναβγείς! Δεν θα ξαναβγώ!, είπε ξεψυχισμένα η Θάλεια. Γιατί είσαι, καρδιά μου, χλομή, τι έχεις; Ο Αυγουστής είναι κει που είναι κι ο Λευτέρης μας κι ο κόσμος δεν είναι όπως πριν. Όλοι τρέχουν αλαλιασμένοι εκεί έξω. Δεν είναι αυτή η Σμύρνη μας, γιαγιά μου, κι εγώ φοβάμαι, φοβάμαι πολύ!, είπε και ξέσπασε σε λυγμούς.

Η γιαγιά πήρε τα κρινένια χέρια της μέσα στα ροζιασμένα δικά της και την έβαλε να καθίσει στον καναπέ. Θάλεια μου, τζιέρι μου, έχεις δίκιο. Η Σμύρνη μας δεν είναι η ίδια και φοβάμαι ότι σε λίγο δεν θα υπάρχει πια. Είναι κακός ο αέρας, που άρχισε να φυσάει, και θα της τα πάρει όλα. Σ' ευχαριστώ που έμεινες μαζί μου. Αλλά, θέλω να μ' ακούσεις. Σου ετοίμασα μια μεγάλη τσάντα, που θα κρεμάσεις στην πλάτη, και μια ζώνη που θα φορέσεις οπωσδήποτε. Στην τσάντα υπάρχει στο εσωτερικό τσεπάκι ένα σημείωμα. Όταν έρθει η στιγμή, εσύ θα πας στο υπόγειο και θα κάνεις ό,τι σου γράφω. Θα πας μόνο μπροστά και δεν θα κοιτάξεις πίσω. Θα κρατάς την αγάπη μου μέσα σου, που θα σου δίνει δύναμη. Αν έρθει η Σουσάνα, που έχει πάει στ' Αρμένικα να δει τους δικούς της, θ' ακολουθήσεις αυτή. Αλλιώς θα τα κάνεις όλα μόνη σου!

Αργά το βράδυ ήρθε μια φίλη της γιαγιάς κι είπε τ' άσχημα νέα. Το δειλινό διατάχτηκε ο απόπλους των πολεμικών ελληνικών πλοίων από τη Σμύρνη, ενώ στις επτάμισι κατέβηκε τις σκάλες της Αρμοστείας ο Στεργιάδης, που φυγαδεύτηκε τρομοκρατημένος με αγγλική ατμάκατο μέσα στα γιουχαΐσματα και τις κατάρες. Το απόγευμα οι Τούρκοι μπήκαν στον Μπουρνόβα και, σπάζοντας την αντίσταση του καπετάν Ξηρού, εκείνη τη στιγμή λεηλατούσαν το μαγευτικό προάστιο, έσφαζαν και βίαζαν.

Στο άκουσμα αυτής της είδησης η Θάλεια έχασε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της και λιποθύμησε. Όταν συνήλθε και θυμήθηκε τι είχε ακούσει, ρώτησε απελπισμένη: Δηλαδή πάει ο Λευτέρης και ο Αυγουστής, γιαγιά; Δεν ξέρουμε, κορίτσι μου! Λένε ότι όλοι σκοτώθηκαν, αλλά πάλι λένε ότι και κάποιους τους πήρανε αιχμαλώτους. Μην απελπίζεσαι!

Όμως, η Θάλεια είχε χαθεί στη θλίψη της. Είχε χάσει αδελφό κι αγαπημένο. Ο κόσμος γύρω της είχε μαυρίσει και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κλαίει με λυγμούς. Αλλά, η γιαγιά της δεν είχε χρόνο πια για θρήνους. Είχε χρέος να τη σώσει. Της έδωσε ένα ηρεμιστικό αφέψημα και σε λίγο κοιμήθηκε βαριά.

Άγρυπνες στον έναν καναπέ κείνη και στον άλλον η Σουσάνα, που στο μεταξύ είχε γυρίσει, άκουγε να της λέει τα νέα. Ότι οι δικοί της τα είχαν μαζέψει και είχαν κατέβει στην προκυμαία για να βρουν τρόπο να φύγουν, αλλά πλοία ελληνικά δεν φαίνονταν πουθενά και των Συμμάχων δεν κουνιούνταν. Ότι ο μητροπολίτης Χρυσόστομος ήταν με πλήθος κόσμου στην Αγία Φωτεινή, ενώ ο δικός τους είχε κρυφτεί. Ότι αύριο το πρωί θα έμπαιναν οι Τσέτες στη Σμύρνη. Προσπάθησε να κοιμηθείς λίγο, Σουσάνα μου. Αύριο θα είναι δύσκολη μέρα, ίσως και η τελευταία μας!, της είπε η μεγάλη Θάλεια.

Η Σουσάνα δεν είχε προλάβει ν' ακούσει τα τελευταία λόγια, γιατί είχε ήδη κοιμηθεί και ροχάλιζε. Τότε κείνη έγειρε όπως ήταν. Δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Στο μυαλό της γύριζε ο καλός της, ο Θόδωρος, που τον είχε χάσει εδώ και πέντε χρόνια. Είχαν ζήσει όμορφα και ήσυχα σε τούτο το σπίτι. Δεν μπορούσε να ζήσει αλλιώς κι αλλού. Στο συρτάρι του μπουφέ, σε μια κρύπτη, είχε το περίστροφό του γεμάτο. Αύριο, οπωσδήποτε, θα φυγάδευε την εγγονή τους!

*

Σαν φώτισε, η Σουσάνα πετάχτηκε πάνω κι άρχισε να ετοιμάζεται. Πού πας;, ρώτησε η μεγάλη Θάλεια. Θα φύγεις κι εσύ; Όχι, δεν θα φύγω! Δεν θα σας αφήσω! Θα βγω να δω τι γίνεται. Να με περιμένετε. Ξέρω τον δρόμο, αν τυχόν τα βρω σκούρα. Να προσέχεις!, της είπε κείνη ανήσυχη.

Ύστερα έφτιαξε τσάι και στάθηκε στο παράθυρο, που έβλεπε στον δρόμο. Είχε πολλή κίνηση. Ο κόσμος ένα ποτάμι που βάδιζε προς μια κατεύθυνση. Είχε ξυπνήσει και η εγγονή της και καθόταν τόσο λυπημένη, που της σπάραζε την καρδιά. Πήγαινε, ψυχή μου, να ντυθείς και να φτιαχτείς, για να είσαι έτοιμη! Έτοιμη για τι πράγμα; Για ταξίδι! Ταξίδι, που δεν θα 'χει επιστροφή! Είσαι μεγάλη κοπέλα! Άκουσέ με! Θα φύγεις με όλους αυτούς που είναι στην προκυμαία! Δεν μπορώ, γιαγιά μου! Θα μπορέσεις! Στο ζητώ εγώ! Μην το αρνείσαι! Σκούπισε τα δάκρυά σου και πήγαινε μέσα! Σηκώθηκε υπάκουα και τράβηξε για το δωμάτιό της.

Θα ήταν έντεκα το πρωί της εικοστής εβδόμης Αυγούστου, όταν μια φωνή διαπέρασε τα σπίτια και σκόρπισε τον τρόμο: Έρχονται οι Τούρκοι. Έφιπποι οι Τσέτες τού Κιορ Μπεχλιβάν μπήκαν στην πόλη από τον Μπασμαχανέ κι άρχισαν τους πρώτους φόνους Ελλήνων κι Αρμενίων. Όλοι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν. Και μέχρι το βράδυ του Σαββάτου συνεχώς έμπαιναν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις. Η Σμύρνη ήταν πάλι σκλάβα!

Η Σουσάνα γύρισε αργά το μεσημέρι, κρατώντας από το χέρι τον Γιάννο, το δεκάχρονο αγόρι, που πρόσφατα βρέθηκε στο Ορφανοτροφείο πεντάρφανο. Το έβλεπε η γιαγιά Θάλεια να κρατά μ' ευλάβεια τη λαμπάδα κάθε Κυριακή στη λειτουργία κι είχε ρωτήσει γι' αυτόν. Της είχαν πει ότι είχε πεθάνει η μάνα του πριν πέντε χρόνια από τη γρίπη κι ότι ο πατέρας του είχε εξαφανιστεί τον τελευταίο χρόνο.

Τι έγινε Σουσάνα; Πού βρήκες τον Γιάννο;, ρώτησε, ενώ εκείνος έτρεμε. Εκεί έξω είναι κόλαση. Αλωνίζουν την πόλη μας έφιπποι Τούρκοι με τα χαντζάρια τους. Φοβάμαι ότι απόψε θ' αρχίσει γενική σφαγή. Κι αυτόν τον βρήκα στον κήπο μας κρυμμένο. Ρώτα τον να σου πει! Γιατί κρύφτηκες εδώ, αγόρι μου; Να, κυρά μου, γιατί χτες ήρθαν κάποιες ξένες κυρίες, που μιλούσαν γαλλικά στο Οικοτροφείο και τις άκουσα, όσο συζητούσαν με τον παππούλη, να λένε ότι θα μας πάρουν για την Ελλάδα να σωθούμε. Εγώ δεν ήθελα να φύγω, ήθελα να μείνω, για να 'βρω τον πατέρα μου. Έτσι, το βράδυ πήρα τα χαρτιά, που μου εμπιστεύτηκε η μάνα μου, πήδηξα κρυφά τη μάντρα και πέρασα στον κήπο σας. Σας συμπαθώ. Ξέρω ότι δεν θα με γυρίσετε πίσω!, είπε και πήγε κοντά κι έπιασε το χέρι της και το φίλησε!

Δεν θα σε γυρίσω, Γιάννο, παιδί μου. Πήγαινε μέσα να φας κάτι και μετά θέλω να σου αναθέσω μια δουλειά. Θα μου την κάνεις; Και, φυσικά! Θα την κάνω! Μετά χαράς! Ποια είναι αυτή; Θα φύγεις για την Ελλάδα όχι με τις κυρίες, αλλά με τη δική μου εγγονή. Θα την προσέχεις μέχρι να βρει τους γονείς της κι εκείνοι θα σε βοηθήσουν να βρεις τον δικό σου πατέρα! Σου υπόσχομαι, γιαγιά μου, γιατί τώρα σε νιώθω και δική μου, ότι θα το κάνω! Να μείνεις ήσυχη!

Η Σουσάνα έβαλε σε μια τσάντα λίγα πράγματα και για τον Γιάννο, προσέχοντας ιδιαίτερα τα χαρτιά του. Μάλιστα, του έδωσε κι ένα ζευγάρι γερά παπούτσια, σχεδόν καινούργια, που τα είχε φυλαγμένα από τους εγγονούς της γιαγιάς Θάλειας. Ύστερα πήγε να βρει τον καπετάν Αλή, τον καλό φίλο της γιαγιάς από τα μέρη της, και να του ζητήσει να έχει έτοιμο το καΐκι να περάσει τα παιδιά απέναντι. Μάλιστα, θα του έδινε και δέκα χρυσές λίρες, για να καλύψει το πρόστιμο που είχε βάλει η ελληνική κυβέρνηση σ' όποιον συλλαμβανόταν να μεταφέρει πρόσφυγες.

Πριν οι Τούρκοι αρχίσουν να μπαίνουν στα σπίτια, να βιάζουν και να σφάζουν τις γυναίκες, η Σουσάνα από την υπόγεια έξοδο έβγαλε τα παιδιά και τα πήγε στην Πούντα, στο σημείο που θα επιβιβάζονταν στο καΐκι. Εκεί ήταν το αδιαχώρητο. Για να βγουν μπροστά έσπρωξαν, τσαλαπατήθηκαν, αλλά τα κατάφεραν. Μαζί τους πήδηξαν κι άλλοι πολλοί κι ο καπετάν Αλής σήκωσε άγκυρα. Κάποιο πλοίο θα συναντούσε να τους βάλει μέσα ή αλλιώς θα τους πήγαινε ο ίδιος απέναντι!

*

Η Θάλεια, που είχε βρει στην τσάντα ένα ελαφρύ σάλι και το είχε ρίξει στους ώμους, με τον Γιάννο και τους άλλους απομακρύνονταν. Άφηναν πίσω τη Σμύρνη, παραδομένη στον φανατισμό τού Νουρεντίν και του Κεμάλ. Η Σουσάνα και η γιαγιά Θάλεια είχαν αποφασίσει να μείνουν σπίτι, η μία δίπλα στην άλλη. Ο Αλής σίγουρα θα κατάφερνε ό,τι του ζητήθηκε. Θα μπορούσε να δώσει και τη ζωή του για να σώσει τα παιδιά. Όταν οι Τούρκοι έσπασαν την πόρτα, αυτές ήταν εκεί!

Ξάφνου, φάνηκε φως καραβιού στη νύχτα. Ο Αλής έκανε σινιάλο κι εκείνο τους πλησίασε. Ο καπετάνιος του δεν ήταν Έλληνας, δεν ανήκε στους Συμμάχους, ήταν από μια χώρα της μακρινής Ανατολής και είχε καρδιά. Ήταν άνθρωπος. Έδωσε διαταγή ένας ένας ν' ανέβουν. Δεν ήξεραν πού πήγαιναν, πού θα τους άφηνε. Είχαν ξεκινήσει να πορεύονται στον δυσχερή δρόμο της προσφυγιάς. Ο Αλής γύριζε πίσω βαθιά λυπημένος, που έβλεπε την όμορφη Σμύρνη να χάνεται στον χρόνο!


Copyright © Ελένη Σταθοπούλου All rights reserved
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο τέχνης Κώστα Ευαγγελάτου [Stop the war]
Το διήγημα της Ελένης Σταθοπούλου Η Αρετούσα της Σμύρνης περιλαμβάνεται στη συλλογή της Το παιδί της φωτιάς, που κυκλοφόρησε από την Anima εκδοτική