8
Στο δέρμα της γης, σε τυφλή εγκοπή
δύσμορφο φιλί
την ανάπηρη ματιά του
κρύβει από έρωτα αιμοδιψή,
για να αφουγκραστεί γρυλλισμούς αυτοφυούς χροιάς
σε πανδαισία αλλόκοτης αυθυπαρξίας ενστίκτου,
τ' οποίο αναπνέοντας
στ' ανύπαρκτα νησιά του κενού
συνθέτει πράξη
στην ύστατη ισχνή του λάμψη
εφορμώντας σε παραπλανήσεις
με το στέγνωμα των ονειρώξεων τις δεήσεις.
Σιμόν: Mon cherry, χάιδεψέ με να, εκεί,.. ναι στο γόνατο, απαλά, ναι, ναι, και αχ, στη γάμπα, αργά,.. εγώ θα σε καθοδηγώ και συ με το αριστερό χέρι θα οδηγείς... χμχμχμμμμ, μην ανησυχείς, πάτα αμπραγιάζ, αλλάζω εγώ ταχύτητα... ναι, ναι... Χμ, χμ, μμμ, τώρα με τα δάχτυλά σου εκεί, στη μέση, σιγά, σιγά, απαλά, εγώ δε σ' αγγίζω, εσύ συγκεντρωμένος στην οδήγηση και κατευθύνω τα δάκτυλά σου, έτσι, απαλά, πάντα γλυκούλικα,.. αχ, αχ, ναι, ναι, τα φυλλαράκια μου, ναι, να ζωντανέψουν, να γίνουν φτερά, να πετάξουν, κόκκινα, και, και, και, είναι υγρά, πολύ μελίσιο αλκοόλ, να, να, να, πάρε να δοκιμάσεις και συ, μην φοβάσαι, δοκίμασε, και επικεντρωμένος στον δρόμο, να πιες, σου δίνω εγώ με το δικό μου χέρι το νέκταρ του μαύρου ήλιου, του κρυφού άστρου, πρόσεχε διασταύρωση, κόψε ταχύτητα, αχ ναι, κόψε ταχύτητα, τροχονόμοι κάνουν έλεγχο συχνά σ' αυτό το σημείο, μμμ, μπράβο μωρό μου, κάτω από εξήντα, εδώ, ναι, ακριβώς εκεί, στην δεξιά εσωτερική μεριά, αχ αυτή η κλειτορίδα, έχει γίνει το μπουμπούκι της ίριδας σε μια ανεκδιήγητη υπερβολή. Τώρα σταμάτα δεξιά, εκεί στο πλάτωμα, ανάμεσα στα δέντρα, μπράβο, άσε με, θα τα κάνω όλα εγώ, άσε με, εσύ πάντα αργά, απαλά, χαριτωμένα, θα σε γλείψω τώρα.
Γιάννης: Τι απίστευτο στόμα, το τραγούδι της αυγής στα βάθη της ηδονής, ναι, ναι, κατέβασε ακριβώς έτσι, απαλά το πετσάκι, τι μπαλαρίνα γλώσσα έχεις μάτια μου, τι στροβιλισμός μες στην απόλυτη καθήλωση είναι αυτός, ναι, τα μπαλάκια μου είναι οι ορχιδέες του μυστικού σου κήπου, τάισέ τα με τις λιχουδιές των χειλιών σου, παρασκευάζουν σναπς της έκστασης, θα ωριμάσουν στην ώρα τους σαν εσύ τα ποθείς πραγματικά και θα πλημμυρίσουν την στοματική σου λαγνεία. Τα σπήλαιά σου θα ανθίσουν χυμούς της νιρβάνας και τα αιθέρια έλαια της φαντασίας θ' απλωθούν στου ουράνιου θόλου την επιδερμίδα, καθώς η στρατόσφαιρα της αύρας σου θα ηλεκτρίζεται τα φλογοβόλα μποζιτρόνια θα συνθέτουν το συμφωνικό έργο των βυθισμένων πλανητών.
Σιμόν: Mon amour, ξέφυγες, συγκρατήσου, έλα πάμε, βγες από την πόρτα του συνοδηγού, μην ντρέπεσαι δεν μας βλέπει κανένας, και οι δυο πόρτες της δεξιάς πλευράς είναι ανοικτές και μας προφυλάσσουν από τα αδιάκριτα μάτια. Αγάπη μου κάτσε και θα σε πάρω εγώ. Κρατήσου σου λέω, και τώρα τσιμουδιά κι άσε με να κάνω το κορμί σου πύραυλο. Σσστ... μμμ, σσστ... γρρρ, σσστ,.. αααχ, σσστ,.. μουουουτς, σσσσς... Μην χύσεις. Κρατήσου. Αχ, ααχ, έεερρχοοομαι... Αχ, αχ, φθααααααααααανώωω... χύυυ... αααχ, οοοχ, μουουου, νωωω... Έλα, έλα...
Γιάννης: Χρρ... γλ... αοαοαο... οοο... φλφλφλ... χύ.. νώω...
Σιμόν: Δώσε μου,.. να πιω. Είναι δικό μου... μμμ... τέλειο... Πάμε σπίτι να φάμε.. κάτι, να πιούμε, να πάρουμε δυνάμεις και να συνεχίσουμε... στο κρεβάτι μας... Mon amour.
…………………..
Σιμόν: Ποπό, Γιάννη είναι δέκα η ώρα. Πρέπει να σηκωθώ να μαγειρέψω. Θα έρθουν οι δικοί μου το απόγευμα και μου έχουν ζητήσει να τους ψήσω χήνα. Αλήθεια, με τη μητέρα σου μίλαγες στο τηλέφωνο;
Γιάννης: Ναι, κάλεσα τη μάνα μου για να μάθω τα νέα τους και σχετικά με την κατάσταση στο μαγαζί. Και μίλησα και με την Χριστίνα γιατί μόλις χώρισε και δεν είναι καλά.
Σιμόν: Πάλι με την Χριστίνα.
Γιάννης: Σιμόν, χρειάζεται υποστήριξη, πήγαινε για γάμο αλλά ο αρραβωνιαστικός της δεν ήθελε να κάνει εξετάσεις σπέρματος για ενδεχόμενο υπογεννητικότητας. Τσακωνόντουσαν τρεις μήνες και αντί να συμφιλιωθούν, χωρίσανε. Η Χριστίνα έχει πάρει ανάποδες και τα κάτω της μαζί. Και χρειάζεται κουβέντα. Τώρα έμαθα πως έκανε μετακόμιση. Όταν επιστρέφω θα κάνω στάση στην Αθήνα να συναντήσω τον γνωστό ποιητή που σου είπα.
Σιμόν: Τον κομμουνιστή;
Γιάννης: Ναι, ματάκια μου. Και συνεννοήθηκα να μείνω στο σπίτι της Χριστίνας για δυο τρεις μέρες.
Σιμόν. Ααα. Έτσι! Καλά.
Γιάννης: Συγγνώμη, υπάρχει πρόβλημα; Αφού πάντα σ' εκείνη μένω όταν έχω ταξίδι από και προς την Γαλλία.
Σιμόν: Ναι. Αλλά τώρα είναι μόνη της και θλιμμένη.
Γιάννης: Mon amour, γιατί σκέφτεσαι στραβά; Η Χριστίνα είναι χρόνια φίλη μου. Δεν τρέχει τίποτα. Σιμόν: Καλά. Θα σηκωθώ να μαγειρέψω. Θα κόψεις το γκαζόν στον κήπο γιατί έχει μεγαλώσει πολύ και σε λίγο θα κάνουν φωλιές οι λαγοί.
Γιάννης: Ναι. Θα σηκωθώ σε λίγο. Σε πειράζει;
Σιμόν: Πάω κάτω να πιω καφέ και να ξεκινήσω την προετοιμασία.
Γιάννης: Τα λέμε σε λίγο. Φιλάκι; Κουκλάρα μου εσύ. Μουτς
………….
Γιάννης: Σιμόν, πού είσαι;
Σιμόν: Στην αποθήκη, στο υπόγειο.
Γιάννης: Θέλεις βοήθεια;
Σιμόν: Ναι. Μπορείς να μου κουβαλήσεις το καλάθι; Είναι γεμάτο και έχω και μια σακούλα επιπλέον. Γιάννης: Χμ. Καρδούλα μου, πάλι ήπιες;
Σιμόν: Μόνο ένα ποτηράκι. Έχω υπερένταση γιατί θα έρθει και η αδελφή μου με τον άνδρα της.
Γιάννης: Όχι άλλο. Θέλεις να μείνω μαζί σου; Να γίνω ο βοηθός σου ώστε να τελειώσεις γρηγορότερα και να ξεκουραστείς λιγάκι;
Σιμόν: Όχι Γιάννη. Η μαμά είπε πως θα επιθεωρήσουν το σπίτι να ελέγξουν αν το συντηρώ σωστά. Και πρέπει οπωσδήποτε να κόψεις το χορτάρι. Μετά έλα να με βοηθήσεις.
Γιάννης: Δεν θα πιεις άλλο Σιμόν. Σύμφωνοι; Να πάρω το μπουκάλι καλύτερα;
Σιμόν: Γιάννη, μη με τσατίζεις. Δεν είμαι μικρό παιδί. Τελείωνε γρήγορα το κόψιμο κι έλα μετά στην κουζίνα.
Γιάννης: ΟΚ. Θα κουρεύω το γκαζόν και θα πίνω το καφέ μου. Bijou.
……..
Γιάννης: Σιμόν, τέλειωσα. Θα καπνίσω ένα τσιγάρο κι έρχομαι αμέσως μετά στην κουζίνα.
Σιμόν: Έλα τώρα. Παράτα το διαολεμένο τσιγάρο. Παφ, πουφ, παφ, πουφ όλη την ώρα. Άλλωστε άδειασε το πακέτο.
Γιάννης: Μα κάπνισες έξι τσιγάρα σε δύο ώρες; Σιμόν, ήπιες κι άλλο;
Σιμόν: Παράτα με, κόπανε. Έλα αμέσως και πλύνε τα λερωμένα σκεύη.
Γιάννης: Ναι έρχομαι. Θέλεις να κάνεις ένα διάλειμμα;
Σιμόν: Καλά, για ποια με πέρασες; Δεν είμαι γριά. Ηλίθιε. Κούνα τα κουλά σου. Είναι μία το μεσημέρι. Γιάννης: Καλά. Αμέσως!
Σιμόν: Αυτό τώρα είναι πλυμένο; Δεν βλέπεις πως δεν ακούγεται το χρατς με το δάκτυλο;
Γιάννης: Καλά θα πλύνω ξανά την πιατέλα.
Σιμόν: Άντε κουνήσου. Στέγνωσε με την πετσέτα τα πλυμένα.
Γιάννης: Σιμόν γιατί πίνεις; Βρήκα αυτό το ποτηράκι πίσω από την τοστιέρα.
Σιμόν: Παράτα με, ακούς; Άι στο διάολο, κόπανε. Σήκω φύγε από δω μέσα, μόνο μπελάς είσαι.
Γιάννης: Θα μείνω να σε βοηθήσω.
Σιμόν: Δεν χρειάζομαι την ανικανότητά σου. Όλα σκατά τα κάνεις, ξεκουμπίσου!
Γιάννης: Όχι θα μείνω. Σταματά να πίνεις!
Σιμόν: Ρε, κουμάντο στη ζωή μου θα κάνεις; Πουλάς τσαμπουκά;
Γιάννης: Είσαι μεθυσμένη!
Σίμον: Εξαφανίσου! Θα σου πετάξω την καρέκλα!
Γιάννης: Ορίστε, έσπασες την πιατέλα από τα νεύρα σου.
Σιμόν: Δικά μου είναι και τα σπάω. Λογαριασμό θα σου δώσω; Μαλάκα!
Γιάννης: Φεύγω, πάω στο σαλόνι. Θα καθίσω στον καναπέ.
Σιμόν: Στα τσακίδια και στον αγύριστο, ακαμάτη.
Γιάννης: Μμμ... ααα!
…………
Σιμόν: Μα καλά, κοιμάσαι; Έχουμε τόσες δουλειές και συ ροχαλίζεις; Θα περάσουμε από επιθεώρηση! Γιάννης: Καλά, σηκώνομαι σε δύο λεπτά.
Σιμόν: Είσαι αναίσθητος, είσαι εαυτούλης, είσαι παρτάκιας. Καθίκι, δεν σε νοιάζει τίποτα!
Γιάννης: Σιμόν, σταματά να με βρίζεις!
Σιμόν: Ό,τι γουστάρω κάνω στο σπίτι μου! Δικό μου είναι και διατάζω!
Γιάννης: Σταματά να ουρλιάζεις και να βρίζεις! Θα φύγω αν συνεχίσεις έτσι, απόψε κιόλας. Τώρα!
Σιμόν: Ναι! Θα πας στη φίλη σου που σε περιμένει να την παρηγορήσεις! Άντρες! Ρεμάλια! Ψεύτες! Υποκριτές!
Γιάννης: Μα αφού εσύ με διώχνεις! Τι να κάνω; Να καλέσεις την αστυνομία όπως έκανες με τον προηγούμενό σου;
Σιμόν: Δεν αξίζεις τίποτα μπροστά του. Αυτός δούλευε από τα δεκαπέντε του. Έκανε μόνος του μπίζνες. Από το μηδέν ξεκίνησε. Ταξί για χρόνια. Και μετά την καλύτερη ντίσκο στην περιοχή. Είναι άνθρωπος της πιάτσας. Δεν είναι μαμμόθρεφτο σαν και σένα, μπούλη!
Γιάννης: Γι' αυτό και σου έφαγε τα εκατό χιλιάδες ευρώ; Γιατί ήταν νυκτόβιος κι απατεώνας! Και γι' αυτό και τον σούταρες, επειδή στο τέλος τον συντηρούσες!
Σιμόν: Δεν πήρε τα λεφτά από την ασφάλεια από την πυρκαγιά. Κάηκε η επιχείρηση του!
Γιάννης: Κι αν την έκαψε για να γλιτώσει από τα χρέη και από τα δικά σου δανεικά; Και τον πήρε πρέφα η ασφαλιστική;
Σιμόν: Σκάσε τομάρι, λεχρίτη, ανίκανε!
Γιάννης: Άσε κάτω την καρέκλα, τώρα! Θα σε χαστουκίσω να συνέλθεις από το μεθύσι.
Σιμόν: Τόλμα και θα καλέσω αμέσως την αστυνομία!
Γιάννης: Φτάνει πια, σταμάτα. Σε δυο ώρες έρχονται οι δικοί σου!
Σιμόν: Θέλω ένα τσιγάρο!
Γιάννης: Τελειώσανε!
Σιμόν: Πάω ν' αγοράσω!
Γιάννης: Όχι. Μείνε εδώ. Θα πάω εγώ.
Σιμόν: Δικό μου είναι τ' αυτοκίνητο, εγώ το οδηγώ! Άι στο διάτανο! Φαλλοκράτη!
…..
Γιάννης: Ναι, παρακαλώ!
Μητέρα της Σιμόν: Γιάννη, η Μονίκ μεταφέρεται με το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο! Έρχομαι να σε πάρω να πάμε μαζί!
Γιάννης: Ναι!;
……
Μητέρα της Σιμόν: Έλα μπες στο αυτοκίνητο. Έχω καλά νέα.
Γιάννης: Ευτυχώς!
Μητέρα της Σιμόν: Έχει τις αισθήσεις της, περπατάει. Μιλάει. Πονάει στα πλευρά. Θα της κάνουν ακτινογραφίες γιατί πονάει στα πλευρά.
Γιάννης: Είχε πιει πάλι. Ήταν εκτός ελέγχου. Προσπάθησα να την ηρεμήσω, μα δεν άκουγε. Της πρότεινα να πάω εγώ με το αυτοκίνητο ν' αγοράσω τσιγάρα αλλά με τίποτα. Ανένδοτη.
Μητέρα της Σιμόν: Η αστυνομία μου είπε πως το αυτοκίνητο έχει μεγάλη ζημιά.
Γιάννης: Πού έγινε το ατύχημα;
Μητέρα της Σιμόν: Στη διασταύρωση για το χωριό, δυο χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι.
Γιάννης: Ποπό. Επειδή καθυστερούσε πήρα το ποδήλατο να πάω να την βρω. Και λίγο πριν από την συγκεκριμένη διασταύρωση γύρισα πίσω γιατί σκέφτηκα ότι μπορεί να μου τηλεφωνούσε στο σταθερό. Κινητό δεν πήρε μαζί της.
…………
Μαζί της τα είδα όλα· κόλαση και παράδεισος μαζί, σ' ένα σώμα και ολόκληρο δικό μου. Ναι, της άνηκα και μου άνηκε γι' αυτό και ξεμπερδέψαμε από την τραγικότητα και τη μοιραία καταστροφή. Σαφέστατα και συνέβησαν χιουμοριστικές καταστάσεις, τέτοιες που να μην αρκεί όλος ο αυτοσαρκασμός του κόσμου. Ναι, υπερβάλλω. Αλλά υπερβάλλαμε και οι δύο μας εντελώς αυθόρμητα και φυσικά σε μια μελοδραματική διάθεση ώστε να εξυψωνόμαστε στ' αστέρια, όπως ένα από εκείνα τα πρώτα καλοκαιρινά βράδια σε ένα μπαλκόνι μιας πανσιόν που είχαμε στρώσει το στρώμα και συνουσιαζόμαστε ολόγυμνοι ενώ καμία δεκαριά άτομα κοιμόνταν στα γύρω δωμάτια και 'μείς εκστασιασμένοι από τη λαγνεία και την τελείωση κοιτάζαμε τον ξάστερο ουρανό και μου αφιέρωνε ευχές καθώς έπεφταν τ' αστέρια. Ναι, αυτό το κοινότυπο μα τόσο απίστευτα αληθινά ατόφιο καθώς την ένιωθα με το αιδοίο της να τραμπαλίζεται πάνω στο πέος μου και να χύνει, χύνει, όχι μόνο το είναι της, αλλά και ολόκληρο το σύμπαν δια του αγωγού των ενωμένων σωμάτων μας εντός της οντολογικής μας απεραντοσύνης. Πράγματι, τόσο διαφορετικοί, αντίθετοι μα και τόσο όμοιοι ώστε θα μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί σ' αυτό το ξέφρενο χορό και να κλαίμε, γελάμε, τσακωνόμαστε, συμφιλιωνόμαστε μέχρι τον αιώνα τον άπαντα. Ναι, ήταν άρρωστο άλλα γοητευτικό, ξεμυάλιζε ο καυγάς μας, το κυνηγητό να τα ξαναβρούμε, κι όταν πηγαίναμε με άλλους, η επανένωσή μας ήταν πάντα καυτή, απροσποίητη, δίχως αναστολές ή φοβίες. Μια γαμουσία μυστική παραφράζοντας και το τραγούδι, διότι όλο αυτό το σκηνικό, ενώ ήταν υπερβολικά συναισθηματικό, είχε τον εγκλωβισμό στον κλειστό του κύκλο, την φαύλη περιφορά εντός μιας αόρατης ηδονιστικής φυλακής με πολύ φυσικό θεατρινισμό.
Copyright © Γιάννης Σμίχελης All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η συλλογή Δεύτερη φωνή II που περιέχει τα βιβλία Δηλήδονες του Γιάννη Σμίχελη και Λαγνογκριζοβυθίσεις της Νεφέλης Σμίχελη, που δημοσιεύθηκαν τμηματικά από τις 4 Μαρτίου 2026, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις koukidaki. ISBN: 978-618-88274-0-0
Ξεκινήστε από την αρχή. Συνεχίστε στο επόμενο στις 24 Σεπτεμβρίου.



