Για τη μάνα μου!

Γιώργου Μπιλικά

Φωτογραφία Γιώργου Μπιλικά

Μάνα, τώρα σε βλέπω.

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς κατάλαβα πως η μάνα μου δεν ήταν αθάνατη. Ίσως να ήταν εκείνο το πρωινό που την είδα να στέκεται για λίγο στην κουζίνα, ακίνητη, με τα χέρια της ακουμπισμένα στον πάγκο. Δεν έκανε τίποτα. Δεν μαγείρευε, δεν έπλενε, δεν τακτοποιούσε. Απλώς στεκόταν. Κι εγώ, που την είχα συνηθίσει να κινείται μέσα στο σπίτι σαν να ήταν μέρος της καθημερινής του λειτουργίας, σαν ένα ρολόι που δεν σταματά ποτέ, την κοίταξα και σκέφτηκα για πρώτη φορά πως μπορεί να κουράζεται.

Μέχρι τότε πίστευα πως οι μανάδες δεν κουράζονται. Οι μανάδες ξυπνούν νωρίς, ακούνε τους ήχους του σπιτιού πριν τους ακούσουν οι άλλοι, ξέρουν ποιος δεν είναι καλά χωρίς να τους το πει, ξέρουν πότε ένα παιδί λέει ψέματα και λέει «δεν έχω τίποτα» ενώ έχει τα πάντα, ξέρουν να περιμένουν και κυρίως ξέρουν να φοβούνται σιωπηλά.

Η δική μου μάνα δεν είχε μεγάλα λόγια. Δεν ήταν από εκείνες τις γυναίκες που έβγαζαν τη ζωή τους στο τραπέζι για να την κοιτάζουν οι άλλοι. Η ζωή της ήταν εκεί, μέσα στα μικρά πράγματα. Σ' ένα πιάτο που έμπαινε στο τραπέζι όταν δεν πεινούσες, σ' ένα φως που έμενε αναμμένο μέχρι να γυρίσεις, σ' ένα «πάρε ζακέτα» που, όσο κι αν μεγάλωσες, συνέχιζε να σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα: «Φοβάμαι μήπως κρυώσεις». Μόνο που τότε δεν το καταλάβαινα. Τα παιδιά αργούν να καταλάβουν τις μανάδες τους. Γιατί όταν είσαι μικρός, νομίζεις πως η μάνα σου είναι απλώς η μάνα σου. Δεν μπορείς να φανταστείς τη γυναίκα που υπήρχε πριν από εσένα. Δεν σκέφτεσαι τι ονειρεύτηκε, τι φοβήθηκε, τι έχασε. Δεν αναρωτιέσαι ποια ήταν όταν ήταν είκοσι χρονών, τι τραγούδια άκουγε, ποιον περίμενε, ποιον αποχαιρέτησε, τι ήθελε να γίνει και τι τελικά έγινε. Για σένα είναι μόνο η μάνα σου. Κι αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο άδικο που κάνουμε στους ανθρώπους που αγαπάμε. Τους αγαπάμε τόσο πολύ για αυτό που είναι για εμάς, που ξεχνάμε να τους κοιτάξουμε όπως είναι για τον εαυτό τους.

Χρειάστηκε να μεγαλώσω για να δω τη γυναίκα πίσω από τη μάνα. Και τότε άρχισα να θυμάμαι.

Θυμήθηκα τα χέρια της. Πόσα πράγματα μπορούν να πουν δύο χέρια χωρίς να μιλήσουν; Τα χέρια της ήξεραν από δουλειά, από φροντίδα, από υπομονή. Ήξεραν να πιάνουν τα πράγματα που έπεφταν πριν προλάβουν να σπάσουν. Ήξεραν να χαϊδεύουν ένα μέτωπο, να ισιώνουν ένα σεντόνι, να κλείνουν μια πόρτα απαλά. Κι εγώ, μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως εκείνα τα χέρια είχαν κάνει πολύ περισσότερα από όσα είχα αντιληφθεί.

Θυμάμαι που μου έπλεκε πουλόβερ και με ρωτούσε τι χρώμα μου αρέσει να πάρει το μαλλί και εγώ της έλεγα «γκρενά». Μου άρεσε πολύ αυτό το χρώμα. Εκείνα τα χέρια είχαν κρατήσει πολλά πράγματα. Είχαν κρατήσει κι εμένα. Όχι μόνο όταν ήμουν βρέφος, ούτε μόνο όταν ήμουν παιδί. Με είχαν κρατήσει ακόμα κι όταν έφυγα, ακόμα κι όταν νόμιζα πως δεν τη χρειαζόμουν, ακόμα κι όταν έκανα πως δεν άκουγα τη φωνή της στο τηλέφωνο και της έλεγα βιαστικά πως θα την πάρω αργότερα.

Οι μανάδες περιμένουν πολύ. Περιμένουν ένα τηλέφωνο, μια επίσκεψη, μια κουβέντα, ένα «είσαι καλά;» που να μην ειπωθεί από συνήθεια κι εμείς, οι γιοι τους, είμαστε πάντα κάπου αλλού. Έχουμε δουλειές, έχουμε μουσικές, έχουμε συναυλίες, έχουμε βιβλία, έχουμε ανθρώπους, έχουμε όνειρα. Τρέχουμε να προλάβουμε τη ζωή, χωρίς να καταλαβαίνουμε πως η ζωή, κάποια στιγμή, θα μας ζητήσει τον λογαριασμό για όλα εκείνα που αναβάλαμε.

Μια μέρα, όμως, γυρίζεις στο σπίτι και βλέπεις τη μάνα σου μικρότερη απ' ό,τι τη θυμόσουν. Όπως εκείνη την ημέρα που την είδες για πρώτη φορά έξω από το σπίτι, στη δουλειά της, νέα και όμορφη. Τότε που γύρισες απ' το σχολείο και βρήκες τη γιαγιά σου πεσμένη μέσα στο σπίτι, πάνω στο πάτωμα και έτρεξες στη δουλειά της να της το πεις. Πρώτη φορά έβλεπες τη μάνα σου στη δουλειά της. Τι όμορφη που ήταν. Μα Γιώργο... η μάνα σου ήταν πάντα νέα και όμορφη. Άλλαξε τώρα; Όχι. Εκείνη δεν άλλαξε. Αυτός που άλλαξε είσαι εσύ. Άλλαξες και άρχισες να παρατηρείς πράγματα που κάποτε δεν έβλεπες. Τη μικρή της κίνηση όταν σηκώνεται από την καρέκλα, το βλέμμα της όταν νομίζει πως δεν την κοιτάς, τον τρόπο που λέει το όνομά σου. Και τότε καταλαβαίνεις κάτι που δεν μπορείς πια να ξεχάσεις: πως η μάνα σου δεν ήταν ποτέ μόνο η μάνα σου. Ήταν ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που φοβήθηκε, που λύγισε, που μπορεί να έκλαψε όταν δεν ήσουν εκεί, που κάποτε δεν ήξερε τι να κάνει, που έκανε λάθη, που ίσως μετάνιωσε, που ίσως είχε κι εκείνη ανάγκη από μια αγκαλιά και δεν το είπε ποτέ. Κι αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι της ενηλικίωσης. Να ανακαλύπτεις πως οι γονείς σου δεν ήταν θεοί. Ήταν άνθρωποι που προσπάθησαν. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα λάθη τους και στις σιωπές τους, μεγάλωσες κι εσύ.

Η μάνα μου δεν μου έμαθε να μην πέφτω. Μου έμαθε, όμως, κάτι πιο σημαντικό. Να σηκώνομαι. Δεν μου είπε πως ο κόσμος είναι δίκαιος κι ούτε μου υποσχέθηκε πως όλα θα πάνε καλά. Ίσως γιατί ήξερε πως δεν πάνε πάντα καλά. Μου έμαθε όμως, με τον δικό της τρόπο, να προχωράω και κάθε φορά που η ζωή με έριχνε κάτω, κάπου μέσα μου υπήρχε ακόμη εκείνη η φωνή. Όχι δυνατή, ούτε αυστηρή. Ήταν όμως, εκεί, σαν ένα φως που έχει μείνει αναμμένο σ' ένα δωμάτιο, για να ξέρεις πως, αν γυρίσεις, κάποιος είναι εκεί.

Αυτό είναι τελικά η μάνα. Δεν είναι μόνο εκείνη που σε γέννησε. Είναι εκείνη που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σου έμαθε να υπάρχεις. Και όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω πως η μεγαλύτερη αγάπη δεν είναι αυτή που φωνάζει, αλλά είναι αυτή που μένει, αυτή που περιμένει, αυτή που δεν ζητάει τίποτα.

Μερικές φορές σκέφτομαι πως όλη μας η ζωή είναι μια μεγάλη διαδρομή μακριά από τη μάνα μας και ταυτόχρονα μια αργή επιστροφή σ' εκείνη. Φεύγουμε για να γίνουμε αυτό που θέλουμε. Και κάποτε, ύστερα από χρόνια, καταλαβαίνουμε πως ένα κομμάτι από αυτό που γίναμε το χρωστάμε σ' εκείνη. Τότε θα ήθελα να μπορούσα να γυρίσω πίσω. Όχι για να αλλάξω κάτι, αλλά μόνο για να της πω μερικά πράγματα που δεν της είπα. Να της πω πως τώρα καταλαβαίνω πως εκείνο το «πρόσεχε» δεν ήταν έλεγχος αλλά ήταν αγάπη. Πως εκείνο το «έφαγες;» δεν ήταν συνήθεια, αλλά ήταν αγωνία. Πως εκείνο το «να προσέχεις» που μου έλεγε κάθε φορά που έφευγα δεν ήταν μια απλή ευχή, αλλά ήταν ένας τρόπος να μου πει: «Σε αγαπώ τόσο πολύ, που φοβάμαι τον κόσμο όταν δεν είσαι κοντά μου». Αλλά δεν μπορώ να γυρίσω πίσω. Κανείς δεν γυρίζει. Και ίσως αυτό να είναι το παράξενο θαύμα της μνήμης. Ότι μπορείς να γυρίσεις εκεί που δεν μπορείς να πας, για να ξαναδείς ένα πρόσωπο, να ακούσεις μια φωνή, να ανοίξεις μια πόρτα, να καθίσεις ξανά στο τραπέζι, να πεις αυτά που δεν είπες.

Κι έτσι, κάποιες νύχτες, όταν όλα ησυχάζουν, επιστρέφω κι εγώ στην κουζίνα, στο σπίτι, στα χέρια της και τη βλέπω να στέκεται εκεί, όπως παλιά, μόνο που τώρα ξέρω. Ξέρω πως κουραζόταν, ξέρω πως φοβόταν, ξέρω πως είχε κι εκείνη όνειρα που δεν πρόλαβαν να γίνουν, ξέρω πως πίσω από τη μάνα υπήρχε μια γυναίκα που έζησε μια ολόκληρη ζωή κι εγώ, που κάποτε νόμιζα πως ήξερα τα πάντα γι' αυτήν, τώρα καταλαβαίνω πως ίσως δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω όσο θα ήθελα.

Γι' αυτό, αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να της πω σήμερα, είναι μόνο αυτό: Μάνα, τώρα σε βλέπω. Όχι μόνο ως τη γυναίκα που με γέννησε, αλλά ως τη γυναίκα που ήσουν και σ' ευχαριστώ, για όλα όσα μου έδωσες, για όλα όσα δεν μπόρεσες να μου δώσεις, για όσα είπες και, περισσότερο απ' όλα, για όσα δεν χρειάστηκε ποτέ να πεις, γιατί τα είχα ήδη καταλάβει. Ή μάλλον... χρειάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να καταλάβω πόσο πολύ μου λείπεις και πόσο πολύ σ' αγαπώ. Μάνα σ' αγαπώ!


Copyright © Γιώργος Μπιλικάς All rights reserved
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε φωτογραφία του ίδιου