Χρίστος Σοροβέλης: Με ώθησε η ανάγκη να μιλήσω για ανθρώπους και καταστάσεις που συχνά περνούν απαρατήρητοι. Το «Μην ξανάρθεις» είναι διηγήματα, από τις εκδόσεις Συρτάρι (2026)· γεννήθηκε από εικόνες, βιώματα, κοινωνικές αντιθέσεις και κυρίως από την ανάγκη μου να δώσω φωνή σε ανθρώπους που δυσκολεύονται να ακουστούν. Ήθελα μέσα από τις ιστορίες να φωτίσω τη μοναξιά, την απώλεια, την αδικία, τον κοινωνικό αποκλεισμό, αλλά και εκείνες τις μικρές στιγμές ανθρωπιάς που μπορούν να κρατήσουν έναν άνθρωπο όρθιο. Δεν με ενδιέφερε απλώς να διηγηθώ ιστορίες· ήθελα να προκαλέσω στον αναγνώστη ένα συναίσθημα, μια σκέψη, ίσως και μια εσωτερική αναμέτρηση με όσα συμβαίνουν γύρω μας. Το βιβλίο γράφτηκε, τελικά, από την ανάγκη μου να μη μείνουν κάποιοι άνθρωποι και κάποιες αλήθειες στη σιωπή.
Πώς βιώνετε την εμπειρία της ανάγνωσης των έργων σας μετά από ένα χρονικό διάστημα, όταν αυτά έχουν τυπωθεί σε ένα βιβλίο και έχει περάσει καιρός από τη δημιουργία τους; Εξακολουθείτε να συμφωνείτε και να έχετε τον ίδιο ενθουσιασμό;
Χ.Σ.: Η ανάγνωση ενός έργου μου μετά από καιρό είναι μια παράξενη, αλλά και πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία. Είναι σαν να συναντώ ξανά έναν παλιό μου εαυτό. Όταν γράφω, βρίσκομαι μέσα στην ιστορία, στους χαρακτήρες, στα συναισθήματα και στις αγωνίες τους. Όταν όμως περάσει ο χρόνος, μπορώ να τα κοιτάξω με μεγαλύτερη απόσταση και, ίσως, με πιο αυστηρό βλέμμα. Εξακολουθώ να συμφωνώ με την ουσία όσων έγραψα, γιατί αυτά προέρχονται από τις ευαισθησίες, τις σκέψεις και τις ανησυχίες που είχα όταν δημιουργούσα. Ο ενθουσιασμός, όμως, αλλάζει μορφή. Δεν είναι πια ο αυθόρμητος ενθουσιασμός της δημιουργίας· γίνεται περισσότερο μια ήρεμη ικανοποίηση, αλλά και μια διάθεση να ανακαλύψω ξανά τι ήθελα τότε να πω. Δεν εντοπίζω σημεία που σήμερα θα τα έγραφα διαφορετικά. Κάθε βιβλίο είναι ένα αποτύπωμα μιας συγκεκριμένης εποχής της ζωής και της σκέψης μας. Γι' αυτό και το «Μην ξανάρθεις», όταν το ξαναδιαβάζω, δεν το αντιμετωπίζω μόνο ως βιβλίο. Το βλέπω ως ένα κομμάτι του εαυτού μου που έμεινε εκεί, στις σελίδες του, και εξακολουθεί να συνομιλεί μαζί μου.
Έχετε διαφωνήσει ποτέ με τον δημιουργικό εαυτό σας;
Χ.Σ.: Ναι, έχω διαφωνήσει αρκετές φορές με τον δημιουργικό μου εαυτό. Ο συγγραφέας δεν είναι πάντα ένας άνθρωπος με βεβαιότητες. Υπάρχουν στιγμές που γράφω κάτι και, λίγο αργότερα, αναρωτιέμαι αν έπρεπε να τολμήσω περισσότερο, αν ένας ήρωας θα μπορούσε να είχε διαφορετική πορεία ή αν μια σκέψη μου ήταν τελικά τόσο απόλυτη όσο φαινόταν τη στιγμή που την κατέγραψα. Αυτή η εσωτερική διαφωνία, όμως, θεωρώ ότι είναι δημιουργική. Με βοηθά να ξανακοιτάζω το κείμενο, να αμφισβητώ τον εαυτό μου και να μην επαναπαύομαι. Η δημιουργία, για μένα, αρχίζει από την αμφιβολία και ολοκληρώνεται μέσα από τον διάλογο με τον ίδιο μου τον εαυτό. Στο «Μην ξανάρθεις» υπήρξαν στιγμές που δυσκολεύτηκα να αποφασίσω πόσο βαθιά θα μπω στον πόνο των ηρώων μου. Δεν ήθελα ούτε να τον εξωραΐσω ούτε να τον εκμεταλλευτώ συναισθηματικά. Ήθελα ο αναγνώστης να τον αισθανθεί, αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσει τη δική του ελευθερία να κρίνει και να προβληματιστεί. Επομένως, ναι, έχω διαφωνήσει με τον δημιουργικό μου εαυτό. Και ίσως αυτή η διαφωνία να είναι τελικά ένα από τα πιο γόνιμα κομμάτια της συγγραφικής διαδικασίας.
Υπάρχει κάποιο έργο που να το ξεχωρίζετε και γιατί;
Χ.Σ.: Όλα τα διηγήματα στο «Μην ξανάρθεις» τα αισθάνομαι πιο κοντά μου, επειδή συνδέονται με μια ιδιαίτερη συναισθηματική στιγμή ή με έναν προβληματισμό που με απασχόλησε βαθιά. Είναι ιδιαίτερα τα κείμενα στα οποία οι ήρωες βρίσκονται αντιμέτωποι με τη μοναξιά, την απώλεια, την κοινωνική αδικία και την ανάγκη τους να κρατήσουν ζωντανή την αξιοπρέπειά τους. Εκεί αισθάνομαι ότι η λογοτεχνία αποκτά έναν ουσιαστικό ρόλο: δεν περιγράφει απλώς μια πραγματικότητα, αλλά προσπαθεί να την κατανοήσει.
Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα έργο, θα επέλεγα την ποιητική συλλογή «Μια λέξη στο χώμα», από τις εκδόσεις Συρτάρι και τα διηγήματα του «Μην ξανάρθεις», όχι μόνο επειδή δίνει τον τίτλο σε ολόκληρη τη συλλογή, αλλά επειδή συμπυκνώνει, κατά κάποιον τρόπο, μια βασική αγωνία του βιβλίου: την απουσία, την προσμονή, τον αποχωρισμό και όλα όσα μένουν ανείπωτα ανάμεσα στους ανθρώπους. Κάθε κείμενο, βέβαια, έχει τη δική του θέση μέσα μου. Ο συγγραφέας δεν αγαπά όλα τα παιδιά του με τον ίδιο τρόπο, αλλά δυσκολεύεται να ξεχωρίσει κάποιο χωρίς να αδικήσει τα υπόλοιπα.
Υπάρχουν στιγμές που σας πυροδοτούν βάζοντάς σας σε δημιουργική κίνηση;
Χ.Σ.: Βεβαίως. Συνήθως δεν είναι οι μεγάλες και εντυπωσιακές στιγμές που με οδηγούν στη γραφή, αλλά οι μικρές, σχεδόν ασήμαντες στιγμές της καθημερινότητας. Ένα βλέμμα, μια κουβέντα που θα ακούσω τυχαία, ένας άνθρωπος που θα συναντήσω στον δρόμο, μια εικόνα που θα με συγκινήσει ή μια κοινωνική αδικία που θα με θυμώσει μπορούν να γίνουν η αφορμή για μια ιστορία. Με πυροδοτούν ιδιαίτερα οι άνθρωποι. Η ζωή τους, οι σιωπές τους, αυτά που κρύβουν πίσω από ένα χαμόγελο ή πίσω από μια φαινομενικά συνηθισμένη συμπεριφορά. Πολλές φορές μια ιστορία βρίσκεται εκεί όπου οι περισσότεροι βλέπουν απλώς ένα καθημερινό περιστατικό. Υπάρχουν επίσης στιγμές που μια ανάμνηση επιστρέφει απρόσμενα. Τότε αισθάνομαι την ανάγκη να την κρατήσω ζωντανή μέσα από τις λέξεις. Δεν γράφω πάντα επειδή έχω κάτι συγκεκριμένο να πω· κάποιες φορές γράφω για να καταλάβω καλύτερα αυτό που αισθάνομαι. Ίσως τελικάαυτή να είναι η μεγαλύτερη πηγή της δημιουργίας μου: η ανάγκη να μετατρέψω ένα συναίσθημα, μια εικόνα ή έναν προβληματισμό σε λόγο και, μέσα από τον λόγο, να επικοινωνήσω με έναν άλλον άνθρωπο.
Κι αντίστοιχα, υπάρχουν στιγμές για τις οποίες δεν θα γράφατε ποτέ τίποτα;
Χ.Σ.: Η λογοτεχνία για μένα δεν είναι εκμετάλλευση της ανθρώπινης δυστυχίας. Είναι προσπάθεια κατανόησής της. Επίσης, δεν θα έγραφα ποτέ κάτι μόνο και μόνο για να προκαλέσω. Δεν με ενδιαφέρει ο εντυπωσιασμός χωρίς ουσία. Ακόμα και όταν καταπιάνομαι με δύσκολα ή σκοτεινά θέματα, θέλω να υπάρχει πίσω από αυτά ένας προβληματισμός, μια ανθρώπινη διάσταση, μια χαραμάδα μέσα από την οποία ο αναγνώστης μπορεί να δει κάτι περισσότερο. Υπάρχουν, λοιπόν, πράγματα που προτιμώ να μην τα γράψω. Και πιστεύω πως και η σιωπή είναι μέρος της συγγραφικής ευθύνης.
Αν θα έπρεπε να περιγράψετε το εν λόγω πόνημα με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Χ.Σ.: Ενσυναίσθηση.
Αν το βιβλίο σας ήταν/γινόταν ένα κανονικό ταξίδι κάπου στον κόσμο, πού θα πηγαίναμε και πόσες μέρες θα κρατούσε;
Χ.Σ.: Θα πηγαίναμε σε ένα ταξίδι χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, γιατί το «Μην ξανάρθεις» είναι ένα ταξίδι περισσότερο εσωτερικό παρά γεωγραφικό. Αν όμως έπρεπε να επιλέξω έναν τόπο, θα διάλεγα την Ιθάκη. Έναν τόπο που κουβαλά μέσα του την επιστροφή, την αναμονή, την απουσία, τη μνήμη και την προσδοκία. Θα ξεκινούσαμε από το χωριό μου, τα Αγράμπελα Αιτωλοακαρνανίας, και θα ταξιδεύαμε προς το νησί, αφήνοντας πίσω μας τον θόρυβο της καθημερινότητας. Θα περπατούσαμε σε μικρούς δρόμους, θα κοιτούσαμε τη θάλασσα και θα αφήναμε τις ιστορίες του βιβλίου να μας συναντούν μέσα από τους ανθρώπους και τα τοπία. Το ταξίδι θα κρατούσε 33 ημέρες, όσα είναι και τα διηγήματα. Θα ήθελα κάθε ημέρα να αντιστοιχεί σε μια διαφορετική ιστορία, ένα διαφορετικό συναίσθημα, μια διαφορετική ανθρώπινη διαδρομή. Και την τελευταία ημέρα δεν θα επιστρέφαμε ακριβώς ίδιοι. Θα παίρναμε μαζί μας κάτι από τους ανθρώπους του βιβλίου: μια ανάμνηση, έναν προβληματισμό, ίσως και μια μικρή ελπίδα. Γιατί κάθε αληθινό ταξίδι, όπως και κάθε βιβλίο, αξίζει όταν, επιστρέφοντας, έχει αλλάξει έστω και λίγο τον άνθρωπο που το έκανε.
Ποια είναι η γνώμη σας για τη σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή στη χώρα μας σε σχέση με την λογοτεχνία; Έχετε αγαπημένους Έλληνες συγγραφείς;
Χ.Σ.: Υπάρχει πληθώρα. Ο αναγνώστης αδυνατεί να επιλέξει ή να γνωρίσει τα βιβλία, παρά μόνο όσα διαφημίζονται από τα μεγάλα ΜΜΕ. Αγαπημένος ποιητής είναι ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Από τους συγγραφείς ο Ντοστογιέφσκι.
Σας ευχαριστώ για την όμορφη συνέντευξη!
Έτσι απάντησε ο Χρίστος Σοροβέλης, σε μια μικρή συνέντευξη μεγάλων βιβλιοταξιδιών, με αφορμή και για τη συλλογή διηγημάτων του Μην ξανάρθεις, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Συρτάρι.


