Μια άλλη οπτική του πνευματικού έργου του Καζαντζάκη

Παλαιότερες και νεότερες εκδόσεις των αναφερόμενων έργων του Νίκου Καζαντζάκη: Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ασκιτική και Αδερφοφάδες

Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ένας συγγραφέας που δύσκολα μπορεί να χωρέσει μέσα στα στενά όρια μιας μόνο ερμηνείας, διότι η γραφή του κινείται αδιάκοπα ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό, ανάμεσα στην ύλη και στο πνεύμα, ανάμεσα στην απελπισία της πτώσεως και στην ελπίδα της αναστάσεως, αναζητώντας πάντοτε εκείνο το αόρατο σημείο όπου ο άνθρωπος παύει να είναι απλώς ένα πλάσμα καταδικασμένο στον θάνατο και γίνεται συνοδοιπόρος μιας ανώτερης πραγματικότητας που τον καλεί να υπερβεί τον εαυτό του. Μέσα σε αυτή την αέναη πορεία αναζήτησης ο Θεός του Καζαντζάκη δεν απουσιάζει ποτέ, ακόμα και όταν σιωπά, ακόμα και όταν ο άνθρωπος αισθάνεται μόνος, ακόμα και όταν η ψυχή του στέκει μπροστά στην άβυσσο και δεν γνωρίζει αν πρέπει να προχωρήσει ή να επιστρέψει, γιατί ακριβώς αυτή η αγωνιώδης αναζήτηση αποτελεί τον πυρήνα της πνευματικής του δημιουργίας και γίνεται ο δρόμος μέσα από τον οποίο οι ήρωές του γνωρίζουν όχι μόνο τον Θεό αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό. Η πίστη στον Καζαντζάκη δεν είναι μια ήρεμη και ακίνητη κατάσταση, δεν είναι μια βεβαιότητα που αποκτήθηκε και πλέον δεν χρειάζεται να δοκιμαστεί, αλλά είναι αγώνας, ανηφόρα, πληγή, κραυγή και πορεία προς τα άνω, μια πορεία κατά την οποία ο άνθρωπος καλείται να μετατρέψει την αδυναμία του σε δύναμη και τον φόβο του σε ελευθερία.

Μέσα σε αυτή την προοπτική γίνεται κατανοητή και η διάκριση ανάμεσα στη χαρισματική και στη θεσμική Εκκλησία, η οποία διατρέχει με ιδιαίτερη ένταση το έργο του συγγραφέα. Η θεσμική Εκκλησία εμφανίζεται όταν η πίστη περιορίζεται στους τύπους, όταν ο άνθρωπος που έχει αναλάβει να υπηρετήσει τον Θεό ξεχνά τον άνθρωπο και όταν η θρησκευτική ιδιότητα μετατρέπεται σε εξουσία, σε προνόμιο ή σε μηχανισμό επιβολής. Αντίθετα, η χαρισματική Εκκλησία γεννιέται εκεί όπου ο άνθρωπος ανοίγει την καρδιά του στον πάσχοντα, εκεί όπου η πίστη δεν μένει στα λόγια αλλά γίνεται πράξη, εκεί όπου η αγάπη γίνεται θυσία και η θυσία γίνεται δρόμος σωτηρίας. Ο Καζαντζάκης δεν φαίνεται να απορρίπτει τον Θεό ούτε την Εκκλησία ως πνευματική πραγματικότητα, αλλά στρέφεται εναντίον εκείνης της μορφής θρησκευτικότητας που απομακρύνεται από την ουσία του Ευαγγελίου και αδυνατεί να αναγνωρίσει στο πρόσωπο του άλλου τον ίδιο τον Χριστό. Η αντίθεση αυτή αποτυπώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο στα πρόσωπα των ιερέων που εμφανίζονται στα έργα του, καθώς ο ένας μπορεί να φέρει το ένδυμα του κληρικού, χωρίς όμως να διαθέτει την εσωτερική φλόγα της πίστεως, ενώ ο άλλος, μέσα από την ταπείνωση, την πείνα, τον πόνο και την προσφορά, γίνεται αληθινός λειτουργός του Θεού.

ΣτΟ Χριστός ξανασταυρώνεται η μορφή του παπα-Φώτη βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την περιοχή της χαρισματικής Εκκλησίας, διότι ο ιερέας δεν περιορίζεται στην τέλεση των μυστηρίων ούτε εγκλωβίζεται στην εξωτερική του ιδιότητα, αλλά κατεβαίνει στο επίπεδο του πονεμένου ανθρώπου και μοιράζεται μαζί του την πείνα, την προσφυγιά, τον φόβο και την αγωνία. Η Εκκλησία του παπα-Φώτη δεν είναι μια Εκκλησία απομακρυσμένη από την κοινωνία, αλλά μια Εκκλησία που περπατά μέσα στη λάσπη του κόσμου, που ακούει την κραυγή του ανθρώπου και προσπαθεί να την μεταφέρει ενώπιον του Θεού. Γι' αυτό και η σχέση του με τον Μανολιό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αφού ο νεαρός ήρωας, καθώς προχωρεί στην προσωπική του πνευματική πορεία, δεν οδηγείται σε μια πίστη φοβισμένη και παθητική, αλλά σε μια πίστη που γίνεται αγάπη, συμπόνια και τελικά θυσία. Ο Μανολιός γίνεται έτσι εικόνα ενός ανθρώπου που δεν κρατά τον Θεό για τον εαυτό του, αλλά αισθάνεται την ανάγκη να μεταδώσει αυτό που έζησε, να σταθεί κοντά στους άλλους και να προσφέρει ακόμα και τη ζωή του για εκείνους που στρέφονται εναντίον του. Η πορεία του αποκτά έτσι χριστολογικό χαρακτήρα και ο ίδιος γίνεται ένας άνθρωπος που, μέσα από τον πόνο του, φανερώνει μια διαφορετική δυνατότητα υπάρξεως.

Απέναντι σε αυτή τη χαρισματική διάσταση στέκεται η μορφή του παπα-Γρηγόρη, ο οποίος εκφράζει την άλλη πλευρά της θρησκευτικής πραγματικότητας, εκεί όπου ο θεσμός έχει αποκοπεί από το χάρισμα και η εξουσία έχει αντικαταστήσει την αγάπη. Η αντιπαράθεση των δύο προσώπων δεν είναι απλώς μια αντιπαράθεση καλού και κακού, αλλά μια βαθύτερη αντιπαράθεση δύο διαφορετικών τρόπων να αντιλαμβάνεται κανείς την Εκκλησία και τον Θεό. Ο ένας βλέπει την Εκκλησία ως χώρο προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και συμπαράστασης στον πάσχοντα, ενώ ο άλλος την αντιλαμβάνεται ως δύναμη που πρέπει να διατηρήσει τη θέση και την επιρροή της. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη κριτική του Καζαντζάκη, διότι όταν η θρησκεία απομακρύνεται από την αγάπη, κινδυνεύει να γίνει κενό περίβλημα, ενώ όταν η πίστη κατεβαίνει μέσα στην ανθρώπινη ζωή και συμμετέχει στον πόνο της, τότε μεταμορφώνεται σε ζωντανή δύναμη.

Ανάλογη είναι και η πνευματική πορεία του παπα-Γιάνναρου στους Αδερφοφάδες, όπου η αναζήτηση του Θεού συνδέεται με την υπέρβαση της ανθρώπινης έχθρας, με την προσπάθεια να ξεπεράσει ο άνθρωπος τον ίδιο τον άνθρωπο και να αντικρίσει τον συνάνθρωπό του όχι ως εχθρό αλλά ως αδελφό. Ο Θεός δεν βρίσκεται για τον ήρωα σε μια μακρινή και απρόσιτη σφαίρα, αλλά μέσα στη ζωντανή εμπειρία της αγάπης, στη στιγμή εκείνη κατά την οποία ο άνθρωπος αισθάνεται ότι ξεπερνά τα όρια της ατομικότητάς του και συμμετέχει σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο. Η φωτιά που διατρέχει την πνευματική του εμπειρία γίνεται εικόνα μιας παρουσίας θεϊκής που δεν εξηγείται εύκολα με τη λογική, αλλά βιώνεται, καίει, αναστατώνει και ταυτόχρονα λυτρώνει.

Και ίσως εδώ βρίσκεται το βαθύτερο σημείο της καζαντζακικής αναζήτησης. Ο άνθρωπος δεν σώζεται επειδή απέφυγε την άβυσσο, αλλά επειδή τόλμησε να σταθεί απέναντί της, δεν λυτρώνεται επειδή δεν γνώρισε τον θάνατο, αλλά επειδή τον αντιμετώπισε χωρίς να υποκύψει στον φόβο, δεν οδηγείται προς τον Θεό επειδή έπαψε να αμφιβάλλει, αλλά επειδή μέσα στην αμφιβολία συνέχισε να αναζητά. Η Ασκητική εκφράζει με τον πιο πυκνό τρόπο αυτή την ανηφορική πορεία, όπου ο άνθρωπος καλείται να ακούσει την εσωτερική κραυγή και να ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο της υπέρβασης.

Έτσι, ο Καζαντζάκης δεν μας παραδίδει μια εύκολη εικόνα της πίστεως, αλλά μια πίστη που αιμορραγεί, που αγωνίζεται, που πέφτει και ξανασηκώνεται, μια πίστη που δεν φοβάται να σταθεί μπροστά στο μυστήριο του Θεού και να Τον αναζητήσει ακόμα και μέσα στη σιωπή Του. Η χαρισματική Εκκλησία που αναδύεται μέσα από τα έργα του είναι τελικά η Εκκλησία της αγάπης, της θυσίας και της ελευθερίας, εκείνη που δεν κλείνει τις πόρτες της μπροστά στον πεινασμένο, στον κατατρεγμένο και στον αδύναμο, αλλά ανοίγει την αγκαλιά της και γίνεται καταφύγιο για τον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος του Καζαντζάκη, οδοιπόρος πάντοτε και ποτέ πλανήτης, προχωρεί μέσα στη ζωή αναζητώντας έναν Θεό που δεν επιβάλλεται αλλά αποκαλύπτεται, έναν Θεό που βρίσκεται στην πληγωμένη ψυχή, στην προσφορά, στον πόνο, στην αγάπη και τελικά στη θυσία.

Ίσως γι' αυτό η γραφή του Καζαντζάκη εξακολουθεί να μας συγκινεί, διότι δεν μας επιτρέπει να σταθούμε αδιάφοροι μπροστά στο μεγάλο ερώτημα της υπάρξεως. Μας καλεί να βαδίσουμε, να πονέσουμε, να αναζητήσουμε, να πέσουμε και να ξανασηκωθούμε, έχοντας πάντοτε μέσα μας την ελπίδα πως πίσω από την κραυγή του ανθρώπου υπάρχει μια άλλη φωνή που τον καλεί προς τα πάνω. Και τότε η Σταύρωση δεν γίνεται τέλος αλλά πέρασμα, ο θάνατος δεν γίνεται απόλυτη συντριβή αλλά δοκιμασία, η αγάπη δεν γίνεται συναίσθημα αλλά πράξη και η Εκκλησία δεν γίνεται απλώς θεσμός αλλά ζωντανή παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο. Ο ανήφορος παραμένει δύσκολος, η άβυσσος παραμένει ανοιχτή, όμως ο άνθρωπος δεν βαδίζει πλέον μόνος. Συνοδοιπόρος του γίνεται Εκείνος που αναζητούσε από την πρώτη στιγμή, ο Θεός της αγάπης, της ελευθερίας και της θυσίας.



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε παλαιότερες και νεότερες εκδόσεις των αναφερόμενων έργων του Νίκου Καζαντζάκη: Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ασκιτική και Αδερφοφάδες.