Ίσως χρειάζεται να ξανασκεφτούμε τι σημαίνουν σήμερα η εικόνα, η μνήμη και η εμπειρία. Γιατί μια εικόνα μπορεί να θυμίζει, χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ ως εμπειρία· μπορεί να γεννά συναίσθημα, χωρίς να αποτελεί ίχνος ενός πραγματικού γεγονότος. Μπορεί, λοιπόν, η φωτογραφία σήμερα να «θυμάται» ακόμη ή μήπως απλώς μας βοηθά να κατασκευάζουμε εικόνες για όσα θυμόμαστε, φανταζόμαστε ή για όσα θα θέλαμε να έχουμε ζήσει;
Η Κατερίνα Χειλαδάκη είναι επαγγελματίας φωτογράφος, με έδρα της την Αθήνα και με πάρα πολλά χρόνια εμπειρίας στον χώρο, καθώς έχει στην παρακαταθήκη της πολλές συνεργασίες τόσο με visual artists, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, φωτορεπόρτερ, φωτογράφους όσο και με brands. Οι δουλειές της, καλύπτοντας πολύ συχνά και ανάγκες προώθησης-διαφήμισης, έχουν υπάρξει και εκτεθεί σε ποικίλους χώρους, με έννοια ευρεία ή στενή, όπως σε μουσεία, γκαλερί, θέατρα, σινεμά, καταλόγους, λευκώματα, βιβλία κ.ά. Πιο ειδικά, μία από τις εξαιρετικά εξελιγμένες δεξιότητές της, σε περιβάλλον Mac και με βασικό εργαλείο το Adobe Photoshop, στις πιο ενημερωμένες πάντα εκδοχές τους, είναι το editing.
Με την Κατερίνα γνωριστήκαμε το φθινόπωρο του 2022, μέσω κοινής μας φίλης, με κάπως αστείο τρόπο, και από τότε έχουμε συνεργαστεί και εξακολουθούμε με κάθε ευκαιρία να ενώνουμε τις δυνάμεις μας, σε projects που αφορούν τα βιβλία μου και τις μικρού μήκους πειραματικές art ταινίες μου. Με το που ρίχτηκε το όνομά της στο τραπέζι ως πρόταση της φίλης μας να την αναζητήσω, δύο ώρες περίπου μετά ήμουν στο πρώην ισόγειο γραφείο της, θρονιασμένη στο καναπέ ή κόβοντας βόλτες πυρετικά στο studio, καθώς η συζήτηση είχε ήδη ανάψει για βιβλία, projects και φανταστικά πλάσματα, που πίεζαν από το μέσα μου να εκφραστούν.
Αναρωτιέμαι ποια ήταν η εντύπωσή της από εκείνη την ημέρα, γιατί τα πρώτα πράγματα που άκουσε να βγαίνουν απ' το στόμα μου ήταν κάπως αλλόκοτα και ανορθόδοξα, σε αυτό το πλαίσιο ανταλλαγής, όπως θέλω να με δέσεις, να με «αποκεφαλίσεις», να με «σταυρώσεις», θα «μαχαιρωθώ», τα οποία, βέβαια, με μεγάλη συνέπεια συνέβησαν, απαρέγκλιτα και με τη σειρά. Εκείνο που με βεβαιότητα θυμάμαι, πάντως, ήταν τη δική μου ανακούφιση, γιατί αισθάνθηκα ότι μόλις είχα βρει έναν άνθρωπο με τον οποίο μπορούσαμε να συνεργαστούμε αρμονικά και η συνέχεια δεν με διέψευσε. Η Κατερίνα είναι ανοιχτή στις ιδέες, στη διεύρυνση των ορίων της, στον πειραματισμό, στο παιχνίδι και στον αυτοσχεδιασμό, ανταποκρινόμενη με γρήγορα αντανακλαστικά και με ετοιμότητα στις προκλήσεις. Το πιο βασικό, με έκανε να νιώσω ασφαλής. Την εμπιστεύτηκα, σαν ένα δίχτυ προστασίας, στα σάλτα που συχνά διενεργώ στο δημιουργικό μου πεδίο. Και έχω να μνημονεύσω πολλά από την κοινή μας πορεία, όπως όταν με χτυπημένο χέρι και δεμένα μάτια με καλσόν, ό,τι πρόχειρο είχαμε, γινόμουν –ισορροπώντας στο ένα πόδι– μύλος και πελαργός, στο art performance, που έφερε όμως όμορφο αποτέλεσμα, καθώς συχνά η δημιουργία προκύπτει και μέσα από τον πόνο, μεταφορικό ή κυριολεκτικό. Όσο σωματικό είναι και το art performance.
Αλλά δεν μεταμορφωνόμουν μόνο εγώ, μεταμορφωνόταν και η Κατερίνα, πίσω και μέσα από τον φακό της, μέσα στην οθόνη, μέσα από τις ιστορίες και τα κάδρα, όπως τα οραματιζόμουν, και τα σχεδίαζα στο σπίτι, ώσπου από ακίνημα έγιναν κινούμενες εικόνες –σε gif– και αργότερα ταινίες. Στη χημεία μας ήταν έντονη αυτή η αίσθηση της «μαγείας» πως ό,τι και να γινόταν στο τέλος της σοδειάς είχαμε κάθε φορά ζουμί και καρπό. Ενώ, κατά κανόνα, προέκυπταν, εκ μέρους μου, και νέες εκλάψεις, παρ' όλη την οργανωτική μου φύση, που βρήκε γόνιμο σύμμαχο στην Κατερίνα, καθώς ήμασταν διαρκώς εν βρασμώ και εν κινήσει, με συνέπεια να χρειάζεται συχνά να διορθωθούν αναδρομικά πολλά στοιχεία. Η ομάδα μεγάλωσε, διευρύνθηκε, αλλά ο αρχικός πυρήνας έμενε και παραμένει σταθερός, εμείς, η ιδέα-σπόρος, η αναγέννηση, τα πολλαπλά ταξίδια.
Οι συχνές μας συναντήσεις εκείνη την περίοδο λειτουργούσαν οριακά και ψυχοθεραπευτικά, τόσο ως ζυμωτήρι ιδεών όσο και ως καταφύγιο, εφόσον ανυπομονούσα να πάω με νέο υλικό, που γεννούσε απτό αποτέλεσμα σε εβδομαδιαία βάση, για το photoproject FireFly, ακόμα τότε. Μέσα από αυτό άνθισαν οι μικρού μήκους Fragmented και 13 Strokes..., και ύστερα φωτογραφίσεις για βιβλία, παρουσιάσεις κ.λπ. Ο κατάλογος και το φάσμα δεν έχει τέλος, με την Κατερίνα θα μπορούσαμε να ξεχνιόμαστε σε μία οθόνη ή «παίζοντας» με ρόλους μπροστά στον φακό, καθώς η ακρίβεια, η συνέπεια, η μελέτη, η αγόγγυστη αφοσίωσή της στο αντικείμενο και στο όραμα του συμπαίχτη της την κάνουν μία νεραϊδούλα με ραβδί που μπορεί να δώσει υπόσταση στη φαντασία. Και δεν είναι υπερβολή, καθώς έχω ακόμα αποτυπωμένη την έκπληξή της στον νου, από την πρώτη μας συνάντηση, όταν με πάθος της αφηγούμουν το αδιέξοδο που αισθανόμουν, σαν ένα ηφαίστειο που εκρήγνυται από απελπισία. Και ήρθε με απόλυτη ηρεμία, όπως ταιριάζει στη συγκροτημένη και ψύχραιμη ιδιοσυγκρασία της, η καθησυχαστική της φράση: Μπορώ να σε βοηθήσω να κάνεις ό,τι φαντάζεσαι πραγματικότητα. Εκεί ένιωσα πως τέλειωσαν τα ψέματα και βούτηξα, σαν άλλη Αλίκη, στον παραμύθι, αναζητώντας και βρίσκοντας στη διαδρομή πολλά νέα νήματα για να ξετυλίξω τις ιστορίες μου από διαφορετικές οπτικές γωνίες...
Τα υπόλοιπα είναι ιστορία, με αρχή εκείνο το σχοινί-«νήμα», με το οποίο γελάσαμε πολύ στην ιδέα ότι κάποιος θα μας έβλεπε, καθώς ξεθάφτηκε ένα ξημέρωμα από την αποθήκη και έγινε είδος χαρακτήρα στο Μέρος Α', του βιβλίου 1 Η μουντζούρα (δυστοπικό μυθιστόρημα, Ταξιδεύτης, 2021), στο photoproject FireFly, που είναι πάντα ένα work in progress, όπως είμαστε και εμείς.
Κάπου λέει στη συνέντευξη η Κατερίνα πως αυτοπροσδιορίζεται μέσα από τη δουλειά της, η οποία έχει πλέον γίνει κομμάτι του εαυτού της και εύχεται να μπορεί να ασκεί το επάγγελμα για πολλά ακόμα χρόνια, με την ίδια αφοσίωση και με το ίδιο ενδιαφέρον. Της το εύχομαι ολόψυχα, καθώς ταυτιζόμαστε εκεί, και εύχομαι επιπλέον να μας δοθούν ευκαιρίες να κάνουμε πολλές ακόμα δημιουργικές αναζητήσεις και περιπλανήσεις μαζί.
Ας δούμε, λοιπόν, πώς ξετυλίγεται η ιδιαίτερη ματιά της στο ψηφιακό «φιλμ» και πώς αποτυπώνεται μέσα από τον μαγικό της φακό...
Γιατί αποφάσισες να ασχοληθείς με τη φωτογραφία; Θυμάσαι την πρώτη φορά που σκέφτηκες πως θέλεις να ακολουθήσεις αυτήν τη διαδρομή;
Κατερίνα Χειλαδάκη: Νομίζω πως η απόφαση πάρθηκε μάλλον ακούσια, όταν, όντας στην 1η δέσμη, δήλωσα τη σχολή Φωτογραφίας, στα τότε ΤΕΙ και νυν ΠΑΔΑ, στο τμήμα ΣΓΤΚΣ (Σχολή Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών). Μια σχολή που, τότε, δεν είχε καν προλάβει να βγάλει τους πρώτους της αποφοίτους. Οπότε λίγο αχαρτογράφητα νερά...
Μίλησέ μας για την περίοδο των σπουδών σου και για τα πρώτα χρόνια της καριέρας σου, για κομβικά σημεία, δασκάλους, συνεργάτες.
Κ.Χ.: Ήταν όλα τόσο καινούργια και αλλιώτικα. Ακόμα και η διαδρομή για να φτάσω στη σχολή νομίζω πως έγινε μέρος της φωτογραφικής μου ματιάς. Ήταν ένα τμήμα που ακόμη δεν είχε βρει τα πατήματά του, με καθηγητές από άλλες ειδικότητες να καλούνται να διδάξουν γνώσεις κυρίως εμπειρικές. Ξεκινήσαμε, αν θυμάμαι καλά, γύρω στους 20-30 φοιτητές και, μετά το πρώτο εξάμηνο, είχαμε μείνει 5 ή 6. Η πρώτη μου δουλειά ως βοηθός φωτογράφου ήρθε τρία χρόνια αργότερα, κάπως τυχαία και πάλι. Ήταν στο studio διαφημιστικής φωτογραφίας του Γαβριήλ Κουτουλιά, στην πλατεία Προσκόπων, στο Παγκράτι. Ήταν μια σημαντική επαγγελματική εμπειρία, καθώς συνεργαζόμασταν με μερικές από τις μεγαλύτερες διαφημιστικές εταιρείες και τα πιο γνωστά και μεγάλα brands της εποχής. Λίγο αργότερα ήρθε και η πρώτη μου διδακτική εμπειρία ως καθηγήτρια Photoshop στη θρυλική, τότε, ESP του Σταύρου Μωρεσόπουλου, στην Πλάκα.
Ας πιάσουμε το κομμάτι καλλιτεχνική φωτογραφία πρώτα. Ποια είναι η διαδικασία προσέγγισης ενός θέματος ώσπου να γεννηθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα; Τόσο όταν συνεργάζεσαι με κάποιον όσο και όταν δημιουργείς κάτι δικό σου.
Κ.Χ.: Δεν θεωρώ ότι υπηρετώ την καλλιτεχνική φωτογραφία. Για χρόνια πίστευα ότι η φωτογραφία δεν είναι τέχνη. Η ματιά του φωτογράφου είναι η τέχνη. Η φωτογραφία απλώς αποτυπώνει μια πραγματικότητα. Πλέον, όμως, όλο αυτό έχει αλλάξει, ειδικά με την έλευση της AI. Όταν συνεργάζομαι με κάποιον για να αποτυπώσω την καλλιτεχνική του επιθυμία, γίνομαι εγώ το μέσον.
Τι μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έμπνευσης για σένα; Από πού ή από τι αντλείς ιδέες;
Κ.Χ.: Στα δικά μου προσωπικά φωτογραφικά αρχεία αποτυπώνονται εικόνες που «κάτι μου είπαν». Μπορεί να είναι οτιδήποτε. Μια σκιά, μια έκφραση, ένα φως, οτιδήποτε.
Στις συνεργασίες σου, οι αναζητήσεις προκύπτουν στην πορεία ή προϋπάρχουν; Ή και τα δύο; Είναι μία διαδικασία συνδημιουργίας, άλλωστε, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Αισθάνεσαι, σε αυτό το πλαίσιο, πως το εν εξελίξει «κάδρο» ή το πεδίο δράσης είναι οι άλλοι, που έρχονται σε σένα για να τους βοηθήσεις να φτάσουν σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα, ή μπορεί να αποτελέσει μία τέτοια συνάντηση και αφορμή για δικές σου προϋπάρχουσες ιδέες να πάρουν πνοή; Ή ακόμα πιάνεις κάθε project ως μία νέα άγραφη σελίδα, από την αρχή;
Κ.Χ.: Όταν δουλεύω πάνω στις εμπνεύσεις ή στις επιθυμίες άλλων, εισέρχομαι ολοκληρωτικά μέσα σε αυτό που θέλουν να εκφράσουν και ταυτόχρονα αποστασιοποιούμαι πλήρως. Δεν το θεωρώ ποτέ δικό μου έργο. Νιώθω περισσότερο ότι συμμετέχω, χρησιμοποιώντας κάθε πρακτική μου γνώση, την εμπειρία και την αισθητική μου αντίληψη, προκειμένου να υπηρετήσω όσο πιο πιστά γίνεται την επιθυμία του άλλου.
Τι είναι εκείνο που πιάνει πρώτα το μάτι, το μυαλό, η εμπειρία σου, όταν πρωτοαντικρίζεις το θέμα σου μέσα από τον φωτογραφικό σου φακό; Και πώς ξεδιπλώνεται η ιστορία στη συνέχεια; Ποια είναι τα στάδια «αφήγησης»;
Κ.Χ.: Νομίζω πως δεν μπορώ να σου το απαντήσω, γιατί για μένα δεν είναι κάτι τόσο συνειδητό. Είναι περισσότερο μια αίσθηση, μια αντίδραση απέναντι σε αυτό που έχω μπροστά μου. Η εικόνα διαμορφώνεται σχεδόν διαισθητικά. Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει για μένα μια συγκεκριμένη διαδικασία «αφήγησης». Περισσότερο αφήνομαι σε αυτό που βλέπω και σε αυτό που μου προκαλεί ενδιαφέρον.
Θα ήθελες να μας αναφέρεις συνεργασίες με καλλιτέχνες που ξεχώρισες και γιατί;
Κ.Χ.: Όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους έχω συνεργαστεί είναι για μένα πραγματικά ιδιαίτεροι και δεν θα ήθελα να ξεχωρίσω κάποιον. Μπορώ, όμως, να αναφέρω ενδεικτικά έναν σημαντικό καλλιτέχνη με τον οποίο είχα την τύχη να συνεργαστώ και που δεν είναι πια στη ζωή, τον Γιώργο Λάππα. Τον ξεχωρίζω όχι μόνο για την μεγάλη καλλιτεχνική του υπόσταση και το έργο του, αλλά και για την ανθρώπινη ευγένεια και τη γλυκύτητά του.
Ασχολείσαι τόσο με την καλλιτεχνική φωτογραφία όσο και με τη διαφήμιση. Τι είναι αυτό που κάνει ένα προϊόν ή ένα brand ελκυστικό; Μίλησέ μας για τη διαδικασία.
Κ.Χ.: Όλα τα brands από τη δίκη μου σκοπιά είναι ελκυστικά. Είναι πρόκληση να τα ανακαλύψω και, μέσα από τη φωτογραφική μου προσέγγιση, να αναδείξω ό,τι καλύτερο έχουν. Δεν προσπαθώ να επιβάλω τη δική μου αισθητική πάνω στο brand. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που το κάνει ξεχωριστό και να βρω τον τρόπο να το αποδώσω όσο πιο ουσιαστικά και ελκυστικά γίνεται μέσα από την εικόνα.
Πώς η ψηφιακή εποχή επηρέασε ή και άλλαξε τον χώρο της διαφήμισης ως προς τη δημιουργία και την προώθηση; Ποιες είναι προκλήσεις που αντιμετωπίζεις σε σχέση με το παρελθόν και πώς σε έχει διευκολύνει αντίστοιχα το ψηφιακό μέσον;
Κ.Χ.: Η ψηφιακή εποχή έχει εισβάλλει στη φωτογραφία εδώ και πολλά χρόνια, δίνοντας πολλές επιπλέον δυνατότητες τελειοποίησης και ανάδειξης των προϊόντων. Η μεγάλη επανάσταση όμως έρχεται με τη χρήση της AI. Είναι η νέα πρόκληση. Χρειάζεται να έχεις γερά πατήματα, φωτογραφικές γνώσεις και τεχνικές, για να καταφέρεις να κρατήσεις τις ισορροπίες και να μη γίνεις «υπηρέτης» της, καταλήγοντας σε κακόγουστες και μη ρεαλιστικές, συνθετικά και φωτιστικά, φωτογραφικές καρικατούρες.
Πόσο σε έχει βοηθήσει η δημιουργική προσέγγιση στη διαφημιστική φωτογραφία; Οι πελάτες είναι ανοιχτοί στις προτάσεις σου ή έχουν ήδη σχηματισμένη ιδέα για ό,τι θέλουν; Ή και τα δύο; Τι περιθώρια δημιουργικότητας ή και συνδημιουργίας σού δίνει η διαφήμιση;
Κ.Χ.: Οι πελάτες που τελικά επιλέγουν να συνεργαστούν μαζί μου σέβονται και εκτιμούν την αισθητική και φωτογραφική μου προσέγγιση, οπότε η φωτογραφική μου έκφραση είναι σχεδόν ελεύθερη. Βασίζομαι βέβαια στα στοιχεία που μου δίνει το ίδιο το προϊόν και «ακούω» πάντα προσεκτικά τις «ανάγκες» του.
Τι μορφές έχει πάρει μέχρι στιγμής η δουλειά σου και σε ποιους χώρους έχει υπάρξει; Εννοώ τηλεόραση, έντυπα, καταστήματα, σινεμά, θέατρο, γκαλερί κ.λπ. Ποιες είναι οι ιδιαιτερότητές τους; Θυμάσαι κάποιες χαρακτηριστικές δουλειές ή συνεργασίες τις οποίες θα ήθελες να μνημονεύσεις και γιατί;
Κ.Χ.: Όλα αυτά τα χρόνια η δουλειά μου έχει υπάρξει στα παραπάνω (τηλεόραση, έντυπα, καταστήματα, σινεμά, θέατρο, γκαλερί), καθώς και σε καταλόγους εκθέσεων, φωτογραφικά λευκώματα κ.α. Δεν ξεχωρίζω καμία δουλειά, αγαπώ πραγματικά και δίνομαι ολοκληρωτικά σε κάθε μια που αναλαμβάνω ξεχωριστά. Μιας και μιλάμε, όμως, μαζί, θα ήθελα να αναφέρω τη συνεργασία μας, που ήταν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και αλλιώτικη πρόκληση.
Έχεις, επίσης, διδάξει φωτογραφία. Σου άρεσε η διδασκαλία; Τι αποκόμισες από την εμπειρία; Ποια τα οφέλη και ποιες οι προκλήσεις;
Κ.Χ.: Μου άρεσε και μου αρέσει πάντα πολύ! Είναι ενδιαφέρον και τιμητικό, αλλά θέλει και πολλή δουλειά και χρόνο στην προετοιμασία, οπότε τα τελευταία χρόνια λόγω φόρτου εργασίας δεν μπορώ να το υπηρετήσω, όπως θα ήθελα, και το έχω αφήσει πίσω. Ελπίζω κάποια στιγμή να μπορέσω να το ξανακάνω.
Πώς προσεγγίζουν τα νέα παιδιά το αντικείμενο και τι διαφορές ή και ομοιότητες εντοπίζεις σε σχέση με την Κατερίνα-φοιτήτρια και τους συνομηλίκους της;
Κ.Χ.: Η διαφορά συνήθως είναι χαοτική. Τα μέσα και η εικόνα είναι πλέον σε εντελώς διαφορετική βάση, οπότε και η προσέγγιση διαφέρει παρασάγγας. Τα νέα παιδιά που επιλέγουν να ασχοληθούν με τη φωτογραφία σήμερα, για εμένα, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Σε όσους αγαπάνε και προσεγγίζουν τη φωτογραφία με καλλιτεχνική και βαθιά εσωτερική μάτια και σε όσους το βλέπουν σαν ένα απλό επαγγελματικό μέσον.
Ενημερώνεσαι διαρκώς, ανανεώνεις και εμπλουτίζεις τα μέσα, τα υλικά και τις μεθόδους σου, ώστε να είσαι πάντα συγχρονισμένη με το γίγνεσθαι του πεδίου σου, αν όχι ένα βήμα μπροστά. Πόσο έχει αλλάξει η ταχύτητα των εξελίξεων και η ποιότητα του παραγόμενου έργου σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες; Και πού εστιάζεις αυτές τις αλλαγές;
Κ.Χ.: Η φωτογραφία ήταν ανέκαθεν ένας χώρος που εξελισσόταν με γρήγορους ρυθμούς. Προσωπικά, ανανεώνω διαρκώς τον εξοπλισμό και τα λογισμικά μου, παρακολουθώ τις νέες τεχνολογίες και επιμορφώνομαι μέσα από σεμινάρια και εκπαιδευτικά προγράμματα. Με την AI, όμως, η ταχύτητα των εξελίξεων έχει γίνει πλέον εντυπωσιακή, θα έλεγα ότι αλλάζει σχεδόν από εβδομάδα σε εβδομάδα. Οι δυνατότητες στην ποιότητα, την επεξεργασία και τη δημιουργία της εικόνας διευρύνονται συνεχώς. Για μένα, το ζητούμενο είναι να αξιοποιώ αυτές τις εξελίξεις δημιουργικά, χωρίς να χάνονται η προσωπική ματιά και η αισθητική.
Σε έχω γνωρίσει μέσα από τη δουλειά σου και λόγω της δουλειάς σου, καθώς από το 2022 έχουμε ολοκληρώσει δουλειές μαζί και εξακολουθούμε να έχουμε μία πολύ όμορφη συνεργασία με δημιουργικά αποτελέσματα. Σε καμία περίπτωση δεν είσαι επαγγελματίας με μια συμβατική πορεία ως φωτογράφος εκδηλώσεων, για παράδειγμα. Πόσο η σχέση σου με τη φωτογραφία έχει επηρεάσει ή και συνδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο, την πραγματικότητα, ακόμα και τις ανθρώπινες σχέσεις;
Κ.Χ.: Δεν νομίζω ότι η δουλειά καθαυτή έχει επηρεάσει τη σχέση μου με την πραγματικότητα. Περισσότερο πιστεύω ότι είναι η τέχνη συνολικά, αλλά και η βαθιά επικοινωνία μου με τους ανθρώπους, είτε πρόκειται για πελάτες είτε για συνεργάτες, έχουν ορίσει την οπτική μου.
Η φωτογραφία είναι η μήτρα του κινηματογράφου, που είναι η κινούμενη εικόνα. Έχει παίξει πολλούς ρόλους στην ιστορία, πριν και μετά, ως πείραμα, δημιουργία, καταγραφή-ντοκουμέντο, «όπλο», εργαλείο, μνημονική παρακαταθήκη, με τα οικογενειακά πορτρέτα, για παράδειγμα, ακόμα και με την απαθανάτιση νεκρών συγγενών κ.ά. Ίσως να μπήκε στη θέση των ζωγραφικών κάδρων, μεγάλων και μικρών, ή και των σκιαγραφήσεων των προφίλ, που έπαιρναν οι άνθρωποι μαζί τους στα ταξίδια, στον πόλεμο κ.λπ., για να νιώθουν τους αγαπημένους τους κοντά. Σε αντίθεση με τον φόβο κάποιων φυλών ιθαγενών και παραδοσιακών κοινωνιών, στο παρελθόν, ωστόσο, ότι αν τους αποκρυσταλλώσει ο φακός σε μία εικόνα, θα βλάψει την ψυχή τους, κάτι που μάλλον θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως εγγενής ανθρώπινος φόβος απέναντι στο άγνωστο με την επιρροή συνάμα βαθιά ριζωμένων αντιλήψεων, όπου εκεί και τότε εκδηλώθηκαν έτσι, το πρόσημο υπήρξε θετικό, στην ετυμηγορία του χρόνου, για τη φωτογραφία που καλύπτει την ανάγκη διατήρησης στη μνήμη στιγμών, ανθρώπων, γεγονότων. Τι σημαίνει σήμερα φωτογραφία;
Κ.Χ.: Σήμερα η φωτογραφία έχει πάψει να είναι απλώς ένα μέσον καταγραφής της πραγματικότητας. Από το οικογενειακό πορτρέτο και το ιστορικό ντοκουμέντο μέχρι την εικόνα των κοινωνικών δικτύων και την ΤΝ, συνεχίζει να υπηρετεί την ανθρώπινη ανάγκη να συγκρατήσουμε τον χρόνο, τους ανθρώπους και τις στιγμές που χάνονται. Η τεράστια παραγωγή εικόνων έχει αποδυναμώσει ίσως τη μοναδικότητα που κάποτε είχε η φωτογραφική εικόνα. Παραμένει όμως πάντοτε η ανάγκη να επικοινωνήσουμε και να μοιραστούμε.
Τι σημαίνει για σένα φωτογραφία; Έχει αλλάξει και, αν ναι, πώς η σχέση σου μαζί της στην πορεία του χρόνου;
Κ.Χ.: Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η παραδοσιακή φωτογραφία χρειάζεται να επιμείνει στην καταγραφή του πραγματικού, ως μαρτυρία για το μέλλον. Για μένα, φωτογραφία σημαίνει καταγραφή της πραγματικότητας μέσα από τη δική μου οπτική· ένα ίχνος αυτού που υπήρξε, μια επιστροφή σε κάτι που ζήσαμε. Σε μια εποχή όπου η εικόνα μπορεί εύκολα να ωραιοποιηθεί, να παραποιηθεί ή να χρησιμοποιηθεί για να καθοδηγήσει την κοινή γνώμη, η αυθεντική φωτογραφική καταγραφή αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Παράλληλα, η AI ανοίγει έναν διαφορετικό δρόμο, μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε τη φωτογραφία ως καλλιτεχνική δημιουργία, πέρα από την ανάγκη να καταγράψει κάτι που πραγματικά υπήρξε. Μπορούμε να δημιουργήσουμε εικόνες χωρίς παρελθόν, εικόνες που δεν αποτυπώνουν αυτό που ζήσαμε, αλλά αυτό που φανταζόμαστε, επιθυμούμε ή μας λείπει. Ίσως, τελικά, αυτές οι νέες εικόνες να είναι σκέψεις που ζητούν να υπάρξουν.
Κυρίως τι σημαίνει να είσαι φωτογράφος σε μία εποχή όπου το ψηφιακό μέσον, οι ευκολίες, τα κινητά προσφέρουν τη δυνατότητα να παρουσιάζονται εικόνες από ανθρώπους χωρίς κανένα γνωστικό υπόβαθρο ως επαγγελματικές;
Κ.Χ.: Πιστεύω πως, όπως συμβαίνει σε κάθε μεγάλη αλλαγή, έτσι και σε αυτή την περίπτωση θα επέλθει σταδιακά μια ισορροπία. Η τεχνολογία και η ευκολία με την οποία όλοι μπορούν πλέον να δημιουργούν και να μοιράζονται εικόνες δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει και η αντίστοιχη γνώση και αισθητική καλλιέργεια. Η φωτογραφία, πέρα από τον εξοπλισμό, απαιτεί γνώση της σύνθεσης, του φωτός και της εικόνας, αλλά κυρίως καλλιέργεια και προσωπική ματιά. Συχνά, σήμερα, όλα αυτά παραμερίζονται στον βωμό της οικονομικής λύσης και της ταχύτητας. Χρειάζεται, λοιπόν, να δώσουμε ξανά αξία στη λεπτομέρεια, στην ποιότητα και στην άρτια επαγγελματική κατάρτιση. Είμαι αισιόδοξη ότι, με τον χρόνο, η πραγματική αξία θα αναγνωριστεί και θα καθιερωθεί ξανά.
Θυμάμαι μία συζήτηση που είχαμε κάνει με αφορμή τη φωτογένεια. Και μου είχες επισημάνει πως η φωτογραφία καταγράφει ένα στιγμιότυπο, που ναι μεν φέρει μία ενέργεια ή μπορεί να μιλήσει σε διάφορα επίπεδα ταυτόχρονα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτυπώνει την πλούσια εκφραστικότητα ενός ζωντανού προσώπου που αλλάζει εκφράσεις σε δεύτερα, έχοντας «άπιαστες» για τον φακό συναισθηματικές εναλλαγές. Αν σε ένα μόνο κάδρο δεν αποτυπώνεται η σύνθετη αυτή εικόνα, τι σημαίνει τελικά φωτογένεια;
Κ.Χ.: Το θυμάμαι, μέσα στις τόσες ωραίες συζητήσεις που έχουμε κάνει! Φωτογένεια, πιστεύω, είναι η αποτύπωση ενός αντικειμενικά όμορφου ανθρώπου σε μια εικόνα αποδεσμευμένη από το συναίσθημα. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο εικόνα, είναι ψυχή, χαρακτήρας, παρουσία. Καλείται, λοιπόν, ο φωτογράφος να καταφέρει να αποτυπώσει, πέρα από την εξωτερική ομορφιά, κάτι από την ψυχή και τον χαρακτήρα του ανθρώπου που φωτογραφίζει.
Τι μέρος της αλήθειας αποκαλύπτει μία φωτογραφία; Τι σημαίνει αλήθεια για τη φωτογραφία; Και πόσο διαφορετικά είναι τα στημένα κάδρα, σε μία σέλφι, για παράδειγμα, ή σε μία προσωπική στιγμή, σε σχέση με ένα επίσης στημένο κάδρο- πορτρέτο, όπου όμως πάλι διαφαίνεται ένας ρόλος, ηθοποιού, για παράδειγμα, πολιτικού, δημόσιου προσώπου κ.λπ. Θυμάμαι σε παλιές φωτογραφίες τα πιο πολλά πρόσωπα να είναι θλιμμένα και αγέλαστα. Σήμερα, αντίθετα, είναι εκβιασμένα χαμογελαστά. Ακόμα και ως ιστορική καταγραφή ανθρώπινης συμπεριφοράς, στον χρόνο, έχει ενδιαφέρον ίσως να ιδωθεί αυτή η παρατήρηση. Τελικά κρυβόμαστε από τους άλλους ή από τον εαυτό μας;
Κ.Χ.: Η φωτογραφία αποτυπώνει μια πραγματικότητα μέσα από το βλέμμα και το πρίσμα του φωτογράφου. Επηρεάζεται από την αισθητική, την τεχνική, την παιδεία, τις πεποιθήσεις του, αλλά και, εκούσια ή ακούσια, από την κατεύθυνση που θέλει να δώσει και από την πραγματικότητα που επιλέγει να αποτυπώσει. Με αυτή την έννοια, η φωτογραφία δεν είναι ποτέ η ίδια η αλήθεια, αλλά μια εκδοχή της. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλες οι φωτογραφίες απέχουν με τον ίδιο τρόπο από την πραγματικότητα. Οι φωτορεπόρτερ, για παράδειγμα, είναι εκπαιδευμένοι να καταγράφουν και να μεταφέρουν ένα γεγονός με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια, παρότι και εκεί η επιλογή της στιγμής, του κάδρου και της οπτικής γωνίας διαμορφώνουν αυτό που τελικά βλέπουμε. Στις παλιές φωτογραφίες, η εικόνα των σοβαρών ή θλιμμένων προσώπων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στους τεχνικούς περιορισμούς της εποχής. Οι μεγάλοι χρόνοι έκθεσης του φιλμ δεν επέτρεπαν εύκολα εκφράσεις και χαμόγελα, όπως συμβαίνει σήμερα. Στις προσωπικές φωτογραφίες, η σχέση με την «αλήθεια» είναι ακόμη πιο σύνθετη. Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να φωτογραφηθούμε δεν αποκαλύπτει μόνο ποιοι είμαστε, αλλά και ποιοι θέλουμε να φαίνεται ότι είμαστε.
Πέραν της τεχνικής ανάλυσης και αποδόμησης, μπορείς να δεις τι λέει πραγματικά ένα πρόσωπο πίσω από ό,τι μπορεί το ίδιο να κρύβει σε μία φωτογραφία; Αυτό έχει άνοιγμα από το πόσο πείθει στον ρόλο του ένας ηθοποιός, από το πόσο πιστεύει ή όχι όσα υπόσχεται ένας πολιτικός έως και την υποψία ότι κάτι ύποπτο μπορεί να καλύπτει ή να αποκαλύπτει ένα βλέμμα, μία κίνηση, έκφραση ή στάση σώματος, στη λεπτή ισορροπία θύτη - θύματος. Και πόσο εύκολα διακρίνεις ένα μοντάζ που κάτι κρύβει, όχι απλώς ωραιοποιεί ή φτιάχνει, αλλά ηθελημένα κρύβει. Δεν είναι πάντα το ίδιο. Σου έχει συμβεί να επαληθευτούν στον χρόνο οι παρατηρήσεις ή οι υποψίες σου;
Κ.Χ.: Νομίζω ότι με τα σημερινά μέσα που παρέχονται είναι μάλλον απίθανο να βρεις τι «κρύβει» μια εικόνα.
Πόσο διαφορετική είναι σήμερα η αίσθησή σου για το αντικείμενό σου, σε σχέση με το παρελθόν; Μπορούσες πριν είκοσι χρόνια, για παράδειγμα, να φανταστείς αυτή την εξέλιξη;
Κ.Χ.: Ούτε πριν από έναν χρόνο δεν μπορούσα να φανταστώ την εξέλιξη που έχει η φωτογραφία και την ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται συνεχώς. Ως επαγγελματίας αλλά και με την προσωπική μου προσέγγιση στα πράγματα προσπαθώ να χρησιμοποιώ τα νέα δεδομένα που μου δίνει η τεχνολογία με σεβασμό και συνέπεια στην αισθητική και τις αρχές μου.
Ασχολείσαι πολλά χρόνια επαγγελματικά με το αντικείμενο και φαντάζομαι θα απέχεις πολύ από τη ρομαντική αναπόληση στοιχείων. Το διευκρινίζω γιατί μου έχει τύχει να ακούσω, αντίστοιχα, θεωρητικολογίες όσων δεν γράφουν, σίγουρα όχι πολύ, αλλά παραδόξως μπορεί να ισχυριστούν με σθένος ότι τίποτα δεν αντικαθιστά το μολύβι και το χαρτί, ίσως και τη γραφομηχανή. Θα είχα πολλά επιχειρήματα για να αντικρούσω την άποψη ως άτομο που παλεύει χρόνια στον στίβο της γραφής, ιδίως με ευμεγέθη έργα. Και, κατά βάθος, είμαι πολύ πρακτική. Οπότε στη γοητευτική ιδέα τού να περιμένεις την εμφάνιση στον σκοτεινό θάλαμο, θα στοιχίζονταν στον νου μου πρόχειρα ως αντίλογος η οικονομία χρόνου, το κόστος των υλικών και θέματα υγείας, αν εκτίθεσαι με τις ώρες στις αναθυμιάσεις των χημικών, αλλά αυτή είναι μόνο η δική μου νοητική «πεζοκρατία». Μπορεί, άλλωστε, να σου λείπει κάτι άλλο ή και τίποτα. Αλλά συζήτηση κάνουμε εδώ και έτσι θα σε ρωτούσα, το ίδιο αφελώς ενδεχομένως, υπάρχει κάτι που σου λείπει από το παρελθόν σε σχέση με τη φωτογραφία;
Κ.Χ.: Μάλλον είμαι, επίσης, αρκετά πρακτικός άνθρωπος, οπότε θα σου απαντήσω αμέσως: Όχι, δε μου λείπει τίποτα. Είμαι ευγνώμων για τα δεδομένα που έχουμε σήμερα και για τις δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά μας. Προτιμώ να αξιοποιώ τα μέσα που έχω στη διάθεσή μου και να εξελίσσομαι μαζί τους, αντί να νοσταλγώ όσα υπήρχαν παλιότερα. Αναγνωρίζω τη γοητεία που μπορεί να έχει η αναλογική διαδικασία ή η αναμονή που τη συνόδευε, αλλά για μένα η φωτογραφία είναι ένα σύγχρονο μέσον επικοινωνίας και έκφρασης, που, φυσικά, δεν αναιρεί ούτε ξεχνά από πού ξεκίνησε.
Ανταλλάσσoντας σκέψεις για τη φωτογραφία και την οντότητα Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ ή AI) μου γράφεις: «Σήμερα, όμως, μπορούμε να δημιουργήσουμε εικόνες χωρίς παρελθόν, εικόνες που δεν αποτυπώνουν αυτό που υπήρξε, αλλά ίσως αυτό που μας λείπει. Μήπως είναι σκέψεις που ζητούν να υπάρξουν; [...] Η φωτογραφία σήμερα δεν θυμάται τίποτα;». Πάνω σε αυτό, σκεφτόμουν ότι οι άνθρωποι πάντα ζωγράφιζαν ακόμα και σε σπήλαια για να πούνε ιστορίες και μετά φωτογράφιζαν για να θυμούνται. Είναι εκείνοι που δρουν, προκειμένου να καταγράψουν, ώστε να θυμούνται, όπως όταν αφηγούμαστε. Όλα αυτά λειτουργούν εν είδει ημερολογίου. Η επαναληπτική προφορικότητα των αφηγήσεων, με τη δημιουργική προσθήκη των φορέων-συνδημιουργών, διατήρησε στη μνήμη και διέσωσε πληροφορία. H ΤΝ είναι ένα ψηφιακό συλλογικό ασυνείδητο. Μπορεί να σου δώσει ενδεχομένως μία απάντηση ως απόσταγμα αυτού που κανένας στον περίγυρό σου δεν έχει τη συγκεκριμένη εμπειρική παρακαταθήκη για να το κάνει, ενώ εσύ μπορεί να διαισθάνεσαι την απάντηση χωρίς να μπορείς να την αποδείξεις. Μπορεί να σε επιβεβαιώσει για κάτι που ψυχανεμίζεσαι. Δίνω ένα παράδειγμα, χωρίς να ισχύει τίποτα απόλυτα. Εμείς, όμως, δημιουργούμε, αποθηκεύουμε, θυμόμαστε. Η ΤΝ είναι ένα πολυεργαλείο-κάτοπτρο. Ένας συμπυκνωμένος υπερεγκέφαλος, που χρειάζεται να έχει απέναντί του το ανάχωμα μιας ζωικής εμπειρίας, προκειμένου να συνδιαλεχθεί. Κάποιος επαγγελματίας που ξέρει καλά το αντικείμενό του, επομένως, που έχει μία ενεργή και όχι παθητική ή ημι-παθητική σχέση με αυτό, που εξελίσσεται, ενημερώνεται, ενδιαφέρεται, που έχει την περιέργεια του να ρωτάει, να μαθαίνει κ.λπ., μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως εργαλείο. Όχι ως αντικαταστάτη. Για μένα το πρόβλημα δημιουργείται όταν κάποιος μέσα από μία «ευκολία» –όχι κάτι πρωτόφαντο στην ιστορία– προσπαθεί να φανεί ως κάτι που δεν είναι. Ή νεότεροι φοιτητές, επαγγελματίες κ.λπ., που δεν έχουν περάσει και ίσως να μην χρειαστεί να περάσουν –για τη φωτογραφία εν προκειμένω– από τον σκοτεινό θάλαμο ή από όλες τις δυσκολίες που εσύ έχεις βιώσει και δεν γνωρίζεις μόνο θεωρητικά, και οι οποίοι προσγειώθηκαν κατευθείαν στην ψηφιακή ή στην εποχή της ΤΝ, διαμορφώνουν άλλη σχέση, ειδικά και γενικά, με όποιο αντικείμενο. Είναι η διαφορά ανάμεσα στο γράφω ένα βιβλίο και διαβάζω, ή στο διαβάζω και ζω. Τίποτα δεν αντικαθιστά την προσωπική εμπειρία, που συγκροτεί την άλλη πλευρά της ΤΝ για έναν υγιή διάλογο, άρα και για υγιείς καρπούς στη συνέχεια, με τη συμπυκνωμένη θεωρία, που βγαίνει μεν από την συλλογική εμπειρία, αλλά δεν είναι η δική σου, σε αυτή την περίπτωση. Την πίνεις σε ένα σφηνάκι σε μία στιγμή, αλλά δεν μπορείς να αρκείσαι σε αυτό. Η προσωπική εμπειρία σού δίνει το περιθώριο να διακρίνεις τι ψάχνεις, τι παίρνεις, τι αφήνεις. Η τριβή, ο πειραματισμός, η επεξεργασία, η περιέργεια, η επιθυμία εμπλοκής και συσχέτισης με το χι αντικείμενο είναι εκείνα που δημιουργούν εμπειρική παρακαταθήκη στον δικό μας μικρόκοσμο εμπλουτίζοντας το συλλογικό ασυνείδητο. Σε σχέση καθαρά με το εργαλείο, λοιπόν, και όχι με τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για χειραγώγηση ή φακέλωμα, για παράδειγμα, η δική μου εκτίμηση είναι πως η ΤΝ, ως συλλογικό ασυνείδητο, είναι μία νεότερη μέθοδος σίγουρα αλλά έχει αλλάξει και τους ρυθμούς με τους οποίους αυτό συγκεντρώνεται και μεταδίδεται. Και ο ρυθμός μόνο μπορεί να επηρεάσει ήδη πολύ και πολλά, στον ήδη εκβιασμένο μέσα μας φυσικό χρόνο, τουλάχιστον από τη βιομηχανική επανάσταση και εξής. Υπήρχε πάντα το συλλογικό ασυνείδητο, δεν είχε συγκεντρωθεί ωστόσο με έναν τρόπο που μπορεί να γίνει ή να είναι εν δυνάμει και κατευθυνόμενο, σε μία τέτοια δομή. Ίσως, η δίχως εσωτερικές αντιστάσεις υπερχρήση ή κατάχρηση ενός εργαλείου, που βρίσκεται μόνο στην αρχή, να διαμορφώσει και την αισθητική, όπως το έκανε η τηλεόραση, σε σχέση με το σινεμά ή το θέατρο. Η πρώτη μπήκε στα σπίτια και ήταν ανά πάσα στιγμή διαθέσιμη. Πιο πριν το ραδιόφωνο, μετά το διαδίκτυο, τα κοινωνικά δίκτυα και οι πλατφόρμες. Τα τελευταία ήρθαν σε αναμέτρηση με το βιβλίο, τον προσωπικό χρόνο, την εργασία, την ελευθερία και τις σχέσεις. Ό,τι ερχόταν στο προσκήνιο, επαναπροσδιόριζε ό,τι ήδη υπήρχε, θέτοντας νέα δεδομένα και διαταράσσοντας την υπάρχουσα πάντα δυναμική όμως ισορροπία. Αναπόφευκτα, λοιπόν, υπάρχουν προκλήσεις, οικονομικοκοινωνικές και πολιτικές, υπαρξιακές, ηθικές κ.λπ., που δημιουργούνται, ανακινώνται ή εντείνονται με το ψηφιακό μέσον και με την ανάδυση και διάχυση της ΤΝ σε όλους τους τομείς, αλλά υπάρχουν και ακόμα πιο πολλές ευκολίες και δυνατότητες πλέον. Τι σχέση έχεις με το νέο αυτό εργαλείο; Το χρησιμοποιείς; Σε διευκολύνει, σε εμπνέει, σε τρομάζει, σε προβληματίζει, σε ανησυχεί; Τι σημαίνει για σένα ΤΝ και πώς έχεις δει να χρησιμοποιείται στο πεδίο σου;
Κ.Χ.: Όσα λες προβληματίζουν κι εμένα και πιστεύω κάθε νοήμονα άνθρωπο. Όσον αφορά το κομμάτι της ΤΝ στη φωτογραφία, αυτό το κενό καλούνται να «γεμίσουν» οι σχολές, οι καθηγητές και, ίσως περισσότερο από όλους, οι ίδιοι οι φοιτητές, μέσα από διάβασμα και ουσιαστική επαφή με εικόνες και με την τέχνη εν γένει, ώστε να κατανοήσουν καλύτερα το μέσον που καλούνται να υπηρετήσουν. Και, φυσικά, ο θεατής και ο πελάτης, οι οποίοι χρειάζεται να αποκτήσουν έως έναν βαθμό αντίστοιχη τεχνογνωσία και βέβαια αισθητική παιδεία, ώστε να μπορούν να αντιληφθούν τη διαφορά ανάμεσα στο «έτοιμο» και σε αυτό που φτιάχνεται από έναν άνθρωπο με background, εμπειρία και συγκεκριμένη αισθητική κατάρτιση.
Στο πλαίσιο της ίδιας συζήτησης γύρω από την Tεχνητή Nοημοσύνη γράφεις: «Ίσως, τελικά, η εικόνα να είναι κάτι ανάμεσα σε αυτό που έζησα και σε αυτό που θέλω να υπάρξει, ανοίγεται ένας χώρος δημιουργίας, ένας χώρος όπου η φαντασία αποκτά μορφή και η απουσία γίνεται εικόνα.». Είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα σκέψη αυτή, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι το αρχαίο ρητό «πενία τέχνας κατεργάζεται» συνομιλεί με την ιδέα ότι «την πρώτη ανάγκη δημιουργίας γεννά η πρώτη εμπειρία στέρησης». Και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος καλείται να γεμίσει ένα κενό. Όλα αυτά σε καιρούς όπου η αποξένωση παίζει μπάλα με μία συμπυκνωμένη υπερσυσσώρευση πληροφορίας, που μεταδίδεται άυλα. Τα ήδη υπάρχοντα οξύμωρα υπογραμμίζονται. Δύο άκρα σε συνύπαρξη, επομένως, χωρίς να υποστηρίζεται ο συνδυασμός αντίστοιχα και απαραίτητα από αφομοιωμένες μεθόδους και εργαλεία ταξινόμησης, σύνδεσης και επεξεργασίας, που να ευνοούν τη βαθύτερη κατανόηση της πληροφορίας, εξωθώντας οριακά και στην επανάπαυση της σκέψης ή στην ακύρωση των εννοιών προσπάθεια, έρευνα, διασταύρωση, επαλήθευση. Ίσως ακόμα να διακυβεύεται και η χαρά επίτευξης για κάτι που θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει δικό του. Όταν, στη δημιουργική διαδικασία, το πείραμα, το παιχνίδι, η περιέργεια, η αναζήτηση και η χαρά είναι θεμελιώδη. Ποιες είναι οι σκέψεις σου σχετικά; Υπάρχουν παραδείγματα ως απόρροια δικής σου παρατήρησης από τον χώρο της φωτογραφίας, όπως βλέπεις να συνδιαμορφώνεται στο παρόν μέσα από την ΤΝ;
Κ.Χ.: Η ΤΝ, λοιπόν, δεν έρχεται απλώς να προσθέσει ένα ακόμα εργαλείο στη φωτογραφική εργαλειοθήκη. Μετακινεί το σημείο από το οποίο ξεκινά η εικόνα. Άλλωστε, είχε ανέκαθεν μια δημιουργική σχέση με την έλλειψη. Παλαιότερα συχνά ξεκινούσε από το «είδα κάτι και θέλω να το κρατήσω», ενώ με την ΤΝ μπορεί να ξεκινά από το «φαντάζομαι κάτι και θέλω να το δω». Κι έτσι ίσως χρειάζεται να ξανασκεφτούμε τι σημαίνουν σήμερα η εικόνα, η μνήμη και η εμπειρία. Γιατί μια εικόνα μπορεί να θυμίζει, χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ ως εμπειρία· μπορεί να γεννά συναίσθημα, χωρίς να αποτελεί ίχνος ενός πραγματικού γεγονότος. Μπορεί, λοιπόν, η φωτογραφία σήμερα να «θυμάται» ακόμη ή μήπως απλώς μας βοηθά να κατασκευάζουμε εικόνες για όσα θυμόμαστε, φανταζόμαστε ή για όσα θα θέλαμε να έχουμε ζήσει;
Ως προέκταση των παραπάνω, θα ήθελα να συμπληρώσω πως με τη φωτογραφία και τους φωτογράφους, ως θέμα, έχουν καταπιαστεί πολλοί σκηνοθέτες. Από το Rear Window (1954, Alfred Hitchcock) έως το biopic Lee (2023, Ellen Kuras) ή το doc Finding Viviam Maier (2013, John Mallof, Charlie Siskel) απ' ό,τι μου 'ρχεται σκόρπια στο μυαλό από τα άπειρα, αλλά θα σταθώ ως αναφορά σε δύο ελληνικές παραγωγές: στο σίριαλ Ο φωτογράφος του χωριού (1977-1978) των Αντώνη Βογιάζου και Γιώργου Καραμάνου και στην ταινία Η φωτογραφία (1986) του Νίκου Παπατάκη. Γιατί αποτυπώνουν βασικές χαρακτηριστικές λειτουργίες της φωτογραφίας ίσως και μοτίβα συμπεριφορών, που ξεπερνούν τον χρόνο ή την ιστορική συγκυρία της ΤΝ, ή ενσωματώνονται σε αυτήν, αν ιδωθεί φιλοσοφικά ο χρόνος ως οργανική οντότητα και όχι γραμμικά. Σε αυτά, λοιπόν, παρουσιάζεται, αφενός, η φωτογραφία ως προσωπικό ημερολόγιο και ταυτόχρονα ως κοινωνικό γεγονός. Και, αφετέρου, προβάλλεται η δυνατότητά της να θρέψει το όνειρο και την ψευδαίσθηση σαν φανταστική σφαίρα διαφυγής από το τέλμα, την πραγματικότητα, τα αδιέξοδα, με μία παγωμένη στιγμή στον χρόνο ή με ένα πρόσωπο, επιφέροντας ακόμα και τραγική κατάληξη. Αν αυτά ήδη, λίγο ή πολύ, συνέβαιναν, πώς μπορεί η ΤΝ, στις υπάρχουσες συνθήκες, να επηρεάσει, να καλμάρει, να εντείνει, να μεταμφιέσει, να μετασχηματίσει ακόμα κ.λπ. ήδη υπάρχουσες τάσεις, ενορμήσεις ή λειτουργίες;
Κ.Χ.: Νομίζω πως η ΤΝ δεν δημιουργεί αυτές τις λειτουργίες της εικόνας από το μηδέν, τις επιταχύνει και τις πολλαπλασιάζει. Η φωτογραφία ήδη λειτουργούσε ως μνήμη και τεκμήριο, αλλά ταυτόχρονα ως πεδίο επιθυμίας, φαντασίωσης και διαφυγής. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι η ΤΝ αποσυνδέει ακόμα περισσότερο την εικόνα από το γεγονός. Δεν καταγράφει μόνο κάτι που συνέβη, αλλά μπορεί να παράγει κάτι που δεν συνέβη ποτέ. Έτσι, από το «κρατώ μια στιγμή» περνάμε και στο «κατασκευάζω τη στιγμή που θα ήθελα να έχει υπάρξει». Η ΤΝ μπορεί να παρηγορεί, να εντείνει μια επιθυμία, να μεταμφιέζει τη φαντασίωση σε πραγματικότητα ή να κατασκευάζει μια εναλλακτική μνήμη. Με αυτή την έννοια, δεν αλλάζει τόσο τις ανθρώπινες ανάγκες όσο την ισχύ και την εμβέλεια των μέσων με τα οποία τις διαχειριζόμαστε. Ίσως λοιπόν οι παλιότερες ιστορίες για τη φωτογραφία να παραμένουν επίκαιρες ακριβώς επειδή δεν μιλούν μόνο για τη φωτογραφία, αλλά για τη μνήμη, την επιθυμία, την απουσία και την ανάγκη μας να κατασκευάζουμε εικόνες μιας πραγματικότητας που είτε χάσαμε είτε θα θέλαμε να έχουμε.
Ζούμε σε μία εποχή αποξένωσης και μοναξιάς, με το ψηφιακό μέσον και τα κοινωνικά δίκτυα να αντικαθιστούν συχνά την προσωπική επαφή ή με τις τρέχουσες συνθήκες και τις απαιτήσεις να μας περιορίζουν στην ανάγκη εξόφλησης των μηνιαίων λογαριασμών, απορροφώντας αντοχές και ζωτικό χρόνο. Πόσο έχει αλλάξει η διαδικασία συνύπαρξης, συνεργασίας και δικτύωσης; Υπάρχει χώρος και χρόνος για γόνιμο διάλογο; Με τους άλλους, με το αντικείμενο, με τον εαυτό μας;
Κ.Χ.: Από τη μία πλευρά, ζούμε μέσα σε έναν καταιγισμό εικόνων. Φωτογραφίζουμε, δημοσιεύουμε και καταναλώνουμε εικόνες διαρκώς. Από την άλλη, η ίδια η διαδικασία της φωτογράφισης, που κατά κανόνα απαιτούσε να σταθείς, να παρατηρήσεις και να αφιερώσεις χρόνο στο θέμα σου, σήμερα ανατρέπεται. Μέσα σε αυτήν τη συνθήκη, η selfie, για παράδειγμα, έχει αλλάξει σημαντικά τη σχέση μας με τη φωτογραφία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο, μέσω της εικόνας, επικοινωνούμε με τους γύρω μας. Φωτογραφίζουμε πλέον τον εαυτό μας, επιλέγοντας ταυτόχρονα πώς θέλουμε να εμφανιστούμε και, κυρίως, πώς θέλουμε να μας βλέπουν οι άλλοι. Η selfie καταγράφει, κατά τη γνώμη μου, μια τάση προς την εσωστρέφεια, αλλά και προς μια ρηχή και συχνά επιτηδευμένη εκδοχή της εικόνας που επιλέγουμε να επικοινωνήσουμε. Μια εικόνα που συνήθως εξαντλείται γρήγορα, χωρίς να αναζητά κάποια άλλη, ουσιαστικότερη μορφή επικοινωνίας.
Διαβάζεις έντυπα ή και διαδικτυακά περιοδικά φωτογραφίας; Αποτελούν, για σένα, σημείο αναφοράς και ενημέρωσης πλέον ή το ψηφιακό μέσον τα καθιστά εκτός εποχής; Ρωτάω γιατί πάντα μου άρεσαν τα περιοδικά, υπήρξα συλλέκτρια και συνδρομήτρια, ώσπου δεν είχα άλλον χώρο να τα βάλω, έγραφα και γράφω σε περιοδικά, και υπάρχει η ανησυχία συρρίκνωσής τους. Τα θεωρώ πάντα όμως έναν χώρο πιο ζεστό και προσωπικό κατάθεσης και ανταλλαγής εικόνων και ιδεών, τον οποίο δεν αντικαθιστά η οθόνη. Η σχέση με το φύλλο, τη μυρωδιά, το βάρος του ίδιου του αντικειμένου στα χέρια μας, το ξεδίπλωμα της σκέψης άλλων στις σελίδες τους, όπως και με τα βιβλία. Παρότι προσαρμόστηκα ανώδυνα σχεδόν και γρήγορα στην ψηφιακή εποχή, δεν ξεχνάω τις αναλογικές καταβολές μου.
Κ.Χ.: Τα τελευταία χρόνια η οθόνη έχει κυριαρχήσει στη ζωή μου. Λατρεύω, όμως, τους καταλόγους των εκθέσεων και τα φωτογραφικά λευκώματα, τόσο ως συνεργάτης, δουλεύοντας την επεξεργασία τους, όσο και ως απλός θεατής. Η επιλογή των χαρτιών, η εκτύπωση, το στήσιμο του βιβλίου, το σχήμα και το μέγεθός του είναι πάντα κάτι μαγικό. Όλα αυτά αποκτούν μια εντελώς διαφορετική και πιο ουσιαστική δυναμική, ακόμα και για εμένα που έχω μάθει πλέον να βλέπω σχεδόν τα πάντα μέσα από μια οθόνη. Το έντυπο έχει άλλη υπόσταση και άλλη γοητεία. Έχει μια υλικότητα και μια παρουσία που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την οθόνη.
Μίλησέ μου για φωτογράφους που σε επηρέασαν και γιατί, αν υπάρχουν.
Κ.Χ.: Είναι τόσο πολλοί! Κάθε εικόνα, από κάθε γνωστό ή άγνωστο στο ευρύ κοινό φωτογράφο, έχει αφήσει ένα μικρό λιθαράκι στην αισθητική και την επαγγελματική μου υπόσταση. Νομίζω πως οι επιρροές μας, πολλές φορές, λειτουργούν αθόρυβα και συσσωρευτικά. Με τον καιρό γίνονται μέρος της δικής μας ματιάς. Πολύ συχνά, μάλιστα, δεν είναι καν μια φωτογραφία. Μπορεί να είναι μια θεατρική παράσταση ή μια κινηματογραφική ταινία. Για παράδειγμα, με συγκλόνισε και με γέμισε με απίστευτες εικόνες η παράσταση INK του Δημήτρη Παπαϊωάννου.
Υπάρχουν κάποιες φωτογραφίες, ως τέχνη ή ντοκουμέντα, που θεωρείς ότι είναι ορόσημα στην ιστορία ή ότι συντάραξαν τον κόσμο και γιατί;
Κ.Χ.: Θα σταθώ, μάλλον λόγω ιδιοσυγκρασίας, σε εικόνες φωτορεπορτάζ. Με έχουν συγκλονίσει εικόνες της πραγματικής ζωής, αποτυπωμένες αριστοτεχνικά από φωτοειδησεογράφους που κατάφεραν να συμπυκνώσουν, σε μια δισδιάστατη αποτύπωση, μια ολόκληρη ιστορία. Έχοντας δουλέψει με αρκετούς φωτογράφους της συγκεκριμένης ειδικότητας, θεωρώ ότι πρόκειται για μια απόλυτα ιδιαίτερη κατηγορία δημιουργών, με τεράστια αξία αλλά και ευθύνη. Υπάρχουν φωτογραφίες που ξεπερνούν το ίδιο το γεγονός που καταγράφουν. Γίνονται σύμβολα μιας εποχής, ενός πολέμου, μιας κοινωνικής τραγωδίας ή στιγμών χαράς και ελπίδας. Και αυτό είναι, ίσως, το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της φωτογραφίας, ότι μια στατική εικόνα μπορεί να συνεχίσει να «μιλά» για δεκαετίες. Είναι εικόνες που δεν χρειάζονται λεζάντα. Πιο συγκεκριμένα, πέραν κάποιων κλασικών στιγμιοτύπων, που έκαναν τον γύρο της υφηλίου, όταν τραβήχτηκαν, και ταυτίστηκαν ως φωτογραφίες-ορόσημα με το τέλος του Β' Παγκοσμίου, για παράδειγμα, ή με τον πόλεμο του Βιετνάμ, βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσες τέτοιες νεότερες εξαιρετικές δουλειές, που καλύπτουν ως φωτογραφίες-ντοκουμέντα θέματα σύγχρονα και φλέγοντα, όπως είναι η βομβαρδισμένη Γάζα και το προσφυγικό, ή πάντα επίκαιρες εικόνες, όταν προβάλλουν μέσα από τον φωτογραφικό φακό τον κόσμο, με πορτρέτα, τοπία αστικά και μη, στιγμές καθημερινότητας κ.ά.
Έχεις αγάπη και πάθος με ό,τι κάνεις! Όλες οι σχέσεις θέλουν δουλειά και προσπάθεια. Ποια είναι τα στοιχεία, τόσο ως εσωτερικά ερείσματα όσο και ως εξωτερικά ερεθίσματα, που διατηρούν τη σχέση σου με τη φωτογραφία ζωντανή;
Κ.Χ.: Η δουλειά μου είναι η απόλυτη χαρά και ικανοποίησή μου, εξού και δεν με κουράζει ποτέ. Αλλάζει συνεχώς, τόσο μέσα από τη διαφορετικότητα των θεμάτων που πραγματεύομαι, όσο και μέσα από τις αλλαγές και τους διαφορετικούς τρόπους προσέγγισής της, όλα αυτά τα χρόνια. Από την παραδοσιακή φωτογραφία με φιλμάκι και σκοτεινό θάλαμο, περάσαμε στην ψηφιακή επεξεργασία και τα σκαναρίσματα, μέχρι τη σημερινή εποχή, όπου η ΤΝ έρχεται να διευρύνει ακόμα περισσότερο τα όρια της εικόνας. Όλα αυτά κρατούν τη σχέση μου με τη φωτογραφία ζωντανή, γιατί διαρκώς μου ανοίγουν νέους δρόμους και νέες δυνατότητες. Σε αυτήν τη σχέση συμπεριλαμβάνω, φυσικά, και το κομμάτι της επικοινωνίας με τους ανθρώπους που συναναστρέφομαι μέσα από τη δουλειά. Είναι ένα απόλυτα αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας. Με πολλούς από αυτούς έχω αναπτύξει σχέσεις πραγματικής ανθρώπινης επαφής και, σε αρκετές περιπτώσεις, αληθινής φιλίας.
Πόσο θα μπορούσε η φωτογραφία να βοηθήσει προσφέροντας διεξόδους επαγγελματικά, ακόμα και ελπίδα, διευρύνοντας τον ορίζοντα, όχι όμως σαν ψευδαίσθηση αλλά ως πεδίο δράση του φανταστικού; Ας κάνουμε όνειρα! Ο οραματισμός είναι η πρώτη ύλη για την υλοποίηση στόχων και, όταν ήμουν μικρή, ήταν αγαπημένο παιχνίδι.
Κ.Χ.: Τέλειο! Το έχουμε ανάγκη να οραματιστούμε, ειδικά τώρα που συντελείται μια τόσο σημαντική μετάβαση στον χώρο. Να δούμε τη φωτογραφία όχι μόνο ως επαγγελματική διέξοδο, αλλά και ως έναν χώρο όπου, περισσότερο από ποτέ, μπορούμε να φανταστούμε, να πειραματιστούμε και να δημιουργήσουμε νέες πραγματικότητες, να δώσουμε μορφή και υπόσταση, να αποτυπώσουμε σε εικόνα τα πιο ανείπωτά μας όνειρα.
Ποιο ή ποια είδη φωτογραφίας προτιμάς και γιατί; Ή με ποιο ίσως θα ήθελες να ασχολείσαι περισσότερο, αλλά δεν προλαβαίνεις;
Κ.Χ.: Τα αγαπώ όλα. Θα ήθελα, όμως, να βρω τον χώρο, τον χρόνο και, ίσως, το θάρρος να αξιοποιήσω την εμπειρία και τις γνώσεις μου, αφήνοντας περισσότερο χώρο στις επιθυμίες και τη φαντασία μου. Να μπορέσω, δηλαδή, να δημιουργήσω μέσα από τη φωτογραφία την εικόνα που έχω πρώτα φανταστεί.
Θα ήθελες να μοιραστείς κάποια πράγματα που επιθυμείς να κάνεις, και σου εύχομαι να τα πραγματοποιήσεις βεβαίως, με τη φωτογραφία στο μέλλον;
Κ.Χ.: Επειδή πολλές φορές αυτοπροσδιορίζομαι μέσα από τη δουλειά μου, η οποία έχει πλέον γίνει κομμάτι του εαυτού μου, εύχομαι να μπορώ να συνεχίσω να ασκώ το επάγγελμα για πολλά ακόμα χρόνια, με την ίδια αφοσίωση και με το ίδιο ενδιαφέρον.
Τι έχεις να πεις σε νέα παιδιά και νέους φωτογράφους που θέλουν να καταπιαστούν με το αντικείμενο ή έχουν μόλις ξεκινήσει το ταξίδι τους στον χώρο;
Κ.Χ.: Να συνεχίσουν να κάνουν αυτό που αγαπούν, να μη βιαστούν να βρουν το «δικό» τους ύφος και να τυπώνουν τις φωτογραφίες τους.
Κάτι ακόμα που θα ήθελες να προσθέσεις;
Κ.Χ.: Με κάλυψες σε όλα και με το παραπάνω! Μέσα από τις ερωτήσεις σου ανακάλυψα και εξέφρασα πράγματα που δεν είχα καν φανταστεί ότι θα έβγαιναν στην επιφάνεια. Σε ευχαριστώ για αυτήν τη συζήτηση.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στις συνοδευτικές εικόνες βλέπετε φωτογραφίες της Κατερίνας Χειλαδάκη






