Από ένα βαγόνι στα Catskills Mountains, σε 26 φωνές
Η ιστορία μιας μπάντας που έγινε σχολείο για μια ολόκληρη γενιά
Υπάρχει ένας άγραφος νόμος στη μουσική βιομηχανία. Κλείνεις 20 χρόνια; Βγάζεις μια συλλογή. Βάζεις μέσα τα hits, πετάς και δύο ακυκλοφόρητα από το συρτάρι για να τσιμπήσουν οι φανατικοί και προχωράς.
Οι Felice Brothers δεν το έκαναν ποτέ έτσι. Και δεν θα ξεκινούσαν τώρα. Για όσους δεν τους έζησαν από κοντά, οι Felice Brothers είναι μια ιστορία βγαλμένη από τα παλιά. Δύο αδέρφια, ο Ian και ο James Felice, από τα Catskill Mountains της Νέας Υόρκης, παιδιά που μεγάλωσαν με τον Dylan και τον Woody Guthrie στο πικάπ, που έπαιζαν στους δρόμους και στους σταθμούς του μετρό, που έζησαν για ένα διάστημα σε ένα εγκαταλειμμένο βαγόνι.
Η μουσική τους δεν ήταν ποτέ απλώς folk rock. Ήταν βιωματική. Μύριζε ξύλο, ουίσκι, σκόνη από επαρχιακούς δρόμους και παλιές ιστορίες που τις λες αργά το βράδυ. Είκοσι χρόνια μετά, δεν θα μπορούσες να τους πεις cult. Είναι πολύ μεγαλύτεροι από αυτό. Είναι η μπάντα που όλοι οι άλλοι αναφέρουν όταν τους ρωτάς ποιος τους έμαθε να γράφουν τραγούδια.
Και κάπου εκεί μπαίνει η Brandy Schultz, φίλη της μπάντας από τα πρώτα χρόνια, με μια ιδέα απλή και γενναία: Αντί να μιλήσουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους, ας μιλήσουν οι άλλοι για αυτούς. Και μαζεύτηκαν 26!
Το Felice County Fair είναι ακριβώς αυτό που λέει το όνομά του. Ένα πανηγύρι. Μια γιορτή στην κομητεία των Felice. Μέσα σε 101 λεπτά παρελαύνουν ονόματα που σήμερα γεμίζουν αρένες –Bright Eyes, Brandon Flowers, Lumineers, Phoebe Bridgers– δίπλα σε μικρότερους, πιο ταπεινούς τραγουδοποιούς της americana σκηνής. Και αυτό είναι το πρώτο μεγάλο κέρδος αυτού του δίσκου: σου δείχνει το εύρος της επιρροής τους. Δεν είναι μόνο για τα παιδιά του folk. Είναι για όποιον πιστεύει ακόμα ότι ένα καλό τραγούδι πρέπει να έχει χώμα στα παπούτσια του.
Το δεύτερο κέρδος είναι η ίδια η αντοχή των τραγουδιών. Ακούς το ίδιο υλικό να γίνεται άλλοτε φωτεινή pop εξομολόγηση, άλλοτε στοιχειωμένο country blues, άλλοτε σχεδόν ψαλμωδία. Και στέκει. Δεν σπάει. Αυτό σημαίνει καλή γραφή. Όταν ένα τραγούδι του Ian Felice μπορεί να το πει με τον ίδιο σεβασμό και η Phoebe Bridgers και ο Conor Oberst, τότε μιλάμε για κλασικό υλικό. Υλικό που λυγίζει αλλά δεν σπάει.
Και το τρίτο, το πιο σημαντικό: η αγάπη. Δεν υπάρχει ούτε ένα κομμάτι εδώ που να νιώθεις ότι μπήκε για να συμπληρώσει τον αριθμό. Ακόμα και στις πιο ήσυχες, πιο εσωστρεφείς στιγμές, το νήμα δεν κόβεται. Ακούς ανθρώπους που πραγματικά αγαπούν αυτά τα τραγούδια, που μεγάλωσαν μαζί τους, που τα τραγούδησαν σε βαν, σε περιοδείες και σε δύσκολες νύχτες.
Εκεί που με χάνει λίγο το εγχείρημα, και το λέω με αγάπη, είναι στη μορφή του. Τα 101 λεπτά είναι πολλά για κάποιον που δεν ξέρει. Αν είσαι έξω από την παρέα, αν απλώς άκουσες ότι ο αγαπημένος σου καλλιτέχνης διασκευάζει Felice Brothers και μπήκες να ακούσεις από περιέργεια, θα ακούσεις δύο τρία κομμάτια και θα φύγεις. Λογικό είναι. Αυτός ο δίσκος δεν είναι η εξώπορτα. Είναι το σαλόνι. Είναι για όσους είναι ήδη μέσα στο σπίτι και ξέρουν πού είναι η κουζίνα.
Θα ονειρευόμουν κάτι άλλο για τα 20 χρόνια τους. Θα ονειρευόμουν αυτό που έκαναν οι Band στο Last Waltz. Μια σκηνή, οι Felice Brothers στη μέση και γύρω τους όλοι αυτοί οι φίλοι να ανεβαίνουν ένας ένας. Να λένε μια ιστορία, μετά ένα τραγούδι, να τους βλέπεις να γελάνε, να αγκαλιάζονται και να παίζουν όλοι μαζί στο τέλος. Εκεί θα καταλάβαινε και ο πιο ανίδεος γιατί αυτή η μπάντα από τα βουνά της Νέας Υόρκης έγινε το μυστικό που μοιράζονταν όλοι οι μουσικοί μεταξύ τους.
Έτσι όπως κυκλοφορεί, το Felice County Fair είναι μια υπέροχη, μερακλίδικη, καλοφτιαγμένη συλλογή διασκευών. Φτιαγμένη με καρδιά. Αλλά για τους δικούς της ανθρώπους. Αν θέλεις να μπεις τώρα στον κόσμο τους, ξεκίνα από τους ίδιους. Από το Frankie's Gun, από το Penn Station, από το Whiskey In My Whiskey. Και μετά έλα εδώ, σε αυτό το πανηγύρι, να δεις πόσα παιδιά έκαναν.
Το διαμάντι του δίσκου; Το Holy Weight Champ από την Mikaela Davis.
Το παίρνει και το κάνει προσευχή. Εκεί καταλαβαίνεις τι εννοώ όταν λέω για τραγούδια που λυγίζουν αλλά δεν σπάνε.
Για όσους τους έζησαν αυτά τα 20 χρόνια στους δρόμους, στα φεστιβάλ και στα μικρά κλαμπ και για όσους θα ήθελαν να ήταν εκεί.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου



