1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι * Εν αμφιβολία ποιητές ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Έξι τίτλους των εκδόσεων Ελκυστής

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Πρωτοχρονιά στην Παιχνιδούπολη

Το τρένο μπήκε αγκομαχώντας στο σταθμό της Παιχνιδούπολης. Πυκνά νέφη ατμού έκρυψαν τα λιγοστά φωτισμένα παράθυρα περιμετρικά των γραμμών. Οι ένοικοι ξαπλωμένοι στα πουπουλένια τους στρώματα, δεν έδειχναν να ταράζονται από την κίνηση των συρμών. Είχαν αποχαιρετήσει όπως άρμοζε τον παλιό χρόνο και ονειρεύονταν τώρα τον καινούριο. Τα περισσότερα κουκλόσπιτα ήταν σιωπηλά μια τέτοια προχωρημένη ώρα.

Η κούκλα από περσελάνη, κρατώντας το εισιτήριο στο γαντοφορεμένο χεράκι της, κούμπωσε το μαντό της και τράβηξε με βιάση τον αρκούδο που τη συνόδευε. Επιβιβάστηκαν στο κουπέ τους. Τακτοποίησε τις αποσκευές στις ειδικές προθήκες, ρίχνοντας μια ματιά στο νοτισμένο τζάμι. Βολεύτηκε στο βελουδένιο κάθισμα και άνοιξε το βιβλίο της. Το τσαφ τσουφ των τροχών τη νανούριζε μα με πείσμα συνέχιζε να διαβάζει δυνατά στο νυσταγμένο της σύντροφο ιστορίες για άλλες ιστορίες, παραμύθια που δεν ήταν παραμύθια. Είχαν ήδη απομακρυνθεί από την πολιτεία που κοιμόταν, όταν άξαφνα ο συρμός ακινητοποιήθηκε. Κατέβασε το παράθυρο και είδε μέσα στα γκρίζα σύννεφα να ξεπροβάλει ο σκελετός μιας πελώριας μεταλλικής γέφυρας. Το τρένο έμοιαζε να αιωρείται στην άκρη της. Ταυτόχρονα άκουσε τρεχαλητά και κρότους. Ένας πανζουρλισμός από επιφωνήματα τα ακολουθούσαν. 

Ένα τσούρμο μολυβένιων στρατιωτών εισέβαλε στο βαγόνι τους. Ο λοχαγός με τη ξιφολόγχη απειλητικά προτεταμένη, ρωτούσε τους επιβάτες κάτι ακατάληπτο και αμέσως έδινε με ένα νεύμα το παράγγελμα στους υπόλοιπους να προχωρήσουν. Έφτασαν γρήγορα κοντά της.
Δεν πρόλαβε να σκεφτεί οτιδήποτε όταν ένιωσε στα πόδια της την ακαθόριστη ζεστασιά μιας ανάσας αγχωμένης. Άπλωσε τις πτυχές του φορέματος και την σκέπασε. Το χοντροκέφαλο που πρόβαλε δεν την αιφνιδίασε.

«Δεσποσύνη, γκουχ γκουχ... μήπως έπεσε, λέγω, στην αντίληψή σας η ύπαρξη ενός ύποπτου επιβάτη ή κάποιο περίεργο κατά τη γνώμη σας συμβάν;» θέλησε να μάθει ο λοχαγός.
«Δεν έχω ιδέα σας διαβεβαιώ. Μόλις με αποσπάσατε από το διάβασμά μου». Ο τόνος της, που ήταν υπέρ το δέον αυστηρός για μια τόσο χαριτωμένη κουκλίτσα τον ανάγκασε να πισωπατήσει, άγγιξε απαλά με τα δυο του δάχτυλα το πηλήκιο και αποσύρθηκε περίπου ντροπιασμένος. Ο μολυβένιος στρατός, τάκα τούκα, τον πήρε αδιαμαρτύρητα στο κατόπι.

Άφησε την αναπνοή της να δραπετεύσει κι αφού κοίταξε πρώτα τον αρκούδο που παρατηρούσε τη σκηνή μισοκοιμισμένος και έπειτα τις ζωγραφιές που έφτιαχναν οι στάλες της βροχής στο τζάμι, αποφάσισε να κοιτάξει κι ανάμεσα στα γοβάκια της. Μια ξύλινη, σε σχήμα καραμέλας βουτύρου, μύτη έκανε την εμφάνισή της. Έσκυψε πιο πολύ. Ο πιερότος τής χαμογέλασε ντροπαλά, μισός στον αέρα και μισός κάτω από το κάθισμα. Του ανταπέδωσε το χαμόγελο για να δει δυο μάγουλα να παίρνουν το χρώμα του βατόμουρου.

«Μα είστε εσείς...» της ξέφυγε αναγνωρίζοντας τη μαριονέτα της βιτρίνας στο παιχνιδάδικο της πόλης που εγκατέλειψαν. «Τι γυρεύετε εδώ; Γιατί σας κυνηγούν;»

Ο πιερότος κοκκίνησε πιο έντονα. Η καραμέλα έλιωσε. Ένα είδος φωνής βγήκε τρίζοντας από τα πνευμόνια του.

«Το έσκασα...» είπε μόνο. Έκρυψε πως έβρισκε αφόρητο να μένει στο παιχνιδάδικο από τη στιγμή που εκείνη έφυγε, πως τον έπνιγε η κόκκινη κορδέλα που του είχαν φορέσει με το ζόρι, πως μισούσε πια τα καρουζέλ και τις χιονόμπαλες. Και πως προτιμούσε χίλιες φορές να χαθεί στο σκοτάδι παρά να μη τη βλέπει. Και ποια θα ήταν δηλαδή η τύχη του από κει και πέρα; Το πιθανότερο ήταν να βρεθεί στο έλεος ενός κακομαθημένου παιδιού που θα έστριβε δίχως σταματημό τις αρθρώσεις του για να ανακαλύψει πώς δουλεύει. Χαμένη υπόθεση.

Περίμενε υπομονετικά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς για να βάλει σε εφαρμογή το μεγαλεπήβολο σχέδιο που είχε στο μυαλό του. Χρειάστηκαν μόνο μερικοί γυάλινοι βόλοι. Κατρακύλησε στο πεζοδρόμιο μαζί με τα θρύψαλα της τζαμαρίας και κάμποσα κομμάτια ντόμινο. Γέμισε πνιχτούς ήχους και θροΐσματα η νυχτερινή ατμόσφαιρα. Παιχνίδια τον καταδίωκαν. Ξωτικά και φασουλήδες ξεπηδούσαν από τα παράθυρα και τις καμινάδες. Πήρε τους δρόμους κι όλη η πόλη έγινε ένα συνονθύλευμα από παιδικές επιθυμίες και χρυσόσκονη...

Το τρενάκι, τσαφ τσουφ, ξεκίνησε πάλι. Διέσχισαν αμίλητοι την πελώρια γέφυρα που λικνιζόταν στον άνεμο.
«Πού πάμε;» ρώτησε η κούκλα.
«Στη χώρα της αγάπης.»
«Υπάρχει τέτοια χώρα;»
«Σε αυτόν τον πλανήτη όχι...» γλίστρησε πλάι της και την αγκάλιασε. «Κλείσε τα μάτια σου» την προέτρεψε κι η ανάσα του, ζαχαρωμένο βούτυρο, την ταξίδεψε σε μέρη που ποτέ της δε φανταζόταν ότι θα πάει.
Το τρένο τραντάχτηκε και με ένα υπόκωφο σύριγμα πέταξε στον ουρανό της νύχτας. Γύρω τους χόρευαν νιφάδες και φεγγαρόφως.

Όταν άνοιξε πάλι τα μάτια βρισκόταν στο πάτωμα. Γύρω της ανακατεμένα παιχνίδια. Έπρεπε να τα στολίσει όπως ακριβώς ήταν πριν την επέλαση των τελευταίων πελατών. Το αφεντικό είχε αναχωρήσει από νωρίς για το γιορτινό τραπέζι. Προσπαθώντας να στριμώξει την πορσελάνινη κούκλα πλάι στον αρκούδο με το κόκκινο τύμπανο σκόνταψε σε μια πλαστική πολύχρωμη μπάλα κι έπεσε κατάχαμα. Ίσως έχασε τις αισθήσεις της για λίγο. Δε θυμόταν τίποτα. Είχε σχεδόν τελειώσει με το συμμάζεμα όταν αντιλήφθηκε πως ξέχασε να περιμαζέψει τη μαριονέτα με τη στολή του πιερότου. Άπλωσε τα δάχτυλα και την άγγιξε. Τινάχτηκε σα να ακούμπησε ηλεκτροφόρο καλώδιο. Ο αέρας μύρισε καμμένη καραμέλα. Το τρενάκι διέτρεξε σφυρίζοντας το ράφι και προσγειώθηκε στις γάμπες της. Ξεφύσαγε αναψοκοκκινισμένη καθώς ακούστηκε ένα σιγανό χτύπημα στο τζάμι.

«Ακόμα εδώ είσαι, νόμιζα θα είχες κλείσει από ώρα...»

Και πού να πάω, σκέφτηκε, κανείς δε με περιμένει στο σπίτι. Δε μίλησε. Ο υπάλληλος του διπλανού κουρείου της χαμογέλασε. Ο χρόνος που από στιγμή σε στιγμή σωνόταν, φτεροκοπούσε στη φωτεινή μαρκίζα της «Παιχνιδούπολης». Στα μαλλιά του γυάλιζαν νιφάδες χιονιού και ελάχιστη χρυσόσκονη. Μα πώς στο καλό βρέθηκε χρυσόσκονη στο κεφάλι του; Του ανταπέδωσε το χαμόγελο. Δεν ήταν σίγουρη μα της φάνηκε πως χρώμα βατόμουρου έβαψε τότε τα μάγουλά του.
Περισσότερα Afrouiσματα της Αφροδίτης Φραγκιαδουλάκη
art: Norman Rockwell

2 σχόλια:

  1. Τελεια η αναρτηση σου!!

    Υστερα απο πολυυυυ καιρο περασα απο εδω για να αφησω τις ευχες μου .ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ με υγεια και ολα τα καλα.Να εισαι παντα καλα!!!!🌟🎄

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστούμε πολύ πολύ Σκρουτζάκο μας!
      Καλή Χρονιά!! Να φέρει όλα τα καλά!

      Διαγραφή


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΈξι τίτλοι των εκδόσεων ΕλκυστήςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΕν αμφιβολία ποιητές, συλλογικό έργοΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας