1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Agree 2066

Στέλιου Κωνσταντουδάκη


Πρόλογος

8π.μ. Μόλις άνοιξα τα μάτια. Η ώρα οκτώ το πρωί. Ευτυχώς πριν από εξήντα χρόνια αυτός μου είχε μάθει να υπολογίζω το πέρασμα του χρόνου χωρίς να χρειάζεται να κοιτάω τον ήλιο. Ωραίος ήταν ο ήλιος. Φανταχτερός. Σε έκανε να νιώθεις σπουδαίος, μόνο που έπαιζε μαζί σου με τις ηλιαχτίδες του.
Τώρα όμως ήταν πιο δύσκολο χωρίς τον ήλιο για κάποιον που προσπαθούσε να το μάθει πρώτη φορά. Γιατί ο ουρανός ήταν μονίμως κόκκινος και τη μόνη λάμψη χάριζαν τα άστρα της Μεγάλης Άρκτου. Πολλές φορές καθόμουν και τα απαριθμούσα, προσπαθώντας να ξεχάσω την πείνα μου: Ντούμπε, Μεράκ, Φαντ, Μεγκρέζ, Αλιόθ, Μιζάρ, Αλκάιντ, θ, Ταλιθά, κ, Βόρειος και Νότιος Τάνια, Βόρειος και Νότιος Αλούλα, Μουσκίντα, υ, x, ψ, 15, 23, 26, Αλκόρ.
Αυτός μου τα είχε μάθει όλα. Τότε ήμασταν άγριοι από επιλογή.
Κυνηγάγαμε και τρώγαμε ό,τι θέλαμε και βουτούσαμε στα καταγάλανα θαλασσινά νερά, παραβγαίνοντας μέχρι εκεί που έπιανε το μάτι σου.
Μετά τη μαζική τηλεμεταφορά πληθυσμού από το ένα νησί στο άλλο, αυτός έμεινε πίσω κι εγώ κυκλοφορούσα μόνος κι έρημος, σε αχαρτογράφητα νερά, σε τοπία διαφορετικά, αναζητώντας τη γαλήνη.
Αυτήν ολοκληρωτικά μου την πρόσφερε για δέκα χρόνια -παράπονο δεν έχω, με το δικό της τρόπο- εκείνη. Με το λευκό τρίχωμα και τα γαλανά μάτια. Τα ταξιδιάρικα. Τα ονειροπόλα.

Κεφάλαιο 1ο

8.30 π.μ. Πρέπει να βρω κάτι να φάω. Η αγριάδα με τα χρόνια έδωσε τη θέση της στην συγκαταβατικότητα και τώρα στην πείνα. Αρχή ονομάτων σοφίας επίσκεψις έλεγε αυτός. Αγκρί. Έτσι με φώναζαν όλοι. Αγκρί, Αγκρί, Αγκρί. Αναρωτιέμαι πόσες πτυχές του χαρακτήρα μου κρύβει το όνομα που διάλεξαν για μένα τα παλιά αφεντικά μου.
Πλέον ο ανθρώπινος πληθυσμός είναι εξαφανισμένος. Ίσως να είναι κρυμμένος, τρομαγμένος, φοβισμένος. Το άλλο δε θέλω να το σκέφτομαι. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Όσο ζω ελπίζω και άλλα τέτοια που έλεγε κι αυτός.
Αυτός ήταν ο τελευταίος της γενιάς του. Παρ' όλα αυτά ζευγάρωσε. Ευτυχώς ήξερε ότι η ανάμειξη πάντα είναι καλύτερη από τα ίδια με τα ίδια. Είτε μιλάμε για φαγητό, είτε για διαιώνιση κάποιου είδους.
Εκείνη; Εκείνη, με το λευκό τρίχωμα και το πηγαίο χιούμορ. Η ψυχή μου γέμιζε ζωή όποτε την έβλεπα περιμένοντας κρεμασμένος από τα χείλη της μία γλυκιά κουβέντα, μία ζεστή ματιά.

Κεφάλαιο 2ο

9.00 π.μ. Το βραχώδες έδαφος μου επέτρεπε την άσκοπη περιπλάνηση κάθε πρωί, την οποία δικαιολογούσα από τη δήθεν επιθυμία μου για φαγητό.
Το μόνο φαγητό που είχε απομείνει ήταν λιγοστά ερπετά εδώ κι εκεί. Συχνά αναρωτιόμουν αν προτιμώ να φάω ή να κοινωνικοποιηθώ. Αυτός μου είχε πει ότι υπάρχουν κάποια έντομα τα οποία από τα μυθικά χρόνια είχαν αναπτύξει τα ισχυρότερα αντισώματα. Και ότι θα επιβίωναν και από πυρηνική καταστροφή. Τι τραγική ειρωνεία... Αυτά τα ζωάκια έμελλε να αποτελούν πια το πρωινό μου γεύμα...
Κάποτε τρώγαμε λαγούς, κότες και πεσκανδρίτσες. Αναμνήσεις.
Με αυτές χόρταινα κάθε μέρα. Ατελείωτες μνήμες από μια εποχή τόσο μακρινή που φαινόταν μαγική. Μνήμες γεμάτες έντονα συναισθήματα που μοιραζόμασταν με φίλους. Πώς να ξεχάσω την Μπιζού, την Τούκα και την Μίσα. Τον Μπίσκο, τον Δελφίνη, τον Γύπα, τον Μουσού.
Όταν ζεις μια αιωνιότητα, η ζωή σε γεμίζει ματαιοδοξία. Όνειρα για μαγικές ακρογιαλιές και μέταλ συναυλίες. Η πραγματικότητα μίας μακρινής εποχής ανακατεμένη με τα όνειρα που βλέπω κάθε μέρα.
Όπως τα οράματα των φαντασμάτων που κρατούσαν μαγεμένο τον πρίγκιπα στον πύργο. Η αγωνία μου είναι αυτή: να βρω γρήγορα έναν νέο φίλο. Να του διηγηθώ την ιστορία για τη μυθική βασίλισσα και για τον φτερωτό δράκο που την έκλεψε από έρωτα αποτρέποντας την παράδοση από έναν βίαιο γάμο.
Εκείνη τα γνώριζε όλα αυτά. Στην αρχή διάβαζε τα χείλη μου, στο τέλος την ψυχή μου. Σκύλος εγώ, γάτα αυτή; Θηλυκός γάτος, σκύλος φευγάτος.

Κεφάλαιο 3ο

11.00 π.μ. Εκείνο το πρωί η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή σα λιωμένη σοκολάτα μέσα σε κρουασάν. Μόνο που αντί για τη μυρωδιά της σοκολάτας μύριζε παντού σκόνη. Έχω να φάω σοκολάτα σαράντα έξι ολόκληρα χρόνια. Μμμ... αν τα βάλεις κάτω... Μετά την πρώτη εικοσαετία της νέας χιλιετηρίδας, όπως μου τα είχε μάθει και αυτός, όλες οι απολαύσεις είχαν μετατραπεί σε φαντασιώσεις.
Κάποιοι είπαν ότι σε αυτό έφταιξαν τα μεγάλα αφεντικά. Εγώ γνωρίζω ότι δεν μπορεί η σοφία να χάνεται τόσο εύκολα με το πέρασμα των χρόνων. Αν οι άνθρωποι είναι τόσο χαζοί ποιο το νόημα να αποκαλούν εμάς τους σκύλους έξυπνους και ταυτόχρονα τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου; Μοιάζει αδιέξοδο.
Αυτός μου είχε πει ότι καλό είναι στη ζωή να έχουμε ρεαλιστικούς στόχους. Ο στόχος μου είναι να βρω έναν φίλο και μαζί να ανατρέψουμε αυτό το ομιχλώδες σκηνικό που με περιβάλλει. Δεν μπορώ να ανεχτώ ότι οι λίμνες μέσα σε θάλασσες έχουν όλες δώσει τη θέση τους σε ερημιές και άγονα τοπία.

Κεφάλαιο 4ο

12.01 μ.μ. Ξύπνησα αναστατωμένος. Είδα πάλι την μπαλίτσα στον ύπνο μου. Μου μίλαγε για κάποιον πολύ αστείο αλλά δεν κατάλαβα ακριβώς.
Αφού περπάτησα κάμποση ώρα στο ξέφωτο, έστριψα πίσω από τον βράχο, ακολουθώντας τον αέρα, όπως αυτός αποτυπωνόταν στη σκόνη και στις μικρές πέτρες. Χωρίς να πολυασχολούμαι με την όσφρησή μου, που κάποτε ήταν αλάνθαστη, οδηγήθηκα σε μια μικρή σπηλίτσα που όσο πιο βαθιά έμπαινες, γινόταν όλο και πιο σκοτεινή.
Κάτι μαλλιαρό ακουμπάω. Αφουγκράζομαι. Δεν ακούω τίποτα.
Τεντώνω τα αυτιά μου προσπαθώντας να καταλάβω αν είναι κάποιο ζωντανό ή αν πρόκειται για αποκύημα της φαντασίας μου. Μήπως αυτό που βρίσκεται δίπλα μου είναι ένα κομμάτι γράσο; Ή ένα παλιό ξεσκονόπανο; Κάτι φωτίζει... Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Βλέπω κάτι σαν δύο μάτια αλλά δεν ακούω καρδιά.
Είναι ζωντανός; Δεν μοιάζει ούτε με εμένα, όπως με έβλεπα κάθε φορά που καθρεφτιζόμουν στα κρυστάλλινα νερά της λίμνης Κουρνά, παρέα με τον Τούκη, ούτε με τον Μπίσκο, ούτε με τον Πιρέξ. Κι όμως... Είναι σκύλος... Ένας πολύ μαλλιαρός σκύλος με δύο μάτια πολύ εκφραστικά αλλά και φοβισμένα...
-Πώς σε λένε; ρώτησα με αγωνία... Καμία απάντηση. Τα δύο μάτια συνέχιζαν να με κοιτάνε, η καρδιά θα έλεγες σταματημένη!
Έβαλα με απαλές και ήρεμες κινήσεις τη μουσούδα μου κάτω από τη δικιά του, να δω αν υπήρχε σφυγμός. Υπήρχε!!
Χωρίς δεύτερη σκέψη, τον δάγκωσα από το σβέρκο και ξεκίνησα να τον τραβάω προς τα έξω. Ήλιος δεν υπήρχε να τον φωτίσει αλλά από αυτό το υγρό σκοτάδι που περίβαλλε τη σπηλιά, καλύτερα έξω
από αυτήν. Αφού τον έσυρα έξω ξεκίνησα να του γλείφω τη μουσούδα με όσο σάλιο μου είχε απομείνει. Άνοιξε δειλά δειλά το στόμα του: «Αστείο».
-Πού το βρίσκεις το αστείο; αναφώνησα σταματώντας ό,τι έκανα μέχρι εκείνη τη στιγμή και βάζοντας τη γλώσσα μέσα.
-Με λένε Αστείο, ψέλλισε ο μαλλιαρός σκύλος, που το τρίχωμά του ήταν τόσο πολύ βρώμικο και ανακατεμένο που είχε μπλεχτεί σε τζίβες.
-Είμαι ο Αγκρί, απάντησα, σχεδόν μηχανικά, αφού κοντοστάθηκα. Είχα να συστηθώ πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Πόσο καιρό έχεις να μιλήσεις με σκύλο;
-Σε αυτήν τη ζωή δεν έχω ξαναμιλήσει. Στην προηγούμενη μού είχε δώσει αυτό το όνομα μια παιδική ψυχή.
-Έλα, πάμε να σου βρω κάτι να φας!

Κεφάλαιο 5ο

12.30 μ.μ. Μοιραζόμουν με τον Αστείο τέσσερα έντομα, αυτά για τα οποία μου είχε μιλήσει και αυτός. Εκείνη δεν καταδεχόταν να τα φάει. Ήταν πολύ λεπτεπίλεπτη. Ευτυχώς, σε θέματα φαγητού, δεν χρειάστηκε να της χαλάσω ποτέ χατίρι. Λες και της χάλασα και σε τίποτα άλλο. Ό,τι ήθελε αυτή κάναμε γιατί κατά βάθος ήξερα ότι αυτό ήθελα κι εγώ. Απλά που και που ξεσπούσα. Τότε έκανε σα να μην είναι μπροστά. Και μετά το ξέσπασμα ένιωθα ακόμα περισσότερο ερωτευμένος.
-Τι λες να κάνουμε; Τα λόγια του Αστείου με επανέφεραν στην πραγματικότητα.
-Τι στόχο έχουμε; Να επιβιώσουμε; Να διασκεδάσουμε; Να κοινωνικοποιηθούμε; Πρέπει να βρούμε πού θα περάσουμε τη νύχτα, τι θα κάνουμε μέχρι να νυχτώσει.
-Πάμε να εξερευνήσουμε, μπας και βρούμε και κάποιον άλλον.

Κεφάλαιο 6ο

1.00 μ.μ. Μόνο και μόνο που βρήκα αυτόν τον φίλο, μπορώ να βάζω σε τάξη τις σκέψεις μου. Μπορώ να σκέφτομαι φωναχτά χωρίς τον φόβο ότι είμαι τρελός. Ο Αστείος μού θυμίζει τον Μπίσκο. Ήταν κι εκείνος πολύ καλός ακροατής.
Έχουν περάσει ήδη εβδομήντα δύο ώρες και το μόνο που ξέρω για τον Αστείο είναι το όνομά του και ότι δεν είναι ράτσας. Πώς να ήταν; Όλα τα σκυλιά ράτσας έχουν πεθάνει. Ανθρώπινα κλισέ μονομερώς εφαρμοσμένα.
Ο Αστείος δεν έλεγε πολλά. Σπάνια διακόπτοντάς με, μου είχε πει δυο λόγια για τα αφεντικά του. Νταρθ Βέιντερ, Νόου Εφ Εξ.
Πράγματα γνωστά, πολύ εκτιμητέα. Πρέπει να ήταν πολύ δροσερά άτομα.
Ο Αστείος δεν γνώρισε θηλυκό όπως εγώ εκείνην.
Μόνο μια ψυχή, ένα αγνό υλικό, πηλός και πλαστελίνη.
Με τον Αστείο ήμασταν διαφορετικοί. Παρόλο που οι μνήμες και των δυο μας ξεπερνούσαν τα πενήντα χρόνια, θα έλεγες ότι ο χαμογελαστός αυτός σκύλος είχε μετεμψυχωθεί, σε αντίθεση με εμένα που ήμουν σίγουρος ότι δεν είχα αλλάξει διόλου με την πάροδο του χρόνου. Το σημαντικό είναι ότι εκείνο το απόγευμα τον είχα βρει.
Το απόγευμα... Ποιος μου λέει ότι ήταν απόγευμα; Το απόγευμα παλιά ξεκινούσε όταν οι ηλιαχτίδες ήταν ακριβώς πάνω από το κεφάλι σου και τελείωνε με τη δύση του ήλιου. Τώρα που δεν υπάρχει ήλιος... Ουφ! Άντε να το εξηγήσεις όλο αυτό στον Αστείο!
Ο Αστείος καθόταν τόση ώρα δίπλα μου με τη γλώσσα έξω από το στόμα και τα σάλια να τρέχουν στο έδαφος. Κοιτάζοντάς τον μου ήρθε στο μυαλό η σκηνή από την Λαίδη και τον Αλήτη την ώρα που έτρωγαν τη μακαρονάδα.
-Δεν σκέφτομαι αυτό, αποκρίθηκε ο Αστείος, διαβάζοντας τη σκέψη μου. Σκέφτομαι ΑΥΤΟ! Μόλις είπε αυτά τα λόγια μου ήρθε στο μυαλό το τσιμπούσι των Γαλατών που αποτελούσαν την παρέα του Αστερίξ. Μόλις συνειδητοποίησα τι είχε γίνει γύρισα έντρομος και κοίταξα τον φίλο μου.
- Έχεις την ίδια αντίδραση όπως τότε που είδες πρώτη φορά εκείνη! Δύο στα δύο! Ο μπαγάσας με είχε σοκάρει δύο φορές σε μερικά δευτερόλεπτα -αν υπάρχουν δευτερόλεπτα- γιατί χωρίς ήλιο σταματάει ο χρόνος, Πώς ξέρει για εκείνη; Πάνε πενήντα χρόνια!

Κεφάλαιο 7ο

3 μ.μ. Ακολουθούσα τον Αστείο. Σχεδόν τρέχαμε στο άγονο τοπίο. Τα παλιά αφεντικά που τα ήξεραν όλα έλεγαν ότι για να υπάρξει ζωή στον Άρη πρέπει να υπάρχει ήλιος. Τώρα ζούσαμε στη Γη, χωρίς να υπάρχει Ήλιος!
Ο Αστείος μπροστά χαμογελούσε. Είμαι σίγουρος ότι διάβαζε τη σκέψη μου. Λες στο μικρό του μυαλό, αυτό που ζούσε να συνιστούσε διασκέδαση; Με το αθώο του μυαλό, το εκπαιδευμένο να σκέφτεται απλά δίπλα σε μια παιδική ψυχή, δε ζήταγε πολλά για να νιώσει πλήρης.
Κι όμως τους στόχους του παιχνιδιού τούς είχα θέσει εγώ. Ή τέλος πάντων έτσι νόμιζα. «Να επιβιώσουμε, να διασκεδάσουμε, να κοινωνικοποιηθούμε». Ένα καλό παιχνίδι πρέπει να έχει σαφείς στόχους οι οποίοι υλοποιούνται κατά τη διάρκεια της πλοκής. Μήπως έπαιζα σε video game;
«Δεν παίζεις video game, αλλά αν έπαιζες θα είχες ήδη ολοκληρώσει με επιτυχία τις δύο πρώτες πίστες», αποκρίθηκε ο Αστείος. Μα, τότε θα έπρεπε να διαχωρίσουμε σκοπό και επιμέρους στόχους, σκέφτηκα.
«Μην παιδεύεσαι...» φώναξε ο Αστείος που βρισκόταν τώρα μέσα σε ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο περιφραγμένο με σκουριασμένο από τις φλόγες σίδερο. Μπαίνοντας μέσα διαπίστωσα ότι μου θύμιζε το γήπεδο που έπαιζαν κάποτε τα μεγάλα παιδιά στη Μήλο, που ήταν ενσωματωμένο στο στάδιο του νησιού με τις άσπρες γραμμές και το καταπράσινο χορτάρι.
Πλέον δεν είχε μείνει τίποτα. Κοιτάζοντας τα σύρματα μού έρχονταν ανακατεμένες εικόνες στο μυαλό από ταινίες που έβλεπα με τα παλιά αφεντικά μου της δεκαετίας του 90, όπου εκτάσεις πνίγονταν στις φλόγες προμηνύοντας ένα μέλλον όπου θα βασίλευαν οι μηχανές.
Κι όμως, στην εποχή μας... ούτε μηχανή, ούτε ακρόαση! Μόνο ερημιά. Λες και βρισκόμασταν στην άγρια Δύση. Σαν να έβλεπα τώρα την Τούκα να μπαίνει στο σαλούν.

Κεφάλαιο 8ο

4 μ.μ. Έχουν περάσει τέσσερα εικοσιτετράωρα. Η παρέα του Αστείου με διατηρεί σε επαφή με την πραγματικότητα. Δυστυχώς ή ευτυχώς η παρέα μας δεν μπορεί ακόμα να χαρακτηριστεί ως «αγέλη». Παρόλο που έχουμε καταπιεί αμέτρητα χιλιόμετρα εξερεύνησης το μόνο που μας έχει μείνει είναι σκόρπιες αναμνήσεις.
«Πού ταξιδεύεις πάλι; Καλά δεν περνάμε;» αναφώνησε ο Αστείος. Πράγματι, σκέφτομαι ικανοποιημένος. Κάτι όμως συνεχίζει να με προβληματίζει. Η σκέψη μου ταξιδεύει σε εκείνη. Φέρνω στο μυαλό μου τον Φίνο. Κάποτε ειπώθηκε ότι οι γάτοι έχουν εφτά ψυχές.
Να λοιπόν που μετά από τόσα χρόνια φαίνεται τα σκυλιά να έχουν γερότερη κράση.
Ή κάνω λάθος; Οι γάτες ήταν πάντα μοναχικές και απόμακρες.
«Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία», αναφώνησε ο Αστείος και αυτή του η φράση ανακάτεψε το μυαλό μου με αισιοδοξία και μελαγχολία ταυτόχρονα. Έκανα μηχανικά τον υπολογισμό. Δέκα χρόνια συν πενήντα;
Κι αν ο Αστείος είχε δίκιο;

Κεφάλαιο 9ο

4:30 μ.μ. Υπό άλλες συνθήκες θα πρότεινα στον Αστείο να κινήσουμε βόρεια. Πλέον του πρότεινα να πάρει ο ίδιος την πρωτοβουλία. Με μια χαρούμενη έκφραση άρχισε να τρέχει γρήγορα προς το άπειρο.
Χωρίς να χάσω στιγμή άρχισα να τρέχω ξοπίσω του. Αφού ανεβοκατεβήκαμε κόκκινους αμμόλοφους και κυλιστήκαμε σε γκρι χαράδρες, κουτρουβαλήσαμε σε καφέ πλαγιές και παραβγήκαμε σε μαύρες ξέρες, κοντοσταθήκαμε ξαφνικά όταν...
«Φαντασίωση είναι, δεν είναι πραγματικότητα». Για μια στιγμή ήμουν σίγουρος. Νόμισα ότι στο βάθος διέκρινα μια όαση, μια λίμνη μέσα σε θάλασσα, δύο στίχους εικοσασύλλαβους ομοιοκατάληκτους.
Στα νεανικά μου χρόνια, τα πρώτα μου πενήντα, επινοούσα στίχους και τους τραγουδούσα τη νύχτα κάτω από την πανσέληνο.
Μην πάει ο νους σας στο κακό. Δεν πουλάω κάτι. Είναι δωρεάν. Η μονότονη διατροφή των ημερών είχε δυσάρεστα αποτελέσματα στην ψυχοσύνθεσή μου. Ευτυχώς, με εκείνη ήταν αυτό που λέγανε κεραυνοβόλα ματιά. Δεν χρειάστηκε να της τραγουδήσω ούτε τραγούδια για τη μυθική εποχή ούτε για τον άμοιρο, τον δόλιο πωλητή.
Ο Αστείος εκείνη την ώρα είχε χώσει τη μύτη του σε μία τρύπα και παρατηρούσε τρία σκαθάρια. Μετά από λίγο γύρισε προς το μέρος μου.
«Είχα δίκιο», αναφώνησε με περηφάνεια έχοντας φουσκώσει το στήθος του με μια βαθιά αναπνοή. «Δεν είμαστε μόνοι…»

Κεφάλαιο 10ο

5.00 μ.μ. Η ώρα είχε περάσει και ο ήλιος ήταν κατακόκκινος. Για μια στιγμή ξεγελάστηκα κι εγώ. Δεν υπήρχε ήλιος και δεν ήμουν καν σίγουρος ότι είναι πέντε η ώρα. Ο Αστείος μύριζε εδώ κι εκεί. Είχε να σηκώσει κεφάλι πολλή ώρα... Μα τι λέω; Πώς μπορώ να καταλάβω πόση ώρα έχει περάσει;
Έχοντας αυτόν στο μυαλό μου έφερα στο μυαλό μου το Σίμπα και τον Μουφάσα, τον Αλεξάντερ και τον Μπαμπάρ. Δεν ήταν πατέρας μου. Ήταν όμως ο πατέρας και ταυτόχρονα ο τελευταίος γιος του είδους του. Ήταν ο καλύτερός μου φίλος. Και πήρε αυτήν που του άξιζε. Την πιο γλυκιά γάτα ολόκληρου του γαλαξία. Εκείνη δεν ήταν γλυκιά, ήταν απλά Ε Κ Θ Α Μ Β Ω Τ Ι Κ Η !
Και αυτή όμως που πήρε αυτός δεν υστερούσε σχεδόν σε τίποτα. Κι αν κάποιες στιγμές την έπιανε το παράπονο, ήταν τότε που δεν είχε χνουδόμπαλες να παίζει.
«Με αυτό το μαύρο χώμα που έχει καλύψει τα πάντα, μου είναι δύσκολο να βρω ίχνη. Τόση ώρα μυρίζω, τα μόνα ζωντανά που υπάρχουν ή υπήρξαν εδώ γύρω είναι κάτι έντομα».
Το ηθικό μου αναπτερωμένο. Δεν με πτοούν τα λόγια του Αστείου. Εξάλλου φαινομενικά είναι πολύ μικρότερος από μένα. Σε αυτήν τη ζωή τουλάχιστον... «Ακολούθησέ με»... σχεδόν τον διέταξα και αμέσως άκουσα την πνοή του πίσω μου. Δεν τρέχαμε, περπατούσαμε προσεχτικά με τις μύτες στο έδαφος. Είχαμε ταυτιστεί σε εκείνη τη μυρωδιά, την σχεδόν ξινή που μας προκαλούσε ζαλάδα και ταυτόχρονα περιέργεια. Όταν η μυρωδιά έγινε πολύ έντονη σηκώσαμε το βλέμμα.

Κεφάλαιο 11ο

7.00 μ.μ. Υπό άλλες συνθήκες θα έλεγα ότι ο ήλιος φτάνει στη Δύση του. Το μόνο που γνωρίζω, μέσες άκρες, είναι ότι αυτά που σας περιγράφω έντεκα κεφάλαια τώρα έχουν διαδραματιστεί σε περίπου εκατό είκοσι ώρες. Αν ζούσαμε στο 2016 και έκανα έναν τέτοιου είδους εσωτερικό διάλογο σίγουρα θα ξεπερνούσε τις πέντε μέρες. Το 2016, όμως, οι μόνοι που υποψιαζόμασταν ότι κάνουν τόσο μεγάλους εσωτερικούς διαλόγους ήταν οι Τζεντάι.
Μπροστά στα μάτια μας υψωνόταν ένα μεγάλο βουνό, όχι σαν αυτά που ανεβοκατεβαίναμε όταν κάναμε παρέα με την Φρουφρού και τον Πυρέξ αλλά κάτι που έμοιαζε με ηφαίστειο.
- Ηφαίστειο είναι και πάνω πάνω βρίσκεται ο κρατήρας του. Είναι φυσικά ανενεργό γι’ αυτό και οι μύτες μας έχουν δροσίσει.
- Τι εννοείς; Εγώ νόμιζα ότι κρατήρας είναι αυτό το δοχείο που οι αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν το κρασόνερο.
- Καλά αν το πάρεις έτσι, χάνεις τη μπάλα... Εξάλλου κρατήρας δεν είναι και αυτό που δημιουργείται όταν δύο αστέρια από τα τόσα που πέφτουν κάθε μέρα συναντιούνται;
- Δεν ξέρω τι έκανες μέσα στη σπηλιά, εγώ πριν σε βρω σκεφτόμουν ώρες ατέλειωτες κοιτάζοντας τα αστέρια. Πέραν λοιπόν της μεγάλης Άρκτου που είμαι σίγουρος ότι έχεις διακρίνει κι εσύ, αυτός μου είχε μάθει ότι υπάρχουν έξι αστερισμοί τους οποίους συχνά αγναντεύαμε ενώ δροσίζαμε τα πόδια μας στις ακρογιαλιές. Πρόκειται για τους Κρατήρα,  Λέοντα,  Εξάντα,  Ύδρα,  Κόρακα  και  Παρθένο.
-Ουφ! Άντε πάμε να ανεβούμε να δούμε τι θα δούμε!
Όντως το ηφαίστειο ήταν ανενεργό. Κοιτάζοντας μέσα από τον κρατήρα, το απόλυτο σκοτάδι. Απογοήτευση. Κατεβήκαμε γοργά και συνεχίσαμε το δρόμο μας.

Κεφάλαιο 12ο

8.00 μ.μ. Μετά από αρκετή ώρα δρόμο το ηφαίστειο δεν φαινόταν καν. Πλέον το τοπίο είχε διαφοροποιηθεί σε κάτι πιο γνώριμο. Ζεστή κόκκινη σκόνη κάλυπτε τα πάντα και μόνο με την αφή καταλάβαινες ότι το έδαφος κάτω από τη σκόνη είναι λείο και βραχώδες. Έφερνα στο νου μου τα γυαλιστερά βράχια δίπλα στις παραλίες που είχαν λειανθεί από το κύμα και τα μάτια μου γίνονταν τόσο εκφραστικά όσο αυτά του Σιλβέστερ στην αγκαλιά της γιαγιάς.
«Ωραία τα θαλασσινά νερά. Σε μια άλλη ζωή δεν έφευγε μέρα χωρίς να κάνω βουτιά στη θάλασσα». Ο Αστείος διέκοψε πάλι τη σκέψη μου, που ήταν πάλι σε αυτόν και σε εκείνη. Καμιά φορά ένιωθα ότι αδικούσα τους υπόλοιπους, λίγοι δεν ήταν, φίλους που είχα κατά καιρούς.
«Κανείς δεν πρόκειται να σε παρεξηγήσει» πετάχτηκε πάλι ο Αστείος, κουνώντας ζωηρά την ουρά του σα να είχε ανακαλύψει κάτι σημαντικό. Τι να βρήκε άραγε; Έτρεξα προς το μέρος του.
Πράγματι, μπροστά του βρισκόταν μια μπαλίτσα σαν αυτές που έπαιζαν ο Μπίσκο με τον Κοσμά. Σαν, όμως, γιατί αυτή ήταν τραχιά και όχι λεία, σα να έχει αγκάθια. Πάει πολύς καιρός που έχω να δω κάτι τέτοιο.
- Είναι σκαντζόχοιρος! αποκρίθηκε ο Αστείος. Το αστείο είναι ότι τον πετύχαμε εδώ, τέτοια ώρα.
- Γιατί; Σε τι διαφέρει αυτή η ώρα;
- Είναι πολύ νωρίς για έναν σκαντζόχοιρο να κυκλοφορεί αυτήν την ώρα, γιατί είναι νυκτόβιο. Ίσως είναι ειδικό είδος.
- Ναι, αλλά τα νυκτόβια είναι νυκτόβια για να αποφεύγουν τις κουκουβάγιες, τις νυφίτσες και τα φίδια.
- Και τους σκύλους!
- Πώς σε λένε; Καμία απάντηση.
- Μήπως νομίζει ότι θα τον φάμε;
- Μη φοβάσαι, ο στόχος της επιβίωσης έχει ολοκληρωθεί.
Τώρα παλεύουμε για το στόχο της κοινωνικοποίησης. Πάλι καλά που δεν είμαστε άνθρωποι, να πολεμάμε να κοινωνικοποιηθούμε μόνοι μπροστά σε ένα παράθυρο.

Κεφάλαιο 13ο

8.30 μ.μ. Από τη στιγμή που ο Καρλίτο πήρε το λόγο, δεν τον άφησε στιγμή. Ήταν λέει σκαντζόχοιρος βασιλικής γενιάς, ο παππούς του καταγόταν από την Βαυαρία. Τον έλεγαν Τσαρλς και από αυτόν είχε πάρει και εκείνος το όνομά του. Ο νέος φίλος μου όμως ήταν πιο χαριτωμένος από τον παππού του, παρ’ όλο που κάθε φορά που γέλαγε ήταν ίδιος αυτός.
«Καρλίτο με φωνάζουνε! Μην σας ξενίζουν τα μπλε μάτια και η μεταξένια ράχη μου, ξέρω ότι οι περισσότεροι σκαντζόχοιροι που μπορεί να είχατε γνωρίσει δεν μου μοιάζουν καθόλου».
Πράγματι το μικρό αυτό ζωάκι τώρα που το παρατηρούσα...
«Πράγματι μπλε μάτια σε σκαντζόχοιρο πρώτη φορά βλέπω», αναφώνησε ο Αστείος και συμπλήρωσε: «Και τα αγκάθια σου μου φαίνονται περίεργα στην αφή. Από τι είναι φτιαγμένα;»
Ο Καρλίτο από εκεί που κοίταζε φοβισμένος πλέον είχε αλλάξει στάση εντελώς. Είχε σηκωθεί στα δύο πόδια και με φουσκωμένο το στήθος εξιστορούσε με στόμφο:
«Πριν από πενήντα χρόνια, φίλοι μου, γεννήθηκα κι εγώ από μάνα και πατέρα σκαντζόχοιρο. Οι γονείς μου ήταν ήπιων τόνων και αφού με μεγάλωσαν με αρχές μαζί με τα πέντε αδέρφια μου, αφού χρονίσαμε, με ξεπροβόδισαν στον κόσμο.
Στην αρχή επιβίωνα όπως όλοι οι σκαντζόχοιροι. Έβγαινα τη νύχτα για φαγητό και περιπλάνηση και το πρωί κοιμόμουν. Ώσπου μια μέρα γνώρισα έναν γάτο που μου άλλαξε τη ζωή. Ώρες ατέλειωτες καθόμασταν σιωπηλοί κάτω από το φως του ήλιου και επικοινωνούσαμε με το νου. Να μην πολυλογώ, φίλοι μου, μετά από έναν χρόνο εκπαίδευσης, αυτός μου έμαθε το μυστικό της αθανασίας...»
«Ένα λεπτό!», σχεδόν φώναξα, διακόπτοντάς τον. Η περιγραφή ταιριάζει απόλυτα σε αυτόν! Αυτόν που δεκατρία κεφάλαια τώρα δεν τολμώ, από σεβασμό, να τον ονομάσω. «Σε ποιον γάτο αναφέρεσαι; Νομίζω ότι τον ξέρω».
«Τούκη τον φωνάζανε. Και ήταν ο μεγαλύτερος δάσκαλος για μένα». Χωρίς να προλάβω να τον διακόψω, ο Καρλίτο συνέχισε: «Μαζί με τη σοφία με την οποία γέμιζα κάθε λεπτό που συναναστρεφόμουν τον Τούκη, ένιωθα ότι άλλαζαν και τα χρωμοσώματα του DNA μου. Τα μάτια μου από κατάμαυρα έγιναν γαλανά σαν το χρώμα της θάλασσας που με τόση λαχτάρα αγναντεύαμε και τα αγκάθια μου απαλά σαν μετάξι».
Ο Αστείος, που τόση ώρα άκουγε άφωνος δεν άντεξε: «Μα καλά, εσύ, με τόση σοφία μέσα σου, πώς και πριν μισή ώρα μας κοίταζες τόσο φοβισμένος;».
«Η ζωή με τον Τούκη άλλαξε, φίλοι μου, όταν έγινε η μαζική τηλεμεταφορά στο άλλο νησί». Μισό λεπτό! Όλα αυτά μου φαίνονται γνωστά. «Ο Τούκης αποξενώθηκε και ήμουν πια μόνος. Μόνος με τις σκέψεις μου και τα μεταξένια αγκάθια μου. Μπορεί να ήμουν σοφός, αλλά παρέμενα ένα μικρό, αδύναμο ζωάκι, έρμαιο αλεπούδων, πουλιών και σκύλων. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ένα βράδυ που είχα ξυπνήσει και έψαχνα κάτι να τσιμπήσω, να πέσω θύμα μιας παγίδας που είχαν στήσει δύο μικρά πονηρά αλεπουδάκια. Τότε ήταν που γνώρισα τη Μίσα».
Τα μάτια μου σχεδόν πετάχτηκαν από τις κόγχες. Αφού έγλειψα τη μύτη μου για να καταλάβω αν είμαι σε όνειρο φώναξα:
- Πώς γίνεται να γνωρίζεις και Αυτόν και Εκείνη;
- Δεν σε καταλαβαίνω. Εσύ πού την ξέρεις;

Κεφάλαιο 14ο

9.00 μ.μ. Έξι εικοσιτετράωρα περασμένα και ο μεταξένιος σκαντζόχοιρος ήταν πια ο οδηγός μας. Έτρεχε μπροστά στα δύο πόδια κι εμείς ακολουθούσαμε. Μισό λεπτό: από ποιο παιχνίδι είναι αυτή η σκηνή;
Σκόρπιες εικόνες πέρναγαν από το μυαλό μου: Μόσχα, Ντένβερ, Στοκχόλμη. Μέρη στα οποία ποτέ δεν ταξίδεψα αν και μου φαίνονταν τόσο οικεία. «Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς». Ο Αστείος με ξύπνησε από το όνειρο. Ήμουν ξύπνιος όμως και έτρεχα μέσα στις αμμουδιές.
«Οι γάτοι περπατάνε μέσα στις φυλλωσιές.
Παίζουν και γελάνε και τρώνε λιχουδιές».
Ποιος τραγουδάει αυτά τα τραγούδια; Σίγουρα δεν μου τα τραγουδούσε εκείνη. Τα παλιά αφεντικά έλεγαν ότι πριν γεννηθούν άκουγαν τραγούδια. Κάποτε κι εγώ τραγουδούσα. Ποτέ μόνος, πάντα με παρέα. Τραγούδια με κιθάρες, με φυσαρμόνικες, επαναστατικά. Τα μανιφέστα κρύβουν κάτι το επαναστατικό. Αν και εγώ όταν ακούω μανιφέστο το μυαλό μου πάει στο χρήμα και στη γιορτή. Όταν μαζευόμασταν στο φίλο μου τον Μπίσκο, οι στιγμές που ζούσαμε ήταν πολύ γιορτινές. Τότε προσπαθούσαμε να ζήσουμε την κάθε στιγμή ως μοναδική. Πλέον ο χρόνος έχει παγώσει. Και δεν μπορώ να πω ότι είναι χρήμα. Και αυτό μπορείς να πεις ότι είναι μεγάλο κρίμα.
«Κρίμα είναι που βυθίζεσαι στις σκέψεις σου αντί να απολαμβάνεις το κυνηγητό. Κρίμα είναι να απαρνιέσαι το φύλο σου.
Τα αγόρια πάντα μένουν αγόρια. Και για αυτούς όλα όσα συμβαίνουν έχουν κάτι το παιγνιώδες, αλλιώς δεν έχουν νόημα».
«Καρλίτο!!»
«Λίγο ακόμα φίλοι μου, σχεδόν φτάσαμε…»

Κεφάλαιο 15ο

11.00 μ.μ. Μετά από δύο ώρες τρεχαλητό ακόμα και ο Καρλίτο έμοιαζε λαχανιασμένος. Κι όμως! Και εγώ και ο Αστείος νιώθαμε ότι το ταξίδι έφτανε στο τέλος του. Εξάλλου ακόμα αναπνέαμε. Εκείνο το πρωί ήμουν μόνος, ενώ τώρα είχα δύο νέους φίλους. Και δεν μπορώ να πω ότι όλον αυτόν τον καιρό τρώγαμε και κοιμόμασταν. Μπορώ να πω ότι πέρναγα καλά. Σε βαθμό μάλιστα που να μην σκέφτομαι συνεχώς τον Τούκη και την Μίσα, αλλά περισσότερο τον Καρλίτο και τον Αστείο. Ο Αστείος περπατούσε δίπλα μου. Ο Καρλίτο προπορευόταν αλλά συχνά πυκνά έριχνε ματιές πίσω του να βεβαιωθεί ότι τον ακολουθούμε.
Στην τελευταία στροφή, αφού περάσαμε για πολλοστή φορά το λοφίσκο με τα μαραμένα δενδρύλλια, όπου τη θέση του γρασιδιού και των λουλουδιών είχαν πάρει φυσίγγια και θραύσματα από ατσάλινα σπαθιά, κοντοσταθήκαμε. Το τοπίο είχε αλλάξει.
Λες και είχε προηγηθεί ένα μαγικό άγγιγμα ή ένα δυνατό ξόρκι.
Μία μεγάλη πόρτα έκανε την εμφάνισή της. Το ύψος της; Σίγουρα πάνω από δέκα μέτρα. Πώς το υπολόγισα; Θυμήθηκα τις βουτιές του Φίνου στην παραλία με το σεληνιακό τοπίο, όπου ονειρευόμουν αγάλματα ηρώων θαμμένα στο έδαφος. Ήταν φτιαγμένη από λούστρο και καλυμμένη από πάνω μέχρι κάτω με αλάβαστρο και ελεφαντόδοντο. Στα πλαϊνά μέρη της ήταν σκαλισμένα αγγεία από ένα είδος μαύρης πέτρας τόσο γυαλιστερής που κοιτάζοντας μέσα φαινόταν το είδωλό μου. Κάθε αγγείο αναπαριστούσε ένδοξες στιγμές μάχης. Το αριστερό αγγείο αναπαριστούσε μάχες των πρώτων ανθρώπων εναντίων θεών και μυθικών δαιμόνων. Το δεξί αγγείο αναπαριστούσε τον τελευταίο πόλεμο. Τον πόλεμο που λησμονούσα τόσες μέρες. Αυτόν που ήταν αιτία να βρεθώ μόνος μου σε αυτό το στεγνό και καταπόρφυρο τοπίο, μην ξέροντας τι από αυτά που βιώνω είναι όνειρο και τι πραγματικότητα.
«Πάλι απορροφήθηκες;» ακούστηκε η φωνή του Αστείου από το υπερπέραν. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι βρισκόμουν ακίνητος και μόνος, μαρμαρωμένος βασιλιάς, μπροστά από αυτό το θέαμα, την ώρα που οι φίλοι μου έχοντας βρει το πέρασμα είχαν μπει μέσα.

Κεφάλαιο 16ο

00.01 π.μ. Ξαπλωμένος πάνω σε υφάσματα από μετάξι και μυθρίλ, παρέα με τους δύο φίλους μου, κοιτάζαμε τα αστέρια. Οι πέραν από το λογικό ικανότητές μας και οι εξίσου πέρα από το λογικό εμπειρίες μας είχαν εξελίξει την ενσυναίσθησή μας σε τέτοιο βαθμό που πλέον οι διάλογοι μεταξύ μας ήταν σχεδόν βουβοί.
Αποκαμωμένοι από το ταξίδι μας, απαριθμούσαμε μαγεμένοι τους αστερισμούς, στην προσπάθειά μας να παραδοθούμε στον Μορφέα:
- Αετός, Αιγόκερως, Αλώπηξ, Ανδρομέδα, Αντλία, Ασπίς, Βέλος, Βόρειος Στέφανος, Βοώτης, Βωμός, Γερανός, Γλύπτης, Γλυφείον, Γνώμων, Δελφίν, Διαβήτης, Δίδυμοι, Δίκτυον, Δοράς, Δράκων, Εξάς, Ζυγός, Ηνίοχος, Ηρακλής, Ηριδανός, Θηρευτικοί Κύνες, Ινδός, Ιππάριον, Ιπτάμενος Ιχθύς, Ιστία, Ιχθύες, Καμηλοπάρδαλις, Κάμινος, Καρκίνος, Κασσιόπη, Κένταυρος, Κήτος, Κηφεύς, Κόμη Βερενίκης, Κόραξ, Κρατήρ, Κριός, Κύκνος, Λαγωός, Λέων, Λυγξ, Λύκος, Λύρα, Μεγάλη Άρκτος, Μέγας Κύων, Μικρά Άρκτος, Μικρός Κύων, Μικρός Λέων, Μικροσκόπιον, Μονόκερως, Μυία, Νότιον Τρίγωνον, Νότιος Ιχθύς, Νότιος Σταυρός, Νότιος Στέφανος-Οκρίβας, Οκτάς, Οφιούχος, Όφις, Παρθένος, Περιστερά, Περσεύς, Πήγασος, Πρύμνα, Πτηνόν, Πυξίς, Σαύρα, Σκορπιός, Ταύρος, Ταώς, Τηλεσκόπιον, Τοξότης, Τουκάνα, Τράπεζα, Τρίγωνον, Τρόπις, Ύδρα, Ύδρος, Υδροχόος, Φοίνιξ, Χαμαιλέων, Ωρίων, Ωρολόγιον

Επίλογος

08.00 π.μ. Μόλις άνοιξα τα μάτια. Η ώρα οκτώ το πρωί. Είχαν περάσει επτά εικοσιτετράωρα. Δίπλα μου κουρνιασμένος ο Αστείος και μέσα στα πόδια του ο Καρλίτο. Τίποτα δεν έμοιαζε ίδιο με μία εβδομάδα νωρίτερα. Ακόμα και ο παγωμένος χρόνος έμοιαζε να κυλάει ομαλότερα.
Πίσω από τα τείχη, μία δεσμίδα φωτός τρεμόπαιξε στο μαύρο λιθόστρωτο και μου τύφλωνε τα μάτια...

ΤΕΛΟΣ


10:00 π.μ. Κοιτάζοντας φευγαλέα στην αυλή και με το νου μου στο πρωινό γεύμα που θα μοιραστώ με τους φίλους μου, το βλέμμα μου έπεσε σε ένα μεγάλο αυγό οβάλ σχήματος. Πλησιάζοντας παρατήρησα ότι στο κάτω μέρος ήταν χαραγμένα με φωτιά σε κινέζικα ιερογλυφικά το όνομα Μουσού.


Στέλιος Κωνσταντουδάκης
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας