1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Πίστευε στα όνειρα, μερικές φορές γίνονται αληθινά

Μπάμπη Αμανατίδη

Ο Κωνσταντίνος, ένα αγόρι δέκα χρόνων με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια, θα ήταν ευτυχισμένος αν δεν είχε μια σπάνια πάθηση στους μύες του που τον έχει καθηλώσει σε αμαξίδιο και το καθιστά ανήμπορο να παίζει ποδόσφαιρο στο σχολείο με τους συμμαθητές του.
Ζει σε μια παραθαλάσσια μικρή πόλη με την μικρή αδελφή του Ιωάννα και τους γονείς του.
Όπως σε όλα τα παιδιά έτσι και στον Κωνσταντίνο αρέσουν τα παιχνίδια μόνο που αυτός αρέσκεται να παρακολουθεί τους ποδοσφαιρικούς αγώνες της αγαπημένης του ομάδας.
Δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στα χρωματιστά μπαλόνια κι αυτό το διαπιστώνει εύκολα κανείς όταν επισκέπτεται το δωμάτιό του και βλέπει τα μπαλόνια να αιωρούνται σαν αερόστατα στην οροφή.
Πλησίαζε η ημέρα των γενεθλίων του και περίμενε τα δώρα του, μεταξύ των άλλων ήταν βέβαιος ότι θα αποκτούσε νέα συλλογή από όμορφα χρωματιστά μπαλόνια.
Στην πόλη του δυστυχώς δεν πουλούσαν παρόμοια μπαλόνια σαν αυτά που έχουν τη συνήθεια να ξεφεύγουν από τα χέρια των παιδιών που δεν κρατούν σφιχτά το σχοινάκι τους, οπότε έπρεπε με γαλιφιές να πείσει τους γονείς του να μεταβούν στη μεγάλη πόλη.
Πέτυχε να πείσει τους γονείς του να κάνουν το ταξίδι την ημέρα των γενεθλίων του ημέρα Σάββατο, όταν οι γονείς του δεν εργαζόταν.
Σπάνια ερχόταν ο μικρός στην πόλη, τελευταία φορά την επισκέφτηκε όταν πήγαινε στην πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου.
Είδε τα μεγάλα σπίτια αυτά που λέγονται πολυκατοικίες, τους μεγάλους δρόμους, τα αμέτρητα αυτοκίνητα, τα λεωφορεία, τους βιαστικούς ανθρώπους που βάδιζαν σαν να τρέχουν, έμεινε με ανοιχτό το στόμα με όλα αυτά και περισσότερο με τις βιτρίνες των καταστημάτων που ήταν γεμάτα από όμορφα
ρούχα, πράγματα και παιχνίδια. Εντυπωσιάστηκε με όλες αυτές τις πρωτόγνωρες εικόνες, αλλά την υπόσχεση της μητέρας του ότι θα του αγοράσει τα καλύτερα δώρα δεν την λησμόνησε.
“Αν δεν σταματήσετε Κωνσταντίνε τις ανοησίες επιστρέφουμε στο σπίτι χωρίς δώρα” απείλησε η μητέρα όταν άρχισαν τις αταξίες τα δυο αδέλφια.
Έτσι τα παιδιά αναγκάστηκαν να είναι υπάκουα και υπομονετικά για να πραγματοποιηθεί η επιθυμία τους. Μετά από δίωρη περιπλάνηση στη μεγάλη αγορά της πόλης ,έφτασαν σε μια πλατεία που βρισκόταν κοντά στην θάλασσα πλημμυρισμένη με γονείς, παιδιά, περιστέρια και μπαλόνια.
“Μπαμπά... μπαμπά... κοίταξε!” φώναξε με λαχτάρα ο Κωνσταντίνος δείχνοντας μια ηλικιωμένη γυναίκα που κρατούσε στο δεξί χέρι της μια αρμαθιά με πολύχρωμα μπαλόνια.
Ο πατέρας τον ρώτησε ποια μπαλόνια θα ήθελε κι αυτός του έδειξε πέντε χρωματιστά κι ένα μεγαλύτερο κόκκινο με τη ζωγραφιά ενός αυτοκινήτου πάνω του.
Έτσι απέκτησε έξι όμορφα μπαλόνια κι ακόμη δυο η αδελφή του Ιωάννα.
Τα οκτώ μπαλόνια τα έδεσε ο πατέρας, στον καρπό του χεριού του Κωνσταντίνου για να μη φύγουν ψηλά στον ουρανό, γιατί ανήκαν στα μπαλόνια που αγαπούν πολύ τα ύψη.
“Γιατί μπαμπά αυτή η γυναίκα δε μιλούσε σωστά τα ελληνικά;” ρώτησε ο Κωνσταντίνος ευχαριστημένος από το δώρο του.
“Γιατί γεννήθηκε και μεγάλωσε σε άλλη χώρα, εκεί έμαθε να μιλά διαφορετική γλώσσα”, απάντησε ο πατέρας.
Στην πλατεία υπήρχαν κι άλλες γυναίκες με μπαλόνια σε σχήμα καρδιάς, σε σχήμα ζώων, αυτοκινήτων και ένα σε σχήμα αερόστατου με κόκκινες γραμμές, αρκετά μεγάλο που εντυπωσίασε τον Κωνσταντίνο.
Έμεινε να το παρατηρεί χωρίς να προχωράει με αποτέλεσμα να του αγοράσει η μητέρα του και αυτό.
Στην επιστροφή για τη μικρή τους πόλη, τα δυο αδέλφια ήταν χαρούμενα γιατί εκτός από τα εννέα μπαλόνια οι γονείς τους, αγόρασαν κι άλλα δώρα γι’ αυτούς και για τα παιδιά που είχαν καλεσμένα στη σημερινή γιορτή.
Το ταξίδι οι νέες εικόνες και εμπειρίες από τη πόλη κούρασαν τα δυο αδέλφια κι αποκοιμήθηκαν αποκαμωμένα στριμωγμένα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου με τα μπαλόνια δεμένα στο χέρι του Κωνσταντίνου που πίεζαν τον ουρανό του αυτοκινήτου.
Ξαφνικά ο Κωνσταντίνος ένοιωσε κάτι να τον τραβά έξω από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου και μονομιάς βρέθηκε στον ουρανό με τα μπαλόνια να τον ανασηκώνουν ψηλά... όλο και πιο ψηλά.
“Ναι... ναι... αλήθεια... πετάω... πετάω” φώναζε ο μικρός Κωνσταντίνος, μα δεν τον άκουγε η Ιωάννα.
“Είναι δυνατόν να πετούν οι άνθρωποι;” αναρωτιόταν.
Πετούσε κι έβλεπε το αυτοκίνητο με τους γονείς του να κινείται στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι ενώ ο δρόμος να φαινόταν σα μεγάλο ποτάμι και τα δέντρα τόσο μικρά που νόμιζες ότι ήταν ψεύτικα. Κι όλο ανέβαινε...ανέβαινε... πιο ψηλά στα σύννεφα ,όταν ξαφνικά είδε πίσω του την μεγάλη πόλη σαν πολλά χωριά μαζεμένα, χωρίς πράσινα δέντρα μόνο τσιμεντένια κτίρια.
Και τα μπαλόνια συνέχιζαν την πορεία τους ακάθεκτα όλο και πιο ψηλά μέχρι τον ουρανό κι επειδή φυσούσε προς τη μεριά που κατευθύνονταν το αυτοκίνητο του πατέρα φαινόταν σαν να τους ακολουθούσε.
Ένοιωθε το αεράκι να του χαϊδεύει τα ξανθά μαλλιά και το παντελονάκι του να είναι φουσκωμένα από τον αέρα όπως τα παντελόνια των κλόουν.
«Φιλαράκο που θα πάμε τελικά, δεν πρέπει να ξέρουμε;» ακούστηκε μια ανεπαίσθητη φωνή από τη μεριά των μπαλονιών.
Ο μικρός Κωνσταντίνος ταράχτηκε επειδή πίστευε ότι ήταν μόνος του.
“Τι φωνούλα είναι αυτή;” αναρωτήθηκε γυρνώντας προς τη μεριά των μπαλονιών.
“Εγώ σου μιλώ μικρέ, πες μου τ' όνομά σου για να γίνουμε φίλοι” είπε το κόκκινο μεγάλο μπαλόνι.
«Θα είναι μαγικά αυτά τα μπαλόνια!!» σκέφτηκε ο μικρός, αλλά αμέσως απάντησε με θάρρος λέγοντας δυνατά το όνομά του.
«Μη φωνάζεις, με κούφανες φωνακλά..!» είπε το μπαλόνι.
“Εσένα πως σε λένε;” ρώτησε χαρούμενος ο Κωνσταντίνος.
“Εμένα όλοι με φωνάζουνε Κοκκινομπαλόνη” απάντησε. Ξαφνικά πέρασε από κοντά τους ένα περίεργο αερόστατο ζωγραφισμένο με κάθετες χρωματιστές λωρίδες με καλάθι ,δυο σακουλάκια με άμμο και μοναδικό επιβάτη ένα ξανθό αγόρι στην ηλικία του Κωνσταντίνου.
Στα χέρια του κρατούσε κιάλια και τον παρατηρούσε με περιέργεια.
Ο Κωνσταντίνος αναρωτήθηκε μήπως ήταν φαντασία του, η αλήθεια είναι ότι επιθυμούσε να έχει κι αυτός αερόστατο για να πετά ξεκούραστα.
Εν τω μεταξύ είχαν φτάσει πάνω από τη μικρή πολιτεία του Κωνσταντίνου κι άρχισαν να χάνουν ύψος με τη φροντίδα ενός μπαλονιού που έμοιαζε αερόστατο και ρύθμιζε την πορεία της φανταστικής ιπτάμενης συντροφιάς.
«Οι συμμαθητές σου είναι κάτω και μας βλέπουν ,θέλεις να κατέβουμε πιο χαμηλά να τους χαιρετήσουμε;» ρώτησε το κόκκινο μπαλόνι με το αυτοκίνητο.
«Ναι... ναι… σε παρακαλώ πολύ, ας κατέβουμε να δω το σχολείο και του φίλους μου γιατί από τόσο μακριά δε θα με αναγνωρίσουν» είπε με λαχτάρα ο μικρός.
Φαινόταν τα περιβόλια τα χωράφια τ' αμπέλια και οι παραλίες της όμορφης πόλης. Στον περίβολο του μικρού σχολείου υπήρχαν μερικά παιδιά που έπαιζαν κυνηγητό ,μόλις είδαν την παράξενη συντροφιά έστρεψαν τα κεφάλια στον ουρανό κι επειδή πλησίασε σχετικά κοντά ο Κωνσταντίνος γνώρισε τον Γιάννη, τον Ηλία, τον Ιορδάνη και την στενή του φίλη Δώρα.
Τους χαιρέτησε από ψηλά όλο χαρά αλλά η φορά του ανέμου τον απομάκρυνε από την αυλή του σχολείου προς τη μεριά της θάλασσας που βρισκόταν ανατολικά.
“Κοίταξε μια όμορφη παραλία Κωνσταντίνε ,θέλεις να πάμε για μπάνιο;” είπε το μπαλόνι.
“Κρυώνω δεν μπορώ να κάνω μπάνιο τέτοια εποχή, εσύ μπαλόνι είσαι και δε κρυώνεις” απάντησε ο μικρός.
Το μπαλόνι δεν πρόλαβε ν’ απαντήσει γιατί από δίπλα τους πέρασε ένας γλάρος με λευκά και γκρίζα φτερά βλέποντάς τους με περιέργεια.
«Τι γίνεται εδώ πάνω πετούν ακόμη και οι άνθρωποι, θα συγκρουσθούμε από τη μεγάλη κυκλοφορία !!» είπε δείχνοντας τη δυσφορία του.
Λίγο αργότερα κι ενώ το ιπτάμενο μπουκέτο μπαλονιών κατευθύνονταν προς τη μακρινή θάλασσα ,από το νότο φάνηκε ένα αερόστατο με πράσινες και κίτρινες φαρδιές ρίγες, μέσα στο καλάθι βρισκόταν ένας άντρας και μια γυναίκα που έμοιαζαν με τους γονείς του.
“Ναι, ναι... αυτοί είναι... δεν γελιέμαι...” αναρωτήθηκε ο μικρός αλλά παράξενο δεν τον χαιρετούσαν με την εγκαρδιότητα όπως ταιριάζει από γονείς στα παιδιά τους.
“Μαμά... μπαμπά... ει... ει...” φώναζε ο μικρός αλλά αυτοί του περιορίστηκαν σε ένα τυπικό χαιρετισμό.
“Γεια σου ξανθούλη” και στρέφοντας το πρόσωπο στο σύντροφό της πρόσθεσε “τι περίεργη συντροφιά” κι εξαφανίστηκαν αφήνοντας το μικρό με το παράπονο και την πίκρα χαραγμένη στο πρόσωπο του.
Η συντροφιά των μπαλονιών συνέχιζε το ταξίδι ακόμη πιο ανατολικά, έχοντας κάτω μόνο το γαλάζιο χρώμα της θάλασσας και μερικά πράσινα διάσπαρτα κομμάτια γης σα φύλλα στην απεραντοσύνη του πελάγους.
“Πρέπει να ξεκουραστούμε λίγο φιλαράκο, δεν νομίζεις;” ακούστηκε η φωνή ενός μπαλονιού με σχήμα καρδιάς.
“Μπα... κι αυτός μιλάει;” αναρωτήθηκε ο Κωνσταντίνος.
“Εδώ κάτω είναι η χώρα μου, η χώρα των μπαλονιών με σχήμα καρδιάς ένα νησί που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά”, παινεύτηκε.
Ο μικρός δέχθηκε με χαρά την πρόταση γιατί τα χέρια του πονούσαν από το κράτημα των σχοινιών και σκέφτηκε πως είναι ευκαιρία να ξεκουραστεί λιγάκι.
“Το νερό μας είναι δροσερό, τα φαγητά μας νόστιμα και οι πορτοκαλιές μας φορτωμένες με γλυκά πορτοκάλια όλες τις εποχές του χρόνου”, πρόσθεσε το παινεσιάρικο μπαλόνι.
Όταν προσγειώθηκαν τους περίμεναν τρία αγόρια και τρία κορίτσια εκπρόσωποι όλων των φυλών της γης με διαφορετικά χρώματα έχοντας στο στήθος κονκάρδα σε σχήμα καρδιάς και στο αριστερό τους χέρι κρατούσαν από δυο μπαλόνια κι αυτά σε σχήμα της καρδιάς.
“Καλώς ήλθατε φίλοι μας” είπαν τα παιδιά με χαρούμενη φωνή.
Πρόσφεραν στον Κωνσταντίνο χυμό πορτοκαλιού τον οποίο ήπιε για να νιώσει δυνατότερος.
“Τα πορτοκάλια μας είναι μαγικά” του ψιθύρισε ο σύντροφός του σε σχήμα καρδιάς.
Ήταν πραγματικά μια χώρα μπαλονιών θα ήθελε να ζει ο μικρός εδώ αν ζούσαν οι γονείς και οι φίλοι του μαζί του.
Ακόμη και τα δέντρα είχαν το σχήμα των μπαλονιών, ησυχία επικρατούσε παντού, το μόνο που ακουγόταν ήταν το φύσημα του ανέμου, ο φλοίσβος της θάλασσας και το κρώξιμο των γλάρων.
Ξεκουράστηκε ο Κωνσταντίνος και αφού ευχαρίστησε τα παιδιά τους χαιρέτησε και συνέχισε το ταξίδι πετώντας με τ' αγαπημένα μπαλόνια του.
Είχε πολλά να δει και το μαγικό ταξίδι ήταν ακόμη στην αρχή.
Ένα από τα μπαλόνια ήταν χρώματος πορτοκαλί με σχήμα λωτού, πάνω του υπήρχαν ζωγραφισμένα δέντρα χωρίς φύλλα με ώριμους πορτοκαλί καρπούς, ήταν η σειρά αυτού του μπαλονιού να φιλοξενήσει την περίεργη ιπτάμενη συντροφιά στη χώρα του τη “Χώρα των Λωτών”.
Πράγματι μετά από πτήση λίγων λεπτών προσγειώθηκαν σ' ένα καταπράσινο νησί πλημμυρισμένο από λωτούς φορτωμένους με ώριμους καρπούς.
“Μη στενοχωριέσαι μικρέ, δεν θα ξεχάσεις τους γονείς και τους φίλους σου τρώγοντας λωτούς όπως έπαθαν οι σύντροφοι του Οδυσσέα, οι λωτοί μας είναι θαυματουργοί” ,είπε το μπαλόνι που ήταν ζωγραφισμένο με υπέροχο άνθος λωτού.
Σ' αυτή τη μικρή χώρα, που ο χρόνος είναι ξεχασμένος, τα ρολόγια είναι σταματημένα και οι άνθρωποι είναι ήρεμοι, ευτυχισμένοι και πολύ χαρούμενοι, βασιλιάς τους είναι ο Αρχιμπαλόνης.
“Μας έφερες και φίλους βλέπω... καλώς ορίσατε” είπε απευθυνόμενος στο μπαλόνι λωτό και στην παρέα του.
“Είναι ο φίλος μου Κωνσταντίνος που αγαπά πολύ τα μπαλόνια γι' αυτό σκέφτηκα να τον φιλοξενήσουμε για λίγο βασιλιά μου” είπε με υποτακτικό ύφος.
“Περάστε πρώτα να ξεκουραστείτε κι ακολούθως να έλθετε στο παλάτι, είστε καλεσμένοι στη γιορτή που ετοιμάσαμε προς τιμή σας” είπε ο βασιλιάς.
Το παλάτι ήταν στολισμένο με χιλιάδες χρωματιστά μπαλόνια και ζωγραφιές των παιδιών με πολύχρωμα πανέμορφα άνθη λωτών που όμοιά του δεν είχε ξαναδεί ο μικρός.
Οι υπήκοοι του βασιλιά ήταν όλοι χαρούμενοι και χαμογελαστοί μετά την παρουσία του μικρού επισκέπτη και της παρέας του στο νησί τους.
Ξεκουράστηκε ο Κωνσταντίνος κι αφού έφαγε, ήπιε το χυμό πορτοκαλιού κι αποκοιμήθηκε,την επόμενη ημέρα το πρωί όταν ξύπνησε βρέθηκε έξω από μια αίθουσα με πλουμιστά στολίδια όπου τον οδήγησαν υπηρέτες.
Άνοιξε μια πόρτα και μπήκε σε μια μεγάλη σκοτεινή αίθουσα. Στην αρχή ένοιωσε περίεργα, ξαφνικά όμως ένα στρογγυλό άνοιγμα από την οροφή του παλατιού έριξε μια φωτεινή κυκλική δέσμη σε ένα μεγάλο τραπέζι όπου υπήρχε μια τούρτα φράουλα μεγάλη σαν το ύψος του Κωνσταντίνου με δέκα αναμμένα πολύχρωμα κεριά.
Όταν άνοιξαν οι υπόλοιποι φεγγίτες γέμισε η αίθουσα με άπλετο φως και φάνηκε το συγκεντρωμένο πλήθος των υπηκόων που άρχισε να τραγουδά
“Κωνσταντίνε να ζήσεις και χρόνια πολλά
μεγάλο μπαλόνι να γίνεις σαν εμάς
με γνώση, σοφία, υγεία και χαρά”
Ο μικρός Κωνσταντίνος κοκκίνισε από την χαρά και την έκπληξη που του έκαναν οι άγνωστοι καλοί φίλοι του.
“Πώς γνώριζαν ότι έχω γενέθλια σήμερα και πως ήξεραν ποια τούρτα μου αρέσει;” αναρωτήθηκε.
“Γνωρίζαμε ότι θα μας επισκεφτείς ανήμερα των γενεθλίων σου!” απάντησε ο άρχοντας διαβάζοντας τη σκέψη του.
Ο Κωνσταντίνος έκανε λίγα βήματα μπροστά πλησίασε στην τεράστια τούρτα, ανέβηκε σε ένα βάθρο που είχαν τοποθετήσει και φύσηξε δυνατά για να σβήσει τα κεριά μέσα σε επευφημίες και χειροκροτήματα.
“Μπράβο, μπράβο, χρόνια πολλά σαν τα δικά μας” είπαν όλοι με ένα στόμα.
“Ευχαριστώ πολύ για την υποδοχή και την υπέροχη γιορτή, αλλά πώς θα σας το ξεπληρώσω αυτό που μου κάνατε;” είπε ο μικρός Κωνσταντίνος.
“Ανταμοιβή μας είναι η τιμή της επίσκεψης που μας έκανες” είπε ο Αρχιμπαλόνης χαμογελαστός.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας τα μπαλόνια πλησίασαν το μικρό αγόρι και του υπενθύμισαν ότι πρέπει να φύγουν γιατί “πολλά έχουν ακόμη να δουν τα μάτια του” όπως συνήθιζαν να του λένε.
Χαιρέτησε τον βασιλιά Αρχιμπαλόνη αφού τους ευχαρίστησε και συνέχισε με τους φίλους του το μαγικό ταξίδι του.
Ένα μπαλονόσπιτο τους βοήθησε με τον όγκο του να σηκωθούν ψηλά για να βρουν τα ρεύματα αέρα και πέταξαν προς τη μεριά του νότου αυτή τη φορά.
Αναχώρησαν όλο χαρά ,ήταν η σειρά του μπαλονιού αερόστατο να φιλοξενήσει το μικρό φίλο στη δική του χώρα.
Πλησίασαν σε νησί που έμοιαζε με ξαπλωμένο αερόστατο πάνω στη θάλασσα, ήταν εντελώς διαφορετικό από τ άλλα ,γιατί δεν είχε ούτε δέντρα ούτε σπίτια αλλά είχε μόνο αλεξίπτωτα κάθε λογής.
Προσγειώθηκαν στο μεγαλύτερο αερόστατο του νησιού που ήταν φτιαγμένο από τετράγωνα πολύχρωμα πανιά.
“Μικρά βασίλεια νησιών όλο εκπλήξεις” αναλογίστηκε ο Κωνσταντίνος. Το καλαμένιο καλάθι του ήταν τεράστιο,ήταν δεμένο στο έδαφος με πολλά σχοινιά για να μη πετάξει. Ο σύντροφός μας μπαλόνι αερόστατο μας οδήγησε εκεί όπου μας υποδέχθηκε ο κυβερνήτης του αερόστατου που δεν ήταν άλλος από τον αδελφό του δικού μας μπαλονιού αερόστατου.
“Είναι καιρός να αποκτήσετε ένα καλό πετούμενο γιατί έχετε μεγάλο ταξίδι, σας διαθέτω λοιπόν το δικό μου μπαλονόσπιτο αερόστατο. Αρκεί να με πληρώσετε” είπε ο κυβερνήτης.
“Μα εμείς δεν έχουμε χρήματα!!” απάντησε ο Κωνσταντίνος.
“Δεν πειράζει μπορεί να μην έχετε χρήματα έχετε όμως κάτι που θέλω” είπε ο κυβερνήτης του αερόστατου.
“Και τι είναι αυτό που μπορούμε να σου δώσουμε;”
“Τον ξύπνιο σας” είπε, αλλά δεν κατάλαβε ο μικρός μόνο ο αδελφός του κυβερνήτη κατάλαβε και ψιθύρισε στον Κωνσταντίνο
“Θα σου πω μετά!”
Χάρηκε η συντροφιά από τα ευχάριστα νέα.
Θα είχαν τώρα στη διάθεσή τους μεγάλο,ασφαλές και αναπαυτικό σκάφος για τα ταξίδια τους χωρίς να κουράζονται τα λεπτά αγύμναστα χέρια του Κωνσταντίνου.
Ευχαρίστησε τον κυβερνήτη και έβαλε φωτιά για να γεμίσει με ελαφρύ αέρα το αερόστατο, έλυσαν τα σχοινιά και σηκώθηκαν απαλά στον ουρανό.
Περνούσαν ανάμεσα από εκατοντάδες μικρά και μεγάλα αερόστατα που τους χαιρετούσαν με τον τρόπο τους, κουνώντας δεξιά κι αριστερά το καλάθι τους, πως αλλιώτικα να το κάνουν αφού δεν είχαν χέρια;
“Επόμενος προορισμός, φώναξε μια φωνή που μίλησε για πρώτη φορά, είναι το Νησί της μαγεμένης μεγαλοχώρας”, η φωνή προέρχονταν από το μπαλόνι γίγαντας.
“Τι είναι αυτή η μεγαλοχώρα;” ρώτησε ο μικρός.
“Είναι μια μεγάλη κρυμμένη περιοχή όπου βρίσκονται πολλές χώρες μαζί” απάντησε το μπαλόνι γίγαντας. Ο μικρός Κωνσταντίνος δεν κατάλαβε τον υπαινιγμό του, εξ άλλου είχε τόσα πολλά και όμορφα μέρη να δει που δεν τον ενδιέφεραν οι λεπτομέρειες.
Ο κυβερνήτης προσπαθούσε να προσγειώσει το αερόστατο με τους κατάλληλους χειρισμούς, όσο πλησίαζε στο έδαφος τόσο ποιο όμορφη του φαίνονταν η μεγαλοχώρα γεμάτη με δάση με δρόμους και τεράστιους πύργους.
Προσγειώθηκαν πάνω σε κάτι πολύ μαλακό που ξαφνικά άρχισε να σείεται.
“Κουνιέται η γη... σεισμός” φώναξε ο μικρός επηρεασμένος από τα μαθήματα αντισεισμικής προστασίας του σχολείου. Το μπαλόνι γίγαντας γέλασε.
“Βρισκόμαστε πάνω στη κοιλιά ενός γίγαντα που κοιμόταν, μη φοβάσαι μικρέ μου φίλε, είναι καλός” είπε.
“Οι γίγαντες που ζουν στη στεριά είναι άκακοι μόνο ένας είναι κακότροπος, αυτός που ζει στη θάλασσα ο νερογίγαντας, ξεχωρίζει από το ύψος του στο βάθος της θάλασσας” είπε και έστρεψε το βλέμμα του στο βάθος του ορίζοντα πίσω από ένα πλοίο.
Έφτασαν στο μεγάλο καζάνι που περιστρέφονταν για να μη κολλήσει ο πολτός, μοσχοβολούσε ο τόπος από την ζεστή σοκολάτα και τη βανίλια που κι αυτή παραγόταν εκεί. Αμύγδαλα, φουντούκια, φρούτα του δάσους ήταν τα πρόσθετα υλικά που κουβαλούσαν σε πάνινα σακιά οι ακούραστοι εργάτες και τα έριχναν στο καζάνι.
Στο βάθος υπήρχε το μέρος όπου συσκευάζονταν οι έτοιμες σοκολάτες σε χαρτοκιβώτια.
Μετά την ξενάγηση ο κύριος Σοκολατένιος δώρισε ένα μικρό χαρτοκιβώτιο, καφέ χρώματος, με σοκολάτες της αρεσκείας του Κωνσταντίνου τονίζοντας ότι το συγκεκριμένο χαρτοκιβώτιο είναι ιδιαίτερο δε μοιάζει με τ' άλλα γιατί είναι μαγικό και δεν τελειώνει ποτέ.
“Θα τρως κάθε μέρα μια μικρή σοκολάτα αλλά το κουτί θα είναι πάντα γεμάτο, θα σου δίνει δύναμη ευεξία και υγεία, όχι καταχρήσεις και κάθε φορά που τρως τη σοκολάτα θα βουρτσίζεις τα δόντια σου, διαφορετικά θα χαθούν οι μαγικές τους ιδιότητες” , είπε χαμογελώντας ο κύριος Σοκολατένιος.
Ο μικρός τον ευχαρίστησε εκστασιασμένος από αυτά που άκουσε κι έτρεξε πάνω του να τον αγκαλιάσει.
“Πολύ καλός κύριος αλλά λίγο μυστηριώδης, τι εννοούσε δεν θα τελειώνουν ποτέ, υπάρχουν πράγματα που δεν τελειώνουν ποτέ;” είπε στον Κοκκινομπαλόνη.
“Μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα”, του απάντησε αυτός αινιγματικά.
Πριν πέσει ο ήλιος ο Κωνσταντίνος παρακάλεσε τους φίλους του να φύγουν γιατί βιαζόταν για τα γενέθλιά του.
“Τα γενέθλιά σου ξέχασες ότι τα γιορτάσαμε;” είπε ο Κοκκινομπαλόνης.
Ήταν όλα όμορφα κι οι φίλοι του πολύ καλοί αλλά ο Κωνσταντίνος ήταν ανήσυχος κάτι του έλειπε, ίσως οι γονείς η αδελφή του, οι φίλοι του, ίσως του έλειπε ο αγαπημένος του παππούς που θα περίμενε στο σπίτι.
Χαιρέτησαν τον κύριο Σοκολατένιο κι απογειώθηκαν για το δρόμο της επιστροφής.
“Πόση ώρα θα κάνουμε μέχρι την πόλη μου;” ρώτησε με αθώο τρόπο, ο μικρός τον κύριο Μπαλοναερόστατο.
“Δεν θ' αργήσουμε!!” είπε αδιάφορα ο υπναράς.
Μετά την γαλάζια θάλασσα πέρασαν πάνω από μεγάλα δάση, από ένα τεράστιο ποταμό που ιρίδιζε στις ακτίνες του ήλιου, μεγάλες πεδιάδες, ερήμους, ένα στενόμακρο μεγάλο νησί και πάνω από πολλά ακόμη νησιά σε ένα γαλάζιο πέλαγο. Όλες οι μαγευτικές εικόνες πέρασαν από τα μάτια του μικρού Κωνσταντίνου σαν κάποιο μαγικό οπτικό καρουζέλ.
Αποκοιμήθηκε πάλι ο μικρός από την έκσταση της πτήσης όταν κάποια στιγμή άκουσε μια γνωστή αγαπημένη φωνή να τον καλεί.
“Κωνσταντίνε ξύπνα αγόρι μου φτάσαμε ,πρέπει να ετοιμαστούμε, τα παιδιά σε λίγο θα έρθουν στη γιορτή των γενεθλίων σου”.
“Γενέθλια; Ποια γενέθλια, αφού τα γιόρτασα, πάλι...!! Τι... Πώς;” είπε και τότε κατάλαβε πως ζούσε έντονα ένα όμορφο όνειρο σε μαγευτικές χώρες με καλούς φίλους.
Κι όταν ξύπνησε για τα καλά είδε ότι τα μπαλόνια ήταν ακόμη δεμένα στο χέρι του και πατημένα από την ανάποδη στο ουρανό του αυτοκινήτου περίμεναν κι αυτά να βγουν από το αυτοκίνητο για να “ξεπιαστούν” ανεμίζοντας από το σχοινί στον ελεύθερο αέρα.
Λίγο αργότερα άρχισαν να καταφθάνουν στο σπίτι του οι φίλοι και συμμαθητές, όλοι περνούσαν υπέροχα εκτός από τον Κωνσταντίνο που δε μπορούσε να παραδεχτεί ότι αυτό που έζησε ποιο μπροστά ήταν όνειρο.
Πόσο γελάστηκε όμως!
Όταν κάποια στιγμή έβαλε το χέρι του στην τσέπη του για να πάρει ένα μαντήλι να σκουπιστεί ανακάλυψε ένα μικρό μπλε σακουλάκι και μέσα του ένα φιαλίδιο με ολόχρυσο πώμα σε σχήμα καρδιάς.
Ο καημένος συγκλονίστηκε γιατί διαπίστωσε ότι αυτά που έζησε για δυο ημέρες με τ' αγαπημένα του μπαλόνια, δεν ήταν όνειρο αλλά αληθινά γεγονότα, εξ άλλου του είχαν πει ότι ο χρόνος τους ήταν αλλιώτικος από το δικό μας.
Μισή ώρα για μας δυο ημέρες γι αυτούς!
“Το μπουκαλάκι” αναρωτήθηκε, είναι αλήθεια μπουκαλάκι που θεραπεύει όλες τις αρρώστιες και ζει όποιος το πιει δυο ζωές μαζεμένες; Και ενστικτωδώς γύρισε το βλέμμα του στα μπαλόνια που τώρα τον κοιτούσαν αινιγματικά και με συγκρατημένη ανυπομονησία.
Ο Κοκκινομπαλόνης ήταν σαν να του έλεγε.
“Πίστευε στα όνειρα, μερικές φορές γίνονται αληθινά!!”
Το κόκκινο μπαλόνι σε σχήμα καρδιάς φούσκωνε και παλλόταν σα να προσπαθούσε να κρατήσει με κόπο ένα μεγάλο μυστικό.
Πήγε με το αμαξίδιο στο δωμάτιό του κι άνοιξε με λαχτάρα το σακουλάκι ρίχνοντας κρυφά λίγες σταγόνες στο στόμα του ενώ ο Κοκκινομπαλόνης που τον ακολούθησε του ψιθύρισε στο αυτί.
“Πιες ακόμη λίγο... πιες ακόμη λίγο...” κι αυτός υπάκουσε και σήκωσε το μικρό φιαλίδιο ρίχνοντας ακόμη λίγες σταγόνες στο στόμα του από το περιεχόμενό του κι όταν πήγε να το κρύψει στην κρυψώνα που είχε στο δωμάτιό του αντίκρισε κάτι που δε θα ξεχνούσε ποτέ.
Πάνω στο γραφείο του υπήρχε ένα χαρτοκιβώτιο καφέ χρώματος ίδιο μ' αυτό που του χάρισε ο κύριος Σοκολατένιος στο όνειρο, γεμάτο με λαχταριστές σοκολάτες .
Πήρε γι' αυτόν μία σοκολάτα και ακόμη λίγες για τους φίλους του και, ω του θαύματος, με μαγικό τρόπο το χαρτοκιβώτιο αναπληρώθηκε. Έτρεξε χαρούμενος στα παιδιά που βρισκόταν στη γιορτή και τότε συνειδητοποίησε κάτι που τον συγκλόνισε άλλη μια φορά.
Βάδισε μόνος του χωρίς αμαξίδιο, μόνος του θα έτρεχε στην αυλή του σχολείου.
Είχε τη δύναμη να σηκωθεί και να τρέξει... έτρεξε ναι... ναι... έτρεξε ένοιωθε πολύ καλύτερα, δεν πονούσαν πια τα πόδια του, μπορούσε να τρέξει, να πάει στα παιδιά τις υπέροχες σοκολάτες.
Έγινε ανέλπιστο θαύμα, πετούσε από τη χαρά του, ήταν ευτυχισμένος, ένιωθε υπέροχα, ένιωθε υγιής.
Σκεφτόταν ότι δε θα έβλεπε στο μέλλον πίσω από την περίφραξη του γηπέδου τ' άλλα παιδιά να παίζουν ποδόσφαιρο, τώρα θα έπαιζε και ο ίδιος.
“Πίστευε στα όνειρα, μερικές φορές γίνονται αληθινά” επανέλαβε ο Κοκκινομπαλόνης.


Μπάμπης Αμανατίδης
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας