1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Ο ιπτάμενος αχινός

Αντωνίου Ευθυμίου

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας αχινός, ένας μικρός κατακόκκινος αχινός, που ζούσε στο βυθό της θάλασσας και τον έλεγαν Ρίχαρντ. Είχε μια μικρή αδερφή, τη Σέντα, κι έναν μεγαλύτερο αδερφό, τον Έρικ. Κάθε μέρα όλη η οικογένεια έκανε βόλτα στα ρηχά.
Ο Ρίχαρντ έπαιζε μαζί με τα αδέρφια του παιχνίδια στην άμμο και ήταν πάντα κεφάτος. Την περισσότερη ώρα προσπαθούσαν να βγάλουν τους κόκκους άμμου που κολλούσαν ανάμεσα στα αγκάθια τους. Ο πιο γρήγορος ήταν κι ο νικητής της ημέρας. Το μεσημέρι έτρωγαν όλοι μαζί την αγαπημένη τους τροφή, τις άλγες. Οι άλγες είναι φυτά της θάλασσας που μοιάζουν με πράσινο χαλί. Η Σέντα κι ο Έρικ λάτρευαν τις άλγες, αλλά ο Ρίχαρντ προτιμούσε τα μύδια. Το βράδυ η οικογένεια επέστρεφε στο σπίτι τους, σε μια σπηλιά μέσα στα βράχια. Ο Ρίχαρντ για να κοιμηθεί, μετρούσε αστέρια. Δεν είχε μάθει ακόμη καλά τους αριθμούς και μπερδευόταν στο μέτρημα.
Έτσι, ξεκινούσε από την αρχή μέχρι που τον έπαιρνε ο ύπνος.
Μια μέρα, την ώρα που έπαιζε με τα αδέρφια του βλέπει μια πελώρια σκιά να πετάει από πάνω του. Τρόμαξε κι έτρεξε αμέσως στην αγκαλιά της μαμάς του. «Μαμά, τι είναι αυτή η μεγάλη σκιά που πετάει από πάνω μας; Φοβάμαι» τη ρώτησε. «Είναι ένα μεγάλο πουλί της θάλασσας που το λένε Άλμπατρος» του απάντησε. Ο Ρίχαρντ εντυπωσιάστηκε. Δεν είχε ξαναδεί τόσο μεγάλο πουλί. Και τι περίεργο όνομα σκέφτηκε. Το βράδυ, όταν επέστρεψε στη σπηλιά με την οικογένειά του, δεν άρχισε να μετράει αστέρια, αλλά κοιτούσε επίμονα το φεγγάρι. Σκέφτηκε πως αν ήταν κι αυτός πουλί θα μπορούσε να πετάξει και να πλησιάσει το φεγγάρι. Είχε ακούσει πως εκεί υπάρχει πολύ ασήμι, δηλαδή μεγάλος θησαυρός για όποιον καταφέρει να φτάσει μέχρι το φεγγάρι. Δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Ανυπομονούσε να ξημερώσει για να ξαναδεί το άλμπατρος.
Το επόμενο πρωί, ο Ρίχαρντ πήγε πάλι βόλτα στα ρηχά. Αυτή τη φορά δεν είχε όρεξη να παίξει με τα αδέρφια του. Περίμενε εκείνη την πελώρια σκιά του άλμπατρος. Η ώρα περνούσε, αλλά το άλμπατρος δε φαινόταν. Ο μεγάλος του αδερφός Έρικ τον πλησίασε και τον ρώτησε τι του συμβαίνει. «Περιμένω το μεγάλο πουλί. Θέλω να πετάξω κι εγώ σαν εκείνο» του απάντησε. «Κάποια στιγμή θα πετάξεις κι εσύ, αλλά τότε θα προτιμήσεις να επιστρέψεις στο βυθό», είπε ο αδερφός του. Ο Ρίχαρντ δεν κατάλαβε την απάντηση του Έρικ.
Αυτό που ήθελε ήταν να πετάξει σαν το άλμπατρος και τίποτα άλλο.
Οι μέρες περνούσαν και ο μικρός αχινός είχε απογοητευτεί.
Σκέφτηκε ότι δε θα ξανάβλεπε εκείνη τη σκιά και η μοναδική ευκαιρία να μάθει να πετάει είχε χαθεί. Μια μέρα κι ενώ ετοιμαζόταν για τη βόλτα της οικογένειας στα ρηχά, ο πατέρας του ανακοίνωσε πως εκείνη την ημέρα δε θα πάνε πουθενά. «Έχει πολλούς ανθρώπους, είναι επικίνδυνα» του είπε. Είχε ακούσει ξανά για τους ανθρώπους.
Ήταν τεράστιοι κι αυτοί, αλλά δεν μπορούσαν να πετάξουν. «Δεν τους φοβάμαι τους ανθρώπους» σκέφτηκε. Έτσι αποφάσισε να κάνει μόνος του τη βόλτα στα ρηχά. Ήταν σίγουρος πως αυτή τη φορά θα ερχόταν η σκιά και θα μπορούσε να πετάξει κι αυτός. Περίμενε πολλή ώρα, αλλά και πάλι το άλμπατρος δε φάνηκε. Ξαφνικά, βλέπει μια σκιά να μπαίνει μέσα στο νερό. «Το μεγάλο πουλί ήρθε» σκέφτηκε.
Ένα τεράστιο ανθρώπινο χέρι τον άρπαξε και τον έβγαλε από το νερό. «Επιτέλους πετάω» φώναζε. Ήταν πολύ ευτυχισμένος που ήταν έξω από το νερό, γιατί ένιωθε σαν ιπτάμενος αχινός. Ο άνθρωπος άρχισε σιγά σιγά να βγαίνει από τη θάλασσα και ο Ρίχαρντ φοβήθηκε. Ήθελε να επιστρέψει πίσω, αλλά τώρα ήταν αργά. Ο άνθρωπος τον ακούμπησε κάτω στην αμμουδιά και ξαναμπήκε στη θάλασσα για να βρει κι άλλους αχινούς. Ο Ρίχαρντ άρχισε να κλαίει.
Μετάνιωσε που πήγε κρυφά βόλτα από τους γονείς του. Δε ζήλευε πια το άλμπατρος που πετούσε. Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει πίσω στην οικογένειά του.
Η θάλασσα φουρτούνιασε απότομα κι ένα τεράστιο κύμα βγήκε έξω στην αμμουδιά και τον παρέσυρε μέσα. Ο Ρίχαρντ σταμάτησε να κλαίει κι ήταν πάλι χαρούμενος που βρισκόταν στο βυθό. Το βράδυ επέστρεψε πίσω στη σπηλιά με κατεβασμένα τα αγκάθια του.
Ανησυχούσε ότι ο πατέρας του θα τον έβαζε τιμωρία. Όταν έφτασε στη σπηλιά, όλη η οικογένειά του έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Τότε κατάλαβε ότι δε χρειάζεται να πετάξει μέχρι το φεγγάρι για να βρει θησαυρό. Ο θησαυρός ήταν η ίδια η οικογένειά του.


Αντώνιος Ευθυμίου
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας