1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Η κατάρα της Θεάς

Γιώτας Χουλιάρα


Ιρλανδία - παραμονή του Ίμπολκ
Ανάκτορο του Βασιλιά Λόγκαιρ

Ο Λόγκαιρ κοίταξε τη γριά Μάγισσα που στεκόταν απέναντι του αγέρωχη. Τα ρούχα της ήταν φθαρμένα, γεμάτα λάσπη και μούχλα. Τα μαλλιά της, πιασμένα στην κορυφή του σκελετωμένου κεφαλιού της με κάτι περίεργες κορδέλες, έμοιαζαν με ιουερνικό κισσό που είχε αναρριχηθεί στο κρανίο της. Ανάμεσα στο λευκό τους χρώμα διέκρινε μαύρες τούφες, ξέπλεκες, που πετούσαν δεξιά κι αριστερά, όμοιες με φίδια που γλιστρούσαν στο σκοτάδι. Τα μάτια της ήταν γαλάζια, όπως ο ουρανός όταν τον αντίκριζε από τον ιερό λόφο της Τάρα.
«Λοιπόν;» την ρώτησε ανυπόμονα.
«Βασιλιά μου», απάντησε η Μάγισσα μ΄ένα ελαφρύ μειδίαμα των χειλιών της, «αυτό που με ρωτάς δεν μπορώ να στο απαντήσω».
Ο Λόγκαιρ πετάχτηκε από το θρόνο του εκνευρισμένος. Ενδεχομένως και να είχε σηκώσει το σπαθί του σημαδεύοντας αυτό το κουφάρι από κόκαλα, δέρμα και μαλλιά που στέκονταν αγέρωχα απέναντι του, αν ο Μέγας Δρυΐδης δεν προλάβαινε να τον ηρεμήσει πιάνοντας τον από το μπράτσο.
«Μη, βασιλιά μου», του ψιθύρισε στο αυτί. 
«Μην προκαλείς την οργή της Μόρριγκαν».
Όλοι γνώριζαν πως η μάγισσα που στεκόταν απέναντι τους ήταν ιέρεια της τρομερής μεγάλης βασίλισσας των Θεών, Μόρριγκαν. Οι παλιοί έλεγαν πως η ίδια η Θεά είχε ξεγεννήσει την μητέρα της μάγισσας και την είχε επιλέξει για πιστή της ακόλουθο και ιέρεια. Κανείς δεν ήξερε πότε ακριβώς είχε γίνει αυτό, γιατί κανείς δεν ήξερε την ηλικία της. Η Μάγισσα ήταν εκεί όταν γεννήθηκαν οι παππούδες των παππούδων τους και, όπως τους είχαν πει οι δικοί τους παππούδες, τα χρόνια της ξεπερνούσαν τις νιφάδες και της πιο ισχυρής χιονοθύελλας.
Ο Λόγκαιρ πισωπάτησε και άφησε το κορμί του να πέσει στο βασιλικό θρόνο.
Αλήθεια πόσα χρόνια θα έπρεπε να πληρώνει την κατάρα που του άφησε παρακαταθήκη ο πατέρας του! Αν και βασιλιάς, απόγονο δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει. Οι τρεις γυναίκες που παντρεύτηκε, πέθαναν στη γέννα, μαζί και τα παιδιά που κυοφορούσαν, όλα τους αγόρια.
Οι παλιοί έλεγαν πως η κατάρα της Θεάς είχε απλωθεί επάνω του από τη μέρα που γεννήθηκε, εξαιτίας της ανομίας που μέσα σ' αυτή την αίθουσα είχε διαπράξει ο ίδιος του ο πατέρας, ο ξακουστός βασιλιάς Νηλ. Ο Λόγκαιρ δεν ήξερε την ιστορία της γέννησης του, μέχρι πρόσφατα, όταν η γριά παραμάνα του την αποκάλυψε, λίγο πριν αφήσει τη τελευταία της πνοή η τρίτη του γυναίκα και γεννώντας το νεκρό παιδί τους.
Όπως του είπε όλα έγινα το βράδυ της γέννησης του. Οι οιωνοί έμοιαζαν να έρχονται ως στεφάνια δόξας λαμπρής στον οίκο του Νηλ, καθώς όλοι είχαν προφητεύσει ότι θα γεννιόταν ο διάδοχος την ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου. 
«Θα είναι Σαμπούκος», έλεγαν με περηφάνια οι γηραιότερες, «και θα τον προστατεύει το Κοράκι», όπως συμβαίνει με όλα τα αγόρια που γεννιούνται αυτή τη μέρα. 
Και όταν οι πόνοι έπιασαν τη μητέρα του, την όμορφη βασίλισσα Λούθερ, την ευλογημένη από τους Ιερούς Δρυΐδες να σταθεί δίπλα στο βασιλιά Νηλ ως σύζυγος και μητέρα των παιδιών του, οι προετοιμασίες της γέννα ξεκίνησαν. Οι άνδρες αποχώρησαν, οι παρθένες κλείστηκαν στα δωμάτια τους και οι υπόλοιπες γυναίκες βρέθηκαν με τη παραμάνα δίπλα στη Λούθερ. Ο βασιλιάς Νηλ μόνος του στη μεγάλη αίθουσα είχε καταναλώσει αρκετές κούπες κρασί.
Κανείς δεν ήξερε πώς βρέθηκε μαζί του εκείνη. Στάθηκε δίπλα του και του γέμισε την κούπα κρασί. 
Τα κόκκινα, γεμάτα μπούκλες μαλλιά της, έλαμψαν ως στολίδι στο σκοτάδι. Ο Νηλ έμεινε να τη κοιτά μαγεμένος. Τότε, γύρισε το πρόσωπο της και τον κοίταξε κι εκείνη. Είχε δυο μεγάλα πράσινα μάτια, όπως τα λιβάδια την άνοιξη, και το δέρμα της ήταν λευκό, όπως τα σύννεφα. Το κορμί της έμοιαζε με φρούτο νιόβγαλτο αλλά γεμάτο καμπύλες και χυμούς και ο Βασιλιάς Νηλ ήθελε να το αρπάξει και να το πιει πιότερο κι από το κρασί που είχε στη κούπα του. 
«Γιατί δεν είσαι με τις άλλες γυναίκες;» την ρώτησε θυμωμένος καθώς η φιγούρα της τον είχε αναστατώσει.
Εκείνη του απάντησε ότι είχε αναλάβει να του κρατήσει συντροφιά αυτό το βράδυ. Δίπλα στο τζάκι της μεγάλης σάλας, εκεί ακριβώς που τώρα στεκόταν η γριά Μάγισσα, ο Νηλ έσμιξε μαζί της. Το μόνο που άκουγε ήταν τα βογκητά των κορμιών τους τα οποία ήταν τόσο ηδονικά ώστε σκέπασαν τις κραυγές της βασίλισσας, κραυγές που έβγαιναν από τα σωθικά της που σκίζονταν στη προσπάθεια να φέρει τον βασιλικό απόγονο στη ζωή. Κραυγές που έφτασαν στα αυτιά της Θεάς που θέλησε να τη βοηθήσει. Όταν όμως έστρεψε το βλέμμα της στο κάστρο, αντίκρισε την ανόσια ερωτική συνεύρεση του Νηλ με εκείνη τη γυναίκα. Μάρτυρας έγινε και η γριά παραμάνα, όταν έτρεξε να ειδοποιήσει τον βασιλιά και τον βρήκε να σπαρταράει ηδονικά ανάμεσα στο λευκό σα χιόνι κορμί εκείνης της γυναίκας. Καθώς ο χλωμός ήλιος έβγαινε στον ουρανό, οι οιωνοί είχαν χαθεί. Ο Νηλ έμεινε μόνος με το γιο του. Η Λούθερ, η βασίλισσα του πέθανε στη γέννα και η γυναίκα που μοιράστηκε τους πόθους του χάθηκε σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Και τώρα ο Λόγκαιρ βρισκόταν έρμαιο μιας κατάρας που έπρεπε να λυθεί.
Γι΄αυτό κάλεσε τη Μάγισσα και της ζητούσε επιτακτικά απάντηση στο ερώτημα του, αν θα αποκτούσε διάδοχο.
«Εγώ δεν μπορώ να σου απαντήσω αυτό που με ρωτάς», είπε εκείνη διαβάζοντας τις σκέψεις του, «αλλά την απάντηση μπορούν να μας την δώσουν οι ρούνοι» και άνοιξε τις ροζιασμένες παλάμες της.
Ο Λόγκαιρ διέκρινε ένα κομμάτι ύφασμα που όμοιο του δεν είχε ξαναδεί. Έμοιαζε πολύτιμο και ερχόταν σε αντίθεση με το υπόλοιπο παρουσιαστικό της γριάς. Το χρώμα του θύμιζε το πορφυρό της φωτιάς, αλλά ταυτόχρονα, σε σημεία, έμοιαζε χρυσό σαν τις διχαλωτές γλώσσες που έβγαζε η φλόγα όταν κατάκαιγε τα ώριμα ξύλα. Η Μάγισσα γονάτισε, ξεδίπλωσε το ύφασμα και έβγαλε με προσοχή από μέσα τους ρούνους που ήταν χαραγμένοι με χρυσό πάνω σε λευκά βότσαλα, όμοια με μάρμαρο.
Τους κράτησε στη χούφτα της και άρχισε να κινεί το κορμί της ρυθμικά ενώ έψελνε.

«Για εννιά μέρες κι εννιά νύχτες κρεμάστηκα στο Μιμαμάιντ
Για εννιά μέρες κι εννιά νύχτες δεν έφαγα ψωμί ούτε ήπια κρασί
Για εννιά μέρες κι εννιά νύχτες κρεμάστηκα στο Μιμαμάιντ και έγινα ένα με την πανίσχυρη ψυχή του.
Για εννιά μέρες κι εννιά νύχτες αναζήτησα την σοφία
Για εννιά μέρες κι εννιά νύχτες κρεμάστηκα στο Μιμαμάιντ και έγινα ένα με την πανίσχυρη ψυχή του.
Για εννιά μέρες κι εννιά νύχτες κρεμάστηκα στο Μιμαμάιντ
Άνζουτς πες μου την σημασία
Κάουνατς φώτισε με την δάδα σου το μέλλον
Μάνατς πες μου αν αυτός ο άνδρας θα λάβει ως δώρο τον απόγονο που επιθυμεί.»

Η Μάγισσα επανέλαβε πολλές φορές ρυθμικά το τραγούδι και λίγο πριν γείρει το κοκαλιάρικο κορμί της εξαντλημένο, πέταξε τους ρούνους μπροστά στα πόδια του Βασιλιά. Περάσαν μερικά λεπτά, που στον Λόγκαιρ φάνηκαν αιώνες, μέχρι η Μάγισσα να βρει ξανά την δύναμη να σηκωθεί και να εξετάσει τους ρούνους και την απάντηση που έδωσαν στο ερώτημα. Καθώς πλησίαζε τα δάχτυλα της στη λεία επιφάνεια, η Μάγισσα χαμογέλασε.
«Η Θεά απάντησε στο ερώτημα σου Βασιλιά μου και η απάντηση είναι θετική. Θα λάβεις το παιδί που επιθυμείς», είπε η Μάγισσα με ένα αινιγματικό χαμόγελο. 
Ο Λόγκαιρ δεν περίμενε να ακούσει κάτι άλλο. «Ωραία λοιπόν» φώναξε ενώ σηκώθηκε από τον θρόνο.
«Ας ξεκινήσουν οι ετοιμασίες. Στείλτε αγγελιοφόρο στο Όλστερ να μηνύσει πως δέχομαι να γίνουν οι γάμοι με τη νεαρή πριγκίπισσα». Πέταξε ένα πουγκί με χρυσά νομίσματα στη Μάγισσα και βγήκε για την καθιερωμένη εξάσκηση με τους άνδρες του. Η Μάγισσα μάζεψε με προσοχή τους ρούνους και τους τύλιξε στο πολύτιμο ύφασμα. Κοίταξε το πεσμένο στο πάτωμα πουγκί και μ΄ένα ειρωνικό χαμόγελο το προσπέρασε. Ενώ ετοιμαζόταν να βγει από την αίθουσα άκουσε την φωνή του Δρυΐδη να της φωνάζει: «Γιατί δεν του είπες την αλήθεια; Γιατί δεν του είπες πως ο γιος που περιμένει δεν θα έρθει; Γιατί δεν του είπε ότι η Κατάρα της Θεάς έχει πέσει επάνω του;»
Η Μάγισσα γύρισε, κοίταξε τον Δρυΐδη στα μάτια και για μια στιγμή ο ιερέας νόμισε πως είδε τη Θεά Μόρριγκαν να στέκεται εμπρός του μέσα σ' όλη την λάμψη της.
«Δρυΐδη», είπε η Θεά, «γνωρίζεις πως οι απαντήσεις απαιτούν συγκεκριμένες ερωτήσεις. Του απάντησα σε ό,τι με ρώτησε». Ο Μέγας Δρυΐδης γονάτισε τρομαγμένος. Η Θεά είχε τους λόγους της.


Παραμονή του Μπελτέιν
Ανάκτορο του Βασιλιά Λόγκαιρ

Οι γάμοι του Βασιλιά Λόγκαιρ και της Μόργκαν, κόρης του βασιλέα του Όλστερ τελέστηκαν με κάθε επισημότητα την παραμονή της εορτής του Μπελτέιν, προκειμένου ο Θεός Μπέλενος να ευλογήσει το ζευγάρι με υγεία, πλούτο και πολλούς απογόνους. Στη γιορτή που ετοιμάστηκε στο παλάτι ήρθαν όλοι οι κατώτεροι βασιλείς και οι οικογένειες τους από τις τέσσερις επαρχίες της Ιρλανδίας. Ήρθαν και οι συγγενείς της μητέρας της Μόργκαν από τη Νήσο του Μαν με πλούσια δώρα για το ζευγάρι. Ήταν εκεί και οι ανώτατοι ιερείς με τον Μέγα Δρυΐδη ντυμένοι με τα λευκά τους ράσα. Ήρθε ακόμη και η γριά Μάγισσα, ακάλεστη, αλλά ο Λόγκαιρ την υποδέχτηκε χαρούμενος. Μόνο ο Μέγας Δρυΐδης την είδε κάποια στιγμή να χαϊδεύει την κοιλιά της Μόργκαν και να της ψιθυρίζει κάτι στο αυτί. 
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, το ζευγάρι αποσύρθηκε στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί τους περίμενε η γριά παραμάνα, η οποία είχε ετοιμάσει το νυφικό κρεβάτι στρώνοντας τα πιο ακριβά υφάσματα και ραίνοντάς το με λουλούδια. Τότε είδε για πρώτη φορά τη Μόργκαν. Κόκκινες μπούκλες πλαισίωναν το πρόσωπό της. Είχε δυο μεγάλα πράσινα μάτια, όπως τα λιβάδια την άνοιξη, και το δέρμα της ήταν λευκό, όπως τα σύννεφα. Το κορμί της έμοιαζε με φρούτο νιόβγαλτο αλλά γεμάτο καμπύλες και χυμούς. Η παραμάνα ένιωσε έναν κρύο αέρα να παγώνει τη καρδιά της. Το ίδιο βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο της και έτσι δεν έμαθε ότι ο Λόγκαιρ λόγω μιας ασθένειας, έμεινε πλέον κατάκοιτος και την εξουσία ανέλαβε η νεαρή βασίλισσα που από το πρώτο βράδυ είχε μείνει έγκυος.


Γιώτα Χουλιάρα
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας