1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Κίκο

Καίτης Παυλή

Η Ελένη κάθεται στη ρίζα του αγαπημένου της δέντρου κι ακουμπάει την πλάτη της στο χοντρό του κορμό. Είναι πια ξεπλυμένος απ’ τις βροχές του χειμώνα και δε βγάζει καρβουνίλα στα ρούχα της, αλλά και να βγάλει δε θα τη νοιάξει καθόλου.
Ακούει τ’ αδέρφια της να τη φωνάζουν για παιχνίδι από την πίσω μεριά του σπιτιού, αλλά δε θέλει να σηκωθεί. Η άνοιξη μπήκε για τα καλά. Οι καμένες ελιές πέταξαν νέους βλαστούς και φυλλαράκια, το μαύρο χώμα πρασίνισε πάλι και οι πρώτες άσπρες και κίτρινες μαργαρίτες εμφανίστηκαν ανάμεσα στο χορτάρι. Όμως οι φίλοι της οι πελαργοί δε φάνηκαν ακόμα. Άραγε θα γυρίσουν, όπως κάθε χρόνο, στον όμορφο τόπο τους ή θα διαλέξουν ένα άλλο μέρος πιο πράσινο και φουντωτό, χωρίς καμένα δέντρα; Ή μήπως ξέμειναν πίσω γιατί η Κίκο δε μπόρεσε να τους ακολουθήσει; Μπορεί κιόλας ν’ αποφάσισαν να μείνουν για πάντα στην Αφρική.

Η Κίκο, η φίλη της, έχει ένα πόδι, γιατί το άλλο το έχασε σε ατύχημα, όταν ήταν ακόμα νεοσσός λίγων ημερών. Μια δυνατή ανεμοθύελλα γκρέμισε τη φωλιά της οικογένειας των πελαργών που ήταν φτιαγμένη στην καμινάδα του ερειπωμένου σπιτιού. Το ζευγάρι έκρωζε δυνατά, έκοβε συνέχεια βόλτες γύρω απ’ το σπίτι κι έψαχνε τα παιδιά του. Η Ελένη και τ’ αδέρφια της είδαν αυτή τη σκηνή απ’ το παράθυρο του σπιτιού τους. Συχνά παρακολουθούσαν από εκεί τους πελαργούς όταν ακόμα έφτιαχναν τη φωλιά τους.
Οι πελαργοί είχαν εμφανιστεί τις πρώτες μέρες της Άνοιξης στα μέρη τους και διάλεξαν το παλιό σπίτι της γιαγιάς, στην άκρη του δικού τους κήπου. Ήταν χτισμένο σ’ ένα ύψωμα και διατηρούσε ακόμα την καμινάδα του, αν και μισογκρεμισμένο.
Στην αρχή στάθηκαν στην καμινάδα, τέντωσαν το λαιμό τους ψηλά και τίναξαν τα φτερά τους. Ύστερα πέταξαν πέρα απ’ το φράχτη προς τη μεριά του ρυακιού που σχημάτιζε βάλτο.
Στάθηκαν στο ένα τους πόδι κι εξερεύνησαν τη γύρω περιοχή γυρίζοντας το κεφάλι τους αριστερά-δεξιά. Τις επόμενες μέρες εργάστηκαν σκληρά για να φτιάξουν τη φωλιά τους.
Πηγαινοέρχονταν συνεχώς κουβαλώντας με το ράμφος τους ξερά κλαδιά και χόρτα. Τα παιδιά συχνά παρακολουθούσαν το πήγαινε-έλα τους, αλλά ούτε που κατάλαβαν πότε τέλειωσαν το χτίσιμο της φωλιάς. Ένα πρωί κοιτώντας απ’ το παράθυρο την είδαν. Τι μεγάλη που ήταν και τι όμορφα πλεγμένη! Ύστερα φαίνεται πως το θηλυκό γέννησε τα αυγά του και τα κλωσούσε, γιατί έβλεπαν μόνο τον ένα πελαργό να φεύγει απ’ τη φωλιά, να πετάει προς το ποτάμι και το έλος και ύστερα να γυρίζει κρατώντας κάτι στο ράμφος του. Ποτέ δεν έφευγαν και οι δύο πελαργοί απ’ τη φωλιά.
Κάποια μέρα, ο μπάρμπα-Διαμαντής, ο περιβολάρης, έφερε την είδηση πως στη φωλιά γεννήθηκαν νεοσσοί. «Βρήκα και τούτο ’δω» είπε και τους έδειξε ένα κομμάτι τσόφλι αυγού που έπεσε απ’ τη φωλιά. Ήταν πολύ πιο χοντρό απ’ το τσόφλι ενός συνηθισμένου αυγού και ήταν άσπρο και σκληρό, αλλά στο μέσα μέρος είχε ένα όμορφο γαλάζιο χρώμα. Έτρεξαν τότε στο ερειπωμένο σπίτι κι άκουσαν τις αδύναμες τσιριχτές κρωξιές των νεοσσών. Τα παιδιά ήταν πιο χαρούμενα τώρα γιατί και τα πουλιά θα είχαν μια οικογένεια, όπως η δική τους. Σε λίγες μέρες όμως έπιασε φοβερή ανεμοθύελλα και τότε συνέβη το ατύχημα.

Η Ελένη τα σκέφτεται συνεχώς αυτά, γιατί αυτή ήταν που ανακάλυψε την Κίκο, τη φίλη της, το θηλυκό πελαργάκι. Όταν ο αέρας τίναξε τη φωλιά απ’ την καμινάδα, άλλοι νεοσσοί βρέθηκαν στη σκεπή του παλιού σπιτιού κι άλλοι έπεσαν στο έδαφος. Οι πελαργοί ξαναέβρισκαν τα παιδιά τους ένα-ένα και τα τοποθετούσαν στο κάτω μέρος της καμινάδας. Όταν μάζεψαν τέσσερα, η πελαργίνα άπλωσε τα φτερά της και τα σκέπασε, αλλά ο πελαργός έκοβε ακόμα βόλτες γύρω απ’ το σπίτι και κροτάλιζε με το ράμφος του ανήσυχος μέχρι που βράδιασε. Όλοι κατάλαβαν τότε πως έψαχνε ακόμα ένα παιδί τους. Την άλλη μέρα που ο αγέρας σταμάτησε, η Ελένη έκανε μια μικρή εξερεύνηση γύρω απ’ το σπίτι και το βρήκε. Ήταν ζουλιγμένο στην άκρη ενός τσίγκου που ξεκόλλησε απ’ την αποθήκη. Στην αρχή τρόμαξε και ξεφώνισε από φόβο και λύπη, αλλά ύστερα έβαλε όλη της τη δύναμη για να το απελευθερώσει. Το κράτησε προσεχτικά στα χέρια της και το χάιδεψε. Το πελαργάκι ήταν σκεπασμένο μ’ ένα γκρίζο χνούδι αντί για φτερά, αλλά ήταν ματωμένο κι έτρεμε. Τότε είδε πως το ένα του πόδι ήταν κομμένο πάνω απ’ το γόνατο. Αμέσως έγινε μεγάλη κινητοποίηση για να το μεταφέρουν στο κτηνιατρείο της περιοχής.
Ο κτηνίατρος περιποιήθηκε το τραύμα κι έδεσε το κομμένο πόδι.
«Είναι ένα λευκοπελαργάκι του γένους ciconia, είπε, αλλά πρέπει να το παραλάβουν αμέσως οι γονείς του, γιατί δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο του». Η Ελένη «υιοθέτησε» το νεοσσό μ’ αυτό τον τρόπο: το τύλιξε πρώτα σ’ ένα μαλακό πανί για να ζεσταθεί και το κράτησε για λίγο στην αγκαλιά της. Σε ονομάζω Κίκο λοιπόν, είπε και το ακούμπησε απαλά στη βάση του σπιτιού. Ο πατέρας πελαργός που έκοβε συνεχώς βόλτες πάνω από τα κεφάλια τους σε λίγο μετέφερε κι αυτόν το νεοσσό στη σκεπή. Τις επόμενες μέρες τα πουλιά έφτιαξαν πάλι τη φωλιά τους απ’ την αρχή. Τώρα φαινόταν πιο όμορφη, πιο μεγάλη και γερή.
Σιγά-σιγά μπήκε το καλοκαίρι και οι νεοσσοί άρχισαν τις πρώτες ασκήσεις πετάγματος. Η Ελένη περνούσε τώρα αρκετές ώρες ακουμπισμένη στη ρίζα του μεγάλου πεύκου που ήταν δίπλα στο παλιό σπίτι, για να παρακολουθεί τις προσπάθειες των μικρών να πετάξουν. Δεν ήταν πια νεοσσοί με γκρίζο χνούδι, αλλά κανονικοί μικροί πελαργοί με άσπρο φτέρωμα στην κοιλιά και με ωραία άσπρα φτερά με γκρίζες πινελιές και μαύρο τελείωμα στις άκρες. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο επάνω τους ήταν το κόκκινο μακρύ ράμφος και τα κόκκινα πόδια τους. Έβγαιναν στην άκρη της φωλιάς, άνοιγαν διάπλατα τα φτερά τους και τα κουνούσαν πάνω-κάτω. Τα συνόδευε πάντα ένας μεγάλος. Σε λίγο άρχισαν και τις πρώτες τους βόλτες. Έκαναν μια γρήγορη στροφή στον αέρα και γύριζαν πάλι στη φωλιά.
Η Ελένη ανησυχούσε για την Κίκο, γιατί δεν την έβλεπε.
Μερικές φορές έβλεπε τρεις-τέσσερις μικρούς πελαργούς να στέκονται καμαρωτά στο ένα πόδι στην άκρη της φωλιάς. Θα μπορούσε να είναι και η Κίκο μαζί τους, αλλά δεν ήταν σίγουρη. Ένιωθε υπεύθυνη γι’ αυτήν. Μήπως δεν την κράτησε καλά, μήπως καθυστέρησαν να περιποιηθούν το τραύμα; Στεκόταν κοντά στο σπίτι και φώναζε δυνατά: Κίκο! Κίκο! περιμένοντας να δει το ανάπηρο πελαργάκι.
Σκέφτηκε τότε πως θα είχε καλύτερη επικοινωνία με τα πουλιά, αν ο πατέρας της τής έφτιαχνε μια εξέδρα-παρατηρητήριο στον μεγάλο πεύκο που ήταν δίπλα στο παλιό σπίτι. Πολλές φορές μέχρι τώρα του το είχε ζητήσει, γιατί πολύ της άρεσε ν’ ανεβαίνει στα δέντρα κι από ’κει να κοιτάζει πέρα μακριά ή να παρατηρεί τα έντομα και τα πουλιά που πετούσαν γύρω.
Τώρα όμως υπήρχε ακόμα ένας σοβαρός λόγος για να φτιάξουν επιτέλους αυτό το παρατηρητήριο στον μεγάλο πεύκο, γιατί όχι μόνο ανησυχεί για την Κίκο, αλλά την ευχαριστεί κιόλας πολύ να περνά περισσότερο χρόνο παρατηρώντας τα πετάγματα των μικρών πελαργών. Ο πατέρας λοιπόν με τη βοήθεια όλων τής έφτιαξε ένα πολύ όμορφο και γερό παρατηρητήριο. Ήταν ένα ξύλινο σπιτάκι-εξέδρα, φτιαγμένο με γερά ραβδιά και σανίδια καρφωμένα στην πιο στρωτή διχάλα του δέντρου.
Από εκεί σε λίγες μέρες είδε όλες τις προσπάθειες της Κίκο να πετάξει. Τώρα τη γνώριζε πια καλά, γιατί όλοι οι άλλοι μικροί πελαργοί έβγαιναν πρώτοι απ’ τη φωλιά με σιγουριά, στέκονταν για λίγο στην άκρη της κι έκαναν μετά μια γρήγορη εφόρμηση στον αέρα ανοίγοντας διάπλατα τις φτερούγες και τεντώνοντας ίσια τα δυο πόδια προς τα πίσω. Ανεβοκατέβαζαν ρυθμικά τις φτερούγες, έκαναν όμορφες στροφές στον αέρα κι ήταν σαν να έλεγαν στους γονείς τους: Δείτε τι όμορφα που πετάμε! Η Κίκο έβγαινε πάντα τελευταία. Ήταν η πιο μικρόσωμη απ’ όλους. Στεκόταν κι αυτή στην άκρη της φωλιάς στο ένα της πόδι, μετά χαμήλωνε το κεφάλι κι έσκυβε μπροστά σαν να παρατηρούσε τη στέγη του σπιτιού.
Ύστερα το σήκωνε ψηλά ανεβάζοντας και το κόκκινο ράμφος της προς τον ουρανό. Άνοιγε διάπλατα τις φτερούγες της και τις τίναζε πάνω-κάτω. «Θα πετάξω κι εγώ, θα το δείτε!» Η Ελένη ήταν σχεδόν σίγουρη πως η Κίκο έκανε αυτή τη σκέψη, όπως ήταν σίγουρη ότι είχε το πιο κόκκινο και λαμπερό ράμφος. Συνήθως ο ένας απ’ τους δυο γονείς-πελαργούς έμενε μαζί της στη φωλιά.
-Έλα Κίκο, μπορείς κι εσύ. Προσπάθησε πάλι, ήταν σαν να έλεγε ο μεγάλος πελαργός δίπλα της. Κοίτα πώς κάνω εγώ! Στέκομαι στην άκρη της φωλιάς και κοιτάζω πέρα τον κάμπο· μετά ανοίγω διάπλατα τα φτερά μου και δίνω μια δυνατή σπρωξιά προς τα μπρος τεντώνοντας ίσια πίσω τα πόδια μου.
-Μα εγώ έχω μόνο ένα! φαίνεται πως απαντούσε η Κίκο, γιατί κοίταζε προσεχτικά το γονιό της και μετά τίναζε τα φτερά και χαμήλωνε το κεφάλι.
Η Ελένη είδε μια μέρα μια αποτυχημένη της προσπάθεια να πετάξει. Η Κίκο έδωσε μια δυνατή ώθηση κι ανοιγόκλεισε τα φτερά της· τέντωσε το ένα πόδι της στον αέρα, αλλά έγειρε απ’ τη μια πλευρά και τραμπαλίστηκε μερικές φορές αδύναμα. Της Ελένης της κόπηκε η ανάσα, γιατί νόμισε πως η Κίκο θα έπεφτε. Όμως ο μεγάλος πελαργός ήταν δίπλα κι άπλωσε τη δυνατή φτερούγα του κάτω απ’ τη χαμηλωμένη τρεμουλιαστή φτερούγα της Κίκο.
Πέταξαν έτσι για λίγο μαζί τα δυο πουλιά κι ήταν σαν να έκαναν βόλτα αγκαλιασμένα απ’ τις φτερούγες τους. Απ’ την πλευρά που είχε το πόδι της τεντωμένο προς τα πίσω η Κίκο μπορούσε να ανεβοκατεβάζει δυνατά τη φτερούγα της κι απ’ την άλλη πλευρά ακουμπούσε με σιγουριά στην ανοιγμένη φτερούγα του γονιού της.
Η χαρά της Ελένης ήταν απερίγραπτη. Μπράβο Κίκο, φώναζε, μπράβο!
Φαίνεται πως αυτές οι ασκήσεις πετάγματος έγιναν αρκετές φορές, ώσπου μια μέρα η Ελένη την είδε: η Κίκο πετούσε μόνη της! Κίκο, της φώναξε, μπράβο! Μπράβο σου Κίκο! Έλα εδώ!
Ξεκουράσου εδώ, στο δέντρο μου. Έτσι άρχισε η φιλία τους. Η Κίκο πετούσε πια μόνη της, αλλά έκανε πολλές στάσεις από δέντρο σε δέντρο μέχρι το βάλτο και το ρυάκι. Η πρώτη και η τελευταία της στάση ήταν στο μεγάλο πεύκο, σ’ ένα γερό κλαδί, πάνω απ’ την εξέδρα της Ελένης. Εκείνη σήκωνε ψηλά το καλάμι που είχε δίπλα της και της πρόσφερε έναν εκλεκτό μεζέ. Πότε ένα σκουλήκι απ’ το περιβόλι ή το βάλτο και πότε ένα μικρό ψάρι που ψάρευαν τα παιδιά στην ακροποταμιά.

Έτσι πέρασε ο Ιούλιος· τον Αύγουστο πια η Κίκο φαινόταν να έχει μεγαλώσει και δυναμώσει σχεδόν σαν τ’ αδέρφια της. Έτσι δυνάμωσε και η φιλία της με την Ελένη. «Κίκο-Κίκο» της φώναζε κι αυτή, που είχε πια μάθει τ’ όνομά της, χαμήλωνε τραμπαλιστά και προσγειωνόταν στην εξέδρα, στεκόταν περήφανα στο πόδι της και κοίταζε την Ελένη περιστρέφοντας το κεφάλι της δεξιά-αριστερά, καθώς τη χάιδευε απαλά στο λαιμό και τη ράχη και της πρόσφερε ψαράκια απ’ τη φούχτα της.
Και τότε, τέλος Αυγούστου, ήρθε ένας μεγάλος κι αναπάντεχος εχθρός από τα πέρα βουνά. Η πυρκαγιά! Η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα σπρωγμένη απ’ τον δυνατό άνεμο. Οι φλόγες πετούσαν στη στιγμή από δέντρο σε δέντρο. Η Ελένη δε θέλει να θυμάται τι έγινε εκείνο το βράδυ. Δεν την πόνεσε τόσο που κάηκαν τα περισσότερα δέντρα του χωριού της, όσο που κάηκε ο αγαπημένος της πανύψηλος πεύκος που εκεί περνούσε τόσες όμορφες ώρες παρέα με την Κίκο. Έμεινε μόνο ο χοντρός κορμός του καψαλισμένος. Ούτε την ένοιαξε τόσο που χάθηκε μαζί του και η εξέδρα-παρατηρητήριο. Αυτό ούτε που το σκέφτεται πια. Αυτό που την πλήγωσε βαθιά ήταν που κάηκε μαζί με το παλιό σπίτι και η φωλιά των πελαργών. Για δεύτερη φορά τα πουλιά έμειναν άστεγα. Μέσα στη νύχτα και τα σύννεφα καπνού κανείς δεν μπόρεσε να δει προς τα πού τράβηξαν. Στην αρχή τα άκουσαν να κροταλίζουν τρομαγμένα, κράπα-κράπα-κραπα-κρουπ, και τα είδαν να κόβουν βόλτες έξω από το σπίτι τους τινάζοντας δυνατά τα φτερά τους. Όταν όμως πύκνωσαν οι καπνοί απ’ τα κοντινά δέντρα που καίγονταν δεν τα ξαναείδαν.
Τα παιδιά ήθελαν να βοηθήσουν κι αυτά στο σβήσιμο, όμως οι μεγάλοι δεν τα άφησαν, αφού αυτή η φωτιά ξεπερνούσε πολύ το μπόι τους. Ευτυχώς σώθηκαν τα σπίτια του χωριού και μαζί και το δικό τους. Απ’ την επόμενη μέρα άρχισαν να καθαρίζουν τον τόπο απ’ τα καμένα, αλλά όποτε έβρισκαν καιρό ερευνούσαν όλοι μαζί να εντοπίσουν πού πήγε η οικογένεια των πελαργών. Τους βρήκαν μετά από πολλές μέρες. Τίποτα όμως τώρα δεν ήταν όπως πριν. Οι πελαργοί φώλιαζαν πρόχειρα μαζί με άλλα πουλιά στις καλαμιές της ακροποταμιάς, αρκετά πιο πέρα απ’ τα μέρη τους, έδειχναν ανήσυχοι και πετούσαν μακριά μόλις τους πλησίαζαν. Η Ελένη έβαλε τότε τα εκλεκτά φαγητά της Κίκο σ’ ένα πανέρι και τη φώναξε: Κίκο! Κίκο! Έλα, δες τι σου μάζεψα! Κι αυτή πλησίασε σιγά, πηδώντας στο πόδι της και στάθηκε δίπλα της. Η Ελένη άπλωσε σιγά το χέρι της και τη χάιδεψε όπως παλιά. Η Κίκο στάθηκε και χαμήλωσε το κεφάλι μπροστά της. Φσσ,φσσ,φσσ! έκανε σιγά σαν να σφύριζε. Η Ελένη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το κλάμα της. Έκλαιγε μαζί από χαρά και λύπη και για όλα όσα έγιναν. Ξαναβρήκε όμως τη φίλη της κι αυτή τινάζοντας τώρα τα φτερά της και κροταλίζοντας ρυθμικά το ράμφος της κραπ-κραπ-κροπ, κάλεσε όλη την οικογένειά της.
- Μη φοβάστε, φαίνεται πως τους είπε, τα παιδιά είναι πάντα φίλοι μας και η Ελένη η πιο σπουδαία φίλη μες στους ανθρώπους.
Οι μέρες αυτές πέρασαν σύντομα με τις τόσες φροντίδες που είχαν όλοι για να φτιάξουν ξανά τον τόπο τους. Να καθαρίσουν το δάσος, τα χωράφια και τα περιβόλια απ’ τα καμένα.
Όχι, η Ελένη δε θέλει να τις θυμάται αυτές τις μέρες. Η μόνη παρηγοριά της ήταν που βρήκε ξανά την Κίκο και την οικογένεια των πελαργών, αλλά και πάλι δε μπορούσε να κατεβαίνει τόσο συχνά στην ακροποταμιά και να τη συναντάει. Μπορούσε όμως να κοιτάζει κάθε τόσο τον ουρανό και να παρατηρεί τα πουλιά που πετούσαν, προσπαθώντας να δει έναν μικρό μονοπόδαρο πελαργό να πετάει δίπλα σ’ έναν μεγάλο. Έτσι, κοιτώντας τον ουρανό, μια μέρα τα είδε να φεύγουν για τα θερμά μέρη. Δεν είχε μπει καλά-καλά ο Σεπτέμβρης και τα πουλιά έφευγαν! Πρώτη φορά έφυγαν τόσο νωρίς απ’ τα μέρη τους.

Ήταν το πρώτο διάλειμμα, τη δεύτερη κιόλας μέρα που άνοιξαν τα σχολεία, και η Ελένη ήταν στην αυλή με τους συμμαθητές της, όταν είδαν ένα μεγάλο σμήνος πουλιών να κάνει στροφές κι όμορφους σχηματισμούς πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Ο αγέρας γέμισε με τα σφυρίγματα και τις κρωξιές των πουλιών. Χαμήλωναν όλα μαζί με φόρα, χτυπούσαν τα φτερά τους, έκαναν μια στροφή κι ανέβαιναν απότομα ψηλά στον ουρανό. Τρεις φορές τους χαιρέτησαν έτσι τα πουλιά. Η Ελένη σήκωσε τα χέρια και τα αντιχαιρέτησε. Έβλεπε μπροστά-μπροστά τους πελαργούς και ήξερε πως ο μικρός πελαργός που πετούσε κολλητά με έναν μεγάλο, ήταν η φίλη της, η Κίκο.
-Φέτος οι πελαργοί μας αποχαιρέτησαν νωρίς, τους είπε ο δάσκαλος στεναχωρημένος. Θα ξεχειμωνιάσουν στην Αφρική.
Εμείς εδώ όμως έχουμε πολλή δουλειά. Θα φροντίσουμε το δάσος και τα περιβόλια, γιατί τα αποδημητικά πουλιά πάντα επιστρέφουν την Άνοιξη στον τόπο που γνώρισαν κι αγάπησαν. Μην τα βρουν όμως όλα μαύρα, όπως τα άφησαν. Η φύση θα κάνει το έργο της ασφαλώς, όμως αν βάλουμε κι εμείς ένα χεράκι, όλα θα γίνουν καλύτερα.
Η φύση έκανε το έργο της, σκέφτεται τώρα η Ελένη, όλα γύρω πρασίνισαν πάλι, όμως οι πελαργοί δε γύρισαν ακόμα.
Χωρίς τους πελαργούς η Άνοιξη της φαίνεται λειψή.

-Ελένη, Ελένη! Οι φωνές όλης της παρέας, των αδερφών και των φίλων τους είναι τώρα επίμονες και χαρούμενες. Τα παιδιά έρχονται τρέχοντας και φωνάζοντας λαχανιασμένα. «Γύρισαν, γύρισαν! Οι πελαργοί γύρισαν!» της φωνάζουν όλοι μαζί. Να τους πιστέψει; Μήπως την πειράζουν, γιατί ξέρουν τη μεγάλη προσμονή της, ιδιαίτερα για την επιστροφή της Κίκο, μήπως είναι τέχνασμα για να την παρασύρουν στο παιχνίδι τους;
-Λέτε ψέματα, τους απαντά. Εγώ δεν τους βλέπω πουθενά.
Σηκώνεται τώρα, φέρνει το χέρι της μπροστά στα μάτια της και κοιτάζει με αγωνία τον ουρανό. Κοιτάζει καλά ένα γύρο και τους βλέπει. Ήρθαν, γύρισαν! Οι πελαργοί γύρισαν! Νιώθει να της κόβεται η ανάσα και δεν μπορεί να φωνάξει. Τα γόνατά της τρέμουν καθώς ανάμεσα στους πέντε πελαργούς που πλησιάζουν και πετούν πια πάνω απ’ το κεφάλι της βλέπει καθαρά τη φίλη της, την Κίκο. Πετά κολλητά μ’ έναν άλλο πελαργό, ακουμπώντας απαλά τη φτερούγα της πάνω του. Κάνουν δυο στροφές από πάνω της και μετά χαμηλώνουν και στέκονται δίπλα της. Η Κίκο έχει αλλάξει. Είναι μεγάλη και πολύ όμορφη. Το φτέρωμα στο στήθος της είναι πυκνό και κάτασπρο, το ράμφος της στιλπνό κοκκινοπορτοκαλί, λαμποκοπά στον ήλιο. Διπλώνει τις φτερούγες της και στέκεται στο πόδι της. Γυρίζει το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά, τα μάτια της λάμπουν, κοιτάζει την Ελένη και κάνει μια πιρουέτα κροταλίζοντας: κροπ-κροπ! Καλώς ήρθες Κίκο, της απαντά η Ελένη και τη χαϊδεύει απαλά στο λαιμό όπως παλιά.
Τότε προσέχει και τον άλλο πελαργό δίπλα της που στέκεται κι αυτός στο ένα του πόδι. Είναι ένας νέος πελαργός, όμορφος και δυνατός, όπως η φίλη της. Μα αυτός δεν είναι απ’ τους δικούς της!
Έχει ασυνήθιστα φτερά, πολύ μακριά, γεμάτα γκριζογάλανες και χρυσοκίτρινες πιτσιλιές. Στέκεται πολύ καμαρωτά στο πλάι της και φαίνεται να την προσέχει και να τη νοιάζεται. Η Ελένη νιώθει πολύ ευτυχισμένη.

Επιτέλους ήρθε η Άνοιξη!


Καίτη Παυλή
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ
Σημείωση συγγραφέα:
Η ιστορία της Κίκο είναι αληθινή και μου τη διηγήθηκε η ίδια η Ελένη. Ήρθε εκείνο το απόγευμα που επέστρεψαν τα πουλιά και με πήρε απ’ το σπίτι να τα δούμε. Ήθελε να μου γνωρίσει την Κίκο.
Κατεβήκαμε από τότε πολλές φορές στην ακροποταμιά και κάναμε ωραίους περιπάτους παρακολουθώντας τα. Ήταν τρία-τέσσερα ζευγάρια πελαργών κι έφτιαχναν τη φωλιά τους, άλλα πάνω στα μεγάλα δέντρα κι άλλα πάνω στους στύλους της Δ.Ε.Η. που ήταν στον αγροτικό δρόμο. Το πιο συναρπαστικό ήταν όταν πια βεβαιωθήκαμε πως η Κίκο είχε ταίρι και έφτιαχναν μαζί τη φωλιά τους. Τώρα που γράφω την ιστορία, η Κίκο κλωσάει τα αυγά της.
Θα γίνει μάνα! Η ιδέα αυτή κάνει την Ελένη ακόμα πιο ευτυχισμένη και όταν περνάμε κάτω απ’ τη φωλιά δε φωνάζει πια τ’ όνομά της παρά μόνο κοιτάζει ψηλά κι έχει το νου της. Δε θέλει να ταράξει την ησυχία της φίλης της.

1 σχόλιο:


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας