1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Ρούσσα η πιτσιλομάγουλη

Λένας Μαυρουδή-Μούλιου

Μια φορά και έναν καιρό, μια νεραϊδούλα ζούσε με την οικογένειά της, τους γονείς και τις δύο μεγαλύτερες αδερφές της σε ένα βαθύσκιωτο, πανέμορφο πευκοδάσος, που δεν το είχε πατήσει ανθρώπου πόδι. Μόνιμοι κάτοικοι ο νεραϊδόκοσμος και λογής-λογής ζώα ήμερα και άγρια, αλλά δεν είχε και καμιά διαφορά αυτό για τους κατοίκους, αφού δεν κινδύνευαν να πάθουν κακό, σαν αερικά που ήταν. Δέντρα υπεραιωνόβια, αφού και αυτά δεν είχαν ποτέ γνωρίσει τον κίνδυνο από το πριόνι υλοτόμων νόμιμων ή παράνομων. Με λίγα λόγια το πευκοδάσος ήταν αόρατο για τον άνθρωπο που ούτε καν υποπτευόταν την ύπαρξή του, αν και βρισκόταν σχετικά κοντά στα γειτονικά του χωριά. Σαν να λέμε ήταν ένας μαγικός δρυμός τόσο σαν τοπίο όσο και κυριολεκτικά.
Το νεραϊδάκι θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένο. Τα είχε όλα και το κυριότερο ΑΓΑΠΗ, τόσο από τους δικούς του όσο από τα ξωτικά που ενώ ειδικεύονταν στην αρπαγή μικρών παιδιών, τούτο το κοριτσάκι το αντίκριζαν με δέος όχι μόνον για την ανεπανάληπτη ομορφιά του, αλλά και την καλοσύνη και ευγένεια του.
Μα ευτυχισμένο, όχι, δεν ήταν.
Και τούτο γιατί εποχή παρά εποχή άλλαζε υπόσταση, μετατρεπόταν σε άνθρωπο, που όμως δεν θυμόταν απολύτως τίποτα από την προηγούμενη ζωή του πέρα από κάτι αχνές εικόνες αλλόκοτων υπάρξεων που περιδιάβαιναν, σε τοπία πολύ γνωστά.
Είπαμε "εποχή παρά εποχή", μα και τούτος ο χρόνος μετριόταν διαφορετικά τόσο από την νεραϊδούλα όσο και από την ανθρώπινη ζωή της. Τέσσερις μήνες άνθρωπος = μία ημέρα σαν αερικό. Έτσι εξηγείται η έλλειψη ιδιαίτερης απορίας και ανησυχίας για την ημερήσια φυγή της από τους δικούς της που την απέδιδαν στην ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα της. Οι γηραιότεροι δε, μη μπορώντας να δώσουν μία λογική εξήγηση για το γεγονός, αρκούνταν στο να το καταγράφουν στα παμπάλαια βιβλία τους.
Τις ημέρες που ζούσε σαν άνθρωπος περιπλανιόταν μόνη, κατάμονη, με μοναδική της συντροφιά τα ήμερα μα και τα άγρια ζώα που την τάιζαν γάλα, μέλι και ψωμί που το 'φτιαχνε η γυναίκα του βασιλιά των ζώων, η κυρά λέαινα με τ’ όνομα. Κολλητή της φίλη, η καστανόμαλλη αλεπουδίτσα με τη πιο φουντωτή ουρά που είχε ποτέ δει κανείς στο βασίλειο των ζώων.
Όπως ξαναείπαμε ίσως, οι γονείς της δεν ανησυχούσαν και πάρα πολύ με τις μονοήμερες αποδράσεις της, ούτε αναρωτιούνταν πού πήγαινε και τι έκανε μια ολόκληρη μέρα, το απέδιδαν στην ιδιαιτερότητά της, πράγμα που λίγο πολύ συνέβαινε και σε άλλα κοριτσάκια τους, έτσι νόμιζαν τουλάχιστον.
Ήταν ένα πανέμορφο παιδάκι με γαλάζια μάτια που έπαιρναν θαρρείς λάμψη από την λάμψη των κόκκινων σαν την φωτιά μακριών μαλλιών της. Την μαγική της ομορφιά συμπλήρωναν κάτι ροδοκόκκινα μαγουλάκια σαν φρεσκοψημένα μπέργκερς με φακιδούλες πάνω τους και στο πλάι της μύτης. Σου ερχόταν η επιθυμία να τα φας πραγματικά.
Μια ζωγραφιά.
Είχε επίγνωση της ομορφιάς της που την έβλεπε να καθρεφτίζεται στα αρυτίδωτα νερά της γαλάζιας λίμνης κάθε πρωί που έπαιρνε εκεί το μπάνιο της. Και ενώ όλα έμοιαζαν με παραμύθι έρχονταν στην οθόνη των ματιών της να αμαυρώνουν τη ζωγραφιά οι συγκεχυμένες εικόνες που λέγαμε και που η ίδια δεν ήξερε από πού πήγαζαν μα ούτε τι σήμαιναν. Μόλις δηλαδή πλησίαζε να θυμηθεί κάτι, ξαφνικά ένα μαύρο παραβάν σκέπαζε την εικόνα, βάζοντας τέλος στις όποιες θύμησες, πράγμα που την έκανε να κλαίει απελπισμένα.
"Πώς και γω είμαι μόνη μου;" μονολογούσε. "Η αλεπουδίτσα ζει ευτυχισμένα με την οικογένειά της, το λιοντάρι το ίδιο, όπως και ο κάθε φίλος μου, εγώ γιατί όχι; Δεν θέλω να ζω, δεν θέλω όχι."
Λέγεται λοιπόν αυτό ευτυχία;
Οι φίλοι της τα ζώα την έβλεπαν έτσι δυστυχισμένη και δεν ήξεραν τι να της πουν, μα μήπως και να ήξεραν και πώς να της το 'λέγαν; Τόσες ντοπιολαλιές όσες και τα ζώα και καμιά δεν έμοιαζε με την δική της.
Είχε βέβαια αναπτύξει μία τεχνική, κάτι σαν παντομίμα που για αυτοδίδακτη τα κατάφερνε μια χαρά να συνεννοείται μαζί τους. Αλλά δεν ήταν το ίδιο. "Αν δεν ομιλώ έστω και μόνη μου, θα ξεχάσω και τη γλώσσα μου" ολοκλήρωνε τον μονόλογό της, αποθαρρυμένη. Για να αποδειχτεί ακόμη μια φορά, πως μόνος του κανείς δε μπορεί, ούτε στον παράδεισο.
Έτσι είχαν τα πράγματα, με τον καιρό να περνά και να φεύγει. Και όσο αυτός περνούσε το κοριτσάκι μεγάλωνε, μεγάλωνε... Τώρα πια ήταν μια νέα κοπέλα μια νεράιδα που όμοιά της δεν είχε κανείς ματαδεί.
Ώσπου μια μέρα, ξεστρατισμένη μια γριά μάγισσα, με μια καμπούρα σαν αυτή της καμήλας, πέρασε από το καλύβι του κοριτσιού και κτύπησε με το ραβδί της την πόρτα ξεψυχισμένη από την κούραση.
«Κόρη μου, που να ‘χεις την ευχή μου, ένα ποτήρι νεράκι, έχει ξεραθεί το στόμα μου», είπε η πανάσχημη γριά που την περνούσες δεν την περνούσες για άνθρωπο. Με άλλα λόγια, αν μετριόταν η ομορφιά και η ασχήμια, η μία θε να ‘ταν στην μιαν άκρη του μαγικού ραβδιού της γριάς μάγισσας και η άλλη στην άλλη.
Η κοπέλα δε νοιάστηκε όμως γι’ αυτό, ούτε το σπουδαιολόγησε, της έφτανε που είχε απέναντί της έναν άνθρωπο, που όση ασχήμια φανέρωνε, τόση ευγένεια ψυχής διέθετε και αυτό της γλύκαινε, τολμούμε να πούμε, τις σωματικές ατέλειες και την έκανε συμπαθητική.
Κουβέντα στην κουβέντα, επόμενο ήταν, η κοπέλα να εμπιστευτεί τη γριά τόσο ώστε να της εξομολογηθεί τον καημό που μάραινε τα νιάτα της. Επιτέλους, μιλούσαν την ίδια γλώσσα, δεν μπορεί να μην της έβγαινε αυτό σε καλό.
Λίγες ώρες μετά είχαν γίνει φίλες και η γριά το ‘βαλε σκοπό της υπόλοιπης ζωής που της απέμενε, να ξεδιαλύνει τα σκοτάδια, να φωτίσει τις αραχνιασμένες κρυφές γωνιές του μυαλού της κοπέλας, που δεν ήξερε ούτε ποια είναι, ούτε από πού ερχόταν και πού πήγαινε, ούτε και αν είχε όνομα.
«Αλήθεια, πώς να με λένε άραγε, γιαγιά;»
«Τι όμορφα που ακούγεται η λέξη αυτή από το στόμα σου Ρούσσα μου! Στοιχηματίζω ότι θα πρέπει να σε λένε Ρούσσα, ποιο άλλο όνομα θα ταίριαζε καλύτερα στην ομορφιά σου που είναι κόκκινη σαν φλόγα;»
Κι αφού βρήκαμε όνομα, σιγά σιγά θα βρούμε όλα τα άλλα.
»Έλα τώρα να πιούμε ένα τσάι, στέγνωσε η γλώσσα μου από το πες πες αλλά και την πολλή σκέψη. Έτσι μου συμβαίνει πάντα».
Γέλασαν σχεδόν ξέγνοιαστα και οι δυο και δεν θυμόντουσαν από πότε είχε να σκάσει στα χείλη τους ένα κάποιο χαμόγελο.
«Δώσε μου και ένα ψωμάκι από τα μαγουλάκια σου καλή μου Ρούσσα. Χα χα χα».
«Καλό μου ακούγεται το όνομα, γιαγιά μου, σ΄ αγαπάω!»
Η Ρούσσα παρακάλεσε τη γριά φίλη της να μείνει λίγες ημέρες μαζί της και η γριούλα άλλο που δεν ήθελε. Θείο δώρο για να σπάσει και η δική της αφόρητη μοναξιά. Τόσο τα καλά, όσο και τα κακά, σαν τα μοιράζεσαι έχουν άλλη αξία…
Και μια μέρα...
Ω, μια μέρα!
Όπως η Ρούσσα λουζόταν στην λίμνη, ακούει χλιμίντρισμα αλόγου.
Έκπληκτη, βλέπει ένα παλικάρι πάνω σε ένα κάτασπρο άτι, να την κοιτάζει θαμπωμένο σαν να κοιτούσε χωρίς γυαλιά τον ήλιο κατάματα!
Δεν μπορούσε να το πιστέψει… Κι άλλη ανθρώπινη ύπαρξη μέσα σε λίγες ημέρες;
Έμεινε να τον κοιτάζει και αυτή μαγεμένη, και με παντομίμα, του έγνεψε να αποτρέψει το πρόσωπό του από πάνω της για να σκεπάσει τη γύμνια της με ένα αραχνοΰφαντο μακρύ φόρεμα που άγνωστο πώς, βρέθηκε εκεί στην όχθη της γαλάζιας λίμνης. Μα θυμόταν καλά. Εκείνη είχε αφήσει εκεί στην όχθη μια υφαντή πουκαμίσα, που της είχε χαρίσει η φίλη της, μαζί με μια εσάρπα, για να σκεπάζει το λυγερό κορμί της, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι άνθρωποι, όπως της εξήγησε η γριά. Να που όντως ήταν μάγισσα και μετάλλαξε μια χωριάτικη φορεσιά, σε ένα θείο φόρεμα κατάλληλο για την περίσταση. Τέτοιο ρούχο δεν θυμόταν να 'χει ξαναδεί. Καλά το είχε υποπτευθεί. Ήταν μια άδολη, μια αγαθή μάγισσα. Όχι βέβαια πως αυτή η επιβεβαίωση θα άλλαζε γραμμή από τα αισθήματά της για την "γλυκιά" γριούλα, όπως την έβλεπε με τα μάτια της Αγάπης…
"Μα για στάσου Ρούσσα. Τι είπες τώρα δα;"
Σαν να πούμε δηλαδή ότι είσαι και κάτι άλλο, γι’ αυτό είπες αυθόρμητα... τέλειωσε η πεντάμορφη τον εσωτερικό της μονόλογο όπως συνήθισε να κάνει στα τόσα χρόνια της μοναξιάς της. Ορισμένες συνήθειες δεν κόβονται έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη, ακόμη και τώρα που είχε μπροστά στα μάτια της ένα όνειρο που το έβλεπε ξυπνητή.
Το μόνο που ήξερε τώρα, που διαισθανόταν, ήταν ότι τέλειωνε όπου να ‘ναι το τετράμηνο της ανθρώπινης υπόστασής της και θα έχανε από τη ζωή της τα δυο πλάσματα που αγάπησε κεραυνοβόλα, την πανάσχημη γριά καμπούρα και το πανέμορφο παλικάρι που θα το θυμόταν με νοσταλγία πάνω στο άσπρο του τ' άλογο και στην άλλη μορφή της όποια και αν ήταν αυτή.
Και για πρώτη φορά στη ζωή της ένοιωσε θυμό.
Όχι, δεν θα έχανε αυτά τα δύο πλάσματα που ήρθαν για να δώσουν νόημα σε μια ζωή άδεια κι ας την ζήλευαν ακόμη και τα αστέρια.
Και όταν ο καβαλάρης την πήρε στην αγκαλιά του και την πρωτοφίλησε, ένιωσε ότι ήρθε η αγάπη να την βοηθήσει με την τεράστιά της δύναμη, να παραμείνει άνθρωπος και ευχήθηκε να μην μεταλλαχθεί ποτέ ξανά. Φαίνεται δε ότι την ώρα που έκανε αυτήν την ευχή, οι ουρανοί ήταν ανοιχτοί και έφτασε κατ’ ευθείαν στα αυτιά των αρμοδίων που καθορίζουν την ζωή ανθρώπων, ζώων, αερικών, των πάντων, και πραγματοποίησαν την ευχή της.
Έφτιαξαν μια μεγαλύτερη καλύβα, όπου έζησαν για χρόνια πολλά, σ’ αυτό το δάσος, που δεν θα το άλλαζαν με καμιά σύγχρονη πολυτέλεια που το παλικάρι ήταν σε θέση να της προσφέρει.
Έκαναν παιδιά, και τους ευχήθηκαν να κάνουν κι αυτά κάποια στιγμή τη σωστή επιλογή του τρόπου ζωής τους.
Και τη γριά μάγισσα όσο περνούσαν τα χρόνια, την έβλεπες να παραμένει το ίδιο άσχημη, μα με την πιο καλή καρδιά να χτυπά σωστά στο στήθος της. Ήταν και αυτή ευτυχισμένη, με τόση αγάπη γύρω της κι εντός της.
Ω Αγάπη, Αγάπη, Αγάπη! Έτσι και είσαι σε κέφια και το άσχημο το κάνεις να μοιάζει ωραίο και το ωραίο μαγικά αξεπέραστο.


Λένα Μαυρουδή-Μούλιου
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

1 σχόλιο:


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας