1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Περιπέτεια της Τζενούλας

Θοδωρή Δημητρακόπουλου

Τι το ήθελε η Τζενούλα στο παρτάκι αυτό να πάει,
της το είπε κι η μαμά «έχεις διάβασμα πολύ»
πού ν’ ακούσει όμως αυτή στα 16 και ½,
είχε νέα σκουλαρίκια, κίτρινα με μια τρύπα,
είχε πάρει κι απ’ τα ZARA νόστιμο φορεματάκι
είχε βρει και για τις selfie μια έκφραση ωραία
θα ‘τανε κι αυτός εκεί…
λέει «λίγο θα καθίσω 11 θα ‘χω γυρίσει»
όταν έφτασε, το κέφι ήτανε στην κορυφή,
όλοι μόνοι σε γωνίες κοίταζαν τα κινητά
μα αυτός όλο την κοιτούσε…

Χόρεψαν για λίγη ώρα ήπιανε από ένα BREEZE
αυτός συνεχώς μιλούσε κι αυτή όλο τον κοιτούσε,
δίπλα οι φίλες της περνούσαν, πονηρά όλο της γελούσαν
δυναμώνει η μουσική, να μιλήσουν δεν μπορούν,
ξάπλωσαν στον καναπέ, βγήκαν και τα σκουλαρίκια
βγήκε το φορεματάκι «μη μη θα τσαλακωθεί»
έσβησε και το φωτάκι, δυναμώνει η μουσική,
γέλια ακούστηκαν απ’ έξω, μήπως ήτανε γι’ αυτή;

Γύρισε κατά τη 1, η μαμά είχε κοιμηθεί,
ευτυχώς, δεν είχε όρεξη, ήθελε να κοιμηθεί…

Δεν μπορεί να καταλάβει η Τζενούλα τη ζωή,
τώρα αυτός δεν της μιλάει, ούτε καν τη χαιρετάει,
από μπρος του όλο περνάει και αυτός αλλού κοιτάει,
κι όλο να τον τριγυρνάει αυτή η σουπιά η Σάντι…
Με τις φίλες της μιλάει «σ’ αγαπάει νάζια κάνει»
και μηνύματα του στέλνει μα αυτός δεν απαντάει,
πέρασαν κοντά 2 μήνες, η κοιλιά της την πονάει,
στο γιατρό η μαμά την πάει «ΕΓΚΥΟΣ ΕΙΝΑΙ» τους πετάει
και το είπε τυπικά, δίχως λίγη ζεστασιά,
της μαμάς πέσαν τα μούτρα, στην επιστροφή μιλιά,
μα όταν φτάσανε στο σπίτι, τότε η θύελλα ξεσπά
«ΘΑ ΣΕ ΛΙΩΣΩ» «ΘΑ ΣΕ ΣΦΑΞΩ» «ΠΩ ΠΩ ΘΕΕ ΜΟΥ ΤΙ ΝΤΡΟΠΗ»
γύρω απ’ την τραπεζαρία στήσανε κυνηγητό,
σπάσανε και ένα βάζο που η μαμά είχε προικιό,
τελικά την προλαβαίνει, την αρπάζει απ’ τα μαλλιά,
μα μόνο για μια στιγμή, η Τζενούλα ξεγλιστρά,
στο δωμάτιο τρυπώνει, και την πόρτα την κλειδώνει,
μα σιγά μη σταματούσε μια πόρτα τη μαμά,
τη βαράει, την κλωτσάει, άσε τις φωνές που βγάζει,
1η της φορά η Τζενούλα τρόμαξε τόσο πολύ,
βάζει τα ακουστικά της μα ακουγότανε και πάλι,
τι να κλάσει η Φουρέιρα σε μιας μάνας την οργή,
όμορφο περιστεράκι στο μπαλκόνι είχε σταθεί,
λίγο για να ξαποστάσει, τρόμαξε, φεύγει, πετάει
και απέμεινε η Τζενούλα την κοιλιά της να κρατάει.

«ΣΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ ΟΥΤΕ ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΕΧΕΙ ΤΟΣΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ
ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΓΙΑΤΡΟ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΚΑΝΑ ΓΝΩΣΤΟ
ΜΟΥ ‘ΧΕ ΠΕΙ Η ΑΙΜΙΛΙΑ… ΘΑ ΡΩΤΗΣΩ ΔΗΘΕΝ ΤΥΧΑΙΑ»
κι όλο βάζει τα γυαλιά και κοιτάζει την κοιλιά,
μήπως τίποτα φανεί και κανείς το καταλάβει
για καλό και για κακό και έναν κορσέ της βάζει,
δεν μπορεί ν’ ανασάνει, δεν τολμά όμως να το πει.
Και στο σπίτι πια σιωπή, λες και είναι μοναστήρι,
ηγουμένη η μαμά και καλόγρια η Τζενούλα,
την ξυπνάει στις 8, έτοιμο το πρωινό,
μόνη τρώει, πάει σχολείο, επιστρέφει κατά τις 2,
στο τραπέζι φαγητό, μόνη τρώει, διάβασμα,
μετά πάει στ’ αγγλικά, επιστρέφει στις 9,
μες στο φούρνο φαγητό, τρώει στο δωμάτιο.

Απορεί και ο μπαμπάς «τι έχετε εσείς οι δυο;»
στο μικρό του το μυαλό σκέφτεται κάτι απλό
κάνα σορτς πολύ κοντό, κανέναν κακό βαθμό,
στη Τζενούλα κλείνει το μάτι και το μάγουλο τσιμπά
μα η κόρη του απορεί, την αλήθεια αν του πει,
θα ‘ναι τόσο άνετος ή σαν τη μαμά κι αυτός;

Στο σχολείο απλά πηγαίνει, με τις φίλες τυπικά
«τι έχεις;» όλο τη ρωτάνε «τίποτα τα γνωστά…»
δεν τη νοιάζει πια το Facebook, ούτε αν πήρε κιλά
-πήρε 4 κιλά- «πάχυνες;» ρωτά η μαμά
κι όταν βλέπει τη Μαριάννα, της γειτόνισσας τη μικρή,
δεν περνάει, σταματάει, κάθεται και της γελάει
πήρε άλλα 2 κιλά…

Μια μέρα περιμένει μετά απ’ το σχόλασμα,
φύγανε οι καθηγητές, μα δεν έφυγε αυτός,
ήξερε, πού θα τον βρει, πάει στο Καπνιστήριο,
σαν ηλίθιος γελούσε, τον καπνό έξω φυσούσε
-δεν της γέλασε εκείνης ούτε έστω μια φορά-
πάλι όλο αυτός μιλούσε, μα της φαίνονταν βλακείες,
κάθεται και τον κοιτάζει, δίχως να την καταλάβει,
ούτε ξέρει να καπνίσει, ούτε ξέρει να μιλήσει,
άσχημος της φάνηκε, η φωνή του σπαστική,
είχε τόσα, να του πει, να το σκάσουνε μαζί,
δύσκολα στην αρχή θα ήταν, μα θα είχαν το παιδί,
θα ‘βρισκαν μια… γύρισε και έφυγε…

ΔΡ ΠΟΡΤΟΛΟΣ ΜΑΙΕΥΤΗΡΑΣ απ’ το ίντερνετ τον βρήκαν,
στον μπαμπά είπανε τάχα πως θα παν στα μαγαζιά,
«να περάσετε καλά»… κάπου στους Αμπελοκήπους
πολυκατοικία παλιά, κίτρινη σαν τη σκουριά,
είχε μόνο ιατρεία, δικηγορικά γραφεία,
ιατρείο αρχαιολογία, έπιπλα του ’90,
κάτι περιοδικά, 2 ετών και πιο παλιά,
να κοιτά η γραμματέας, πόσο ντρέπεται η μαμά,
να σου ήρθε κι ο γιατρός, ήτανε σιχαμερός,
«επιστήμονας αυτός; πιο πολύ σαν ταβερνιάρης»
και τον ήθελε λεπτό, ήρεμο και γελαστό,
σε καρέκλα την καθίζει σαν αυτές του οδοντιάτρου
«πάρε αυτό να ηρεμήσεις» μετά όλα ήταν θολά,
γρήγορα όλα τελειώσαν, πιο λίγο απ’ όσο κρατάει
μια ώρα σχολική…
πλήρωσαν πήραν ταξί, ευτυχώς βρήκαν αμέσως,
σ’ όλη τη διαδρομή δεν αντάλλαξαν κουβέντα,
«πώς πήγανε τα ψώνια;» ρώτησε τυπικά ο μπαμπάς
«ένιωσε αδιαθεσία και δεν πήραμε τίποτα» «αα».

Ξάπλωσε, να ηρεμήσει, να ηρεμήσει δεν μπορεί,
να ζητήσει από τη Βίκυ το μπλουζάκι της το γκρι,
έχει και την εργασία για την Άλγεβρα να κάνει,
τα ντουλάπια της να φτιάξει, α ν’ αγοράσει toner…
μπαίνει τότε η μαμά με μια πορτοκαλάδα
«πιες τα πάνω σου να πάρεις» λυπημένη την κοιτά
«αύριο μην πας σχολείο δεν έγινε και τίποτα»
έφτιαξε τα μαξιλάρια, για να είναι πιο άνετα,
τελικά την πήρε ο ύπνος την καημένη τη Τζενούλα.

Πέρασαν 2 βδομάδες έχασε και τα κιλά,
πότε πότε η μαμά της πετά καμιά κουβέντα,
πήγε πάλι στο σχολείο, όλα όπως και παλιά,
κι όταν βλέπει τη Μαριάννα (τη μικρούλα από δίπλα), δεν σκιρτάει η καρδιά,
μόνο της χαμογελά, μετά φεύγει βιαστικά,
και αυτός όταν περνά, σημασία δεν του δίνει.
Όμως είναι κάποιες ώρες, λίγο πριν πέσει για ύπνο,
ή κατά το μεσημέρι, που τυφλώνει η αντηλιά,
νιώθει μέσα της μια θλίψη, σαν να έμεινε ίδια τάξη,
λες και πάρτι έγινε σούπερ και μόνο εκείνη δεν καλέσαν,
τότε όλα τα βαριέται, τα ακουστικά της βάζει,
αλλά και τη μουσική πια την έχει βαρεθεί…

Μα δεν είναι μόνο αυτό, τελευταία η Ζωή
η καλύτερή της φίλη, βγαίνει με τον Περικλή
που της άρεσε καιρό κι ειν’ ζευγάρι ταιριαστό,
κι έρχεται το καλοκαίρι, πάρτι θα ‘χει ένα σωρό,
κι άμα γίνει το κακό;
Όμως πώς να της το πει, για να είναι προσεκτική;
Κι αν στο χαβαλέ το ρίξει; Αν αρχίσει να γελά;
Κι έχει κι ένα στόμα να… όλο κάπου θα το πει
και σε κανά 2 μέρες το σχολείο θα το ξέρει
και απ’ όπου κι αν περνά θα γελάνε πονηρά,
θα το μάθουν κι οι καθηγητές, τελευταίοι όπως πάντα,
θα της ρίχνουνε ματιές, απ’ αυτές τις αυστηρές,
λες και βρήκανε σκονάκι στη μικρή της την παλάμη,
λες και ξέρει τόσα πολλά, που κι αυτούς τους ξεπερνά,
όχι, όχι απαπά, έχει εξάλλου και γονείς,
οδοντίατρος η μαμά της και αυτός τραπεζικός,
άνθρωποι είναι μορφωμένοι, πάντα είναι γελαστοί,
έξυπνοι, προοδευτικοί, μόνη πάει διακοπές
ας της μιλήσουν αυτοί…

Κι έτσι με τις φίλες βγαίνει, παίζουν με τα κινητά,
για μαθήματα μιλάνε και συνέχεια γελάνε
και στ’ αγόρια που περνάνε πονηρά χαμογελάνε,
μα δεν είναι πονηριά, αν κοιτάξεις πιο καλά,
σου θυμίζουνε παιδιά που ‘καναν μια σκανταλιά,
μα μικρή ‘ναι η ζημιά κι είναι τόσο γελαστά,
κι όταν πια θα κουραστούνε, παν και τρώνε παγωτά.


Θοδωρής Δημητρακόπουλος
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας