Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** ΦΕΤΟΣ ΠΗΓΑΙΝΟΥΜΕ ΘΕΑΤΡΟ με διπλές προσκλήσεις που μπορείτε να διεκδικήσετε εδώ! *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Κυκλοφορεί ήδη το συλλογικό έργο, με κείμενα που διαγωνίστηκαν, από τις εκδόσεις Δερέ. *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Κλεψύδρα εκδίκησης * Το πέπλο της μοίρας, Αγνή: Η κόρη των Αθηνών και Όταν οι μνήμες ταξιδεύουν * Σιωπηλή φυσαρμόνικα * Ρουμπίνα: η γκεζερά της αθωότητας * Πρωινή καληνύχτα * Love 'n' peace, bro * Στη Σεούλ * Για την Ολίβια ** Ποίηση: Αποχρώσεις του μπλε * Ι Δανεικές ψυχές * Σενάρια έρωτα * Ζωτικές αυταπάτες * Το γάντι του σκλάβου * Στάσου λίγο ** Άλλα: Πέτρα, πέτρα χτίζεται * Πέντε βιβλία των εκδόσεων Ελκυστής * Ο κόσμος πίσω από τον καθρέφτη ** Διηγήματα: Οι δυο αδερφές και άλλες ιστορίες * Με τον Τζον Μάλκοβιτς στη Βίλνα * Ο κύριος Κάπα θα έλεγε κανείς ** Παιδικά: Η γοργόνα με τα όμορφα πόδια * Ανθισμένες πατάτες ** Νουβέλα: Το χωριό των ανθρώπων

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

Ήπια ερωτική γραφή

Λένας Μαυρουδή-Μούλιου

Πίνακας Wassily Kandinsky

Υπήρξαν στενές φίλες, σχεδόν κολλητές. Και λέμε «σχεδόν» γιατί για την Άννα το να έλεγες «κολλητές» σκέτο, σήμαινε πάρα πολλά πράγματα, που στην φιλία της με την Λίλιαν δεν υπήρχαν. Θα καταλάβετε ίσως στη συνέχεια ποια ήταν αυτά.
Η φιλία τους κράτησε μέχρι την ορκωμοσία στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Αμέσως μετά, η Λίλιαν έφυγε για την επαρχία της και η σχέση τους, όπως συνήθως συμβαίνει, δεν άντεξε στην απόσταση. Στην αρχή, είχαν μια σχετικά πυκνή επικοινωνία με το skype, με τηλεφωνήματα που όλo και αραίωναν καθώς και με δακρύβρεχτα μηνύματα στο messenger, μέχρι που ξέφτισαν και αυτά.
Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά σαν ασκούμενες δικηγόροι και οι δρόμοι τους χωρίστηκαν για τα καλά. Υπήρξαν κάτι ψιλοπαράπονα γι' αυτήν την αποξένωση εκατέρωθεν, αλλά και πάλι η κάθε μία τους έριχνε το φταίξιμο της αποξένωσης στην άλλη.
Έλεγε ας πούμε η Άννα: «Ωχ καημένη. Είναι ποτέ δυνατόν να μην έχεις χρόνο για μένα; Πάρτο και αλλιώς, όποιος νοιάζεται για το φίλο του έχει χρόνο. Όποιος δεν νοιάζεται, έχει δουλειά.». Και το μπαλάκι το παραλάμβανε η Λίλιαν ανταπαντώντας: «Και εγώ κάτι θα σου πω που είναι κλεμμένο αλλά που ταιριάζει γάντι στην περίπτωση. Με παίρνεις τηλέφωνο να μου πεις δυο μόνον λόγια όταν δεν έχεις δουλειά. Όταν είναι να κάνεις τσιγάρο, όταν κανένα καθήκον και καμία προτεραιότητα δεν σε εμποδίζει. Θα ήθελα εγώ από τη φίλη μου ακόμη και μέσα στο πνίξιμό της να έχει χώρο και χρόνο για μένα και αν δεν τον έχει να τον εφευρίσκει.».
Έτσι γκρίνια στην γκρίνια και δικαιολογία στην δικαιολογία έφτασε το τέλος μιας πεντάχρονης φιλίας πριν καν το συνειδητοποιήσουν. Και ήταν οριστικό.

Τα χρόνια πέρασαν, επτά πάνω κάτω, και είχαν να ιδωθούν δια ζώσης από την ημέρα της ορκωμοσίας. Όταν η τύχη τα έφερε έτσι, ώστε τα αφεντικά τους, οι μεγαλοδικηγόροι στα γραφεία των οποίων εργάζονταν σαν βοηθοί και δεξιά τους χέρια, να βρεθούν αντίδικοι σε μια πολύ μεγάλη υπόθεση λαθρεμπορίας τσιγάρων.
Αγκαλιές, φιλιά και αναμνήσεις ξεπήδησαν από το εν υπνώσει κρεβάτι, που ήταν αραγμένες και αντάλλαξαν λόγια ζεστά. Θυμήθηκαν μικρολεπτομέρειες καλές, που τις μεγέθυναν και άλλες μεγάλες πικρές, που προσπάθησαν να ελαχιστοποιήσουν καθώς ως γνωστόν οι κακές αναμνήσεις ελαχιστοποιούνται και οι καλές μεγεθύνονται αλλιώς δεν παλεύεται το παρελθόν.
Μια μικρή γκαρσονιέρα μοιράζονταν που «έβλεπε» σε έναν άχαρο ακάλυπτο και ονειρεύονταν μεγαλεία, ταξίδια ανά τον κόσμο και άσπρα νυφικά, με παπάδες και κουμπάρους, καθώς ήταν κατά του πολιτικού γάμου, και οι δύο φανατικά παραδοσιακοί τύποι. Μότο τους «μια φορά παντρεύεται κανείς» και ο γάμος έπρεπε να έχει την ευλογία το Θεού και όχι του κυρ-Μηνά του αντιδημάρχου που κέρδισε και τη θέση με διαφορά μιας ψήφου από τον κυρ-Στέφανο τον αρτοποιό και μάλιστα αμφισβητούμενης!
Και διάβαζαν, διάβαζαν, φιλότιμα και αποφασιστικά, να μην δώσουν μάθημα δύο φορές, πράγμα που κατάφεραν αφού και σαν φοιτήτριες ήταν καλές. Και βέβαια μονίμως άφραγκες, πράγμα που συνεχίστηκε και όταν έγιναν ασκούμενες αφού ως γνωστόν ο ασκούμενος κάνει την λάντσα του γραφείου αμισθί, περιμένοντας να ανοίξει το δικό του γραφείο, που το νοίκι του θα πληρώνει ο συνταξιούχος παππούς αν είναι από τους τυχερούς και ζει ακόμη, κυνηγώντας, με το τουφέκι που λένε, τον πελάτη. Γνωστά αυτά και χιλιοειπωμένα και δεν κομίζω Γλαύκα εις Αθήνας αναφέροντάς τα.
Συναντήθηκαν λοιπόν οι δύο πρώην φίλες και έδωσαν ραντεβού εκείνην την ίδια ημέρα να συναντηθούν για φαγητό και να πουν τα όσα είχαν και που δεν ήταν γνωστά, όπως π.χ. για τον πολύχρονο δεσμό της Λίλιαν, που διαλύθηκε εξ αιτίας των γονιών του καλού της που ήθελαν να τον παντρέψουν με την κόρη του γνωστού τους σταφιδέμπορου, που καθώς φημολογούνταν είχε και μία πετρελαιοπηγή –αλήθεια ψέματα κανείς δεν ήξερε μετά βεβαιότητος– και επειδή ο νέος ήταν δυνατός χαρακτήρας υπάκουσε τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος και έμεινε η Λίλιαν να κλαίει πάνω στα ερείπια των ονείρων της την ώρα που ο Γιάννης της τάιζε τη γυναίκα του πιλάφι από το ρύζι που μαζεύτηκε στον χορό του Ησαΐα· μη πάει και άδικα τόσος καρπός! Για τα χρόνια που πήγαν χαμένα με την Λίλιαν ούτε κουβέντα να γίνεται.
Είχαν τόσα, μα τόσα να πουν μα δεν τα είπαν.

Η Αννούλα έφτασε πρώτη στο εστιατόριο πολυτελείας, που είχε κλείσει τραπέζι, και κάθισε στον αναπαυτικό καναπέ απολαμβάνοντας τη ζεστή και γνώριμη ατμόσφαιρα του χώρου. Έβγαλε τα τσιγάρα της και πριν καλά καλά το βάλει στο στόμα της, μία φλόγα άναψε, σίγουρα όχι από τον δικό της αναπτήρα. Ο έμπειρος σερβιτόρος ήταν, που εκτός από το καθήκον του σερβιρίσματος είχε και τούτο το λεπτό καθήκον του ανάμματος του τσιγάρου στις μοναχικές κυρίες και νεαρές δεσποινίδες. Κάτι τέτοιες αβρότητες κάνουν τη γυναίκα να ενθουσιάζεται, να αισθάνεται ότι είναι κάποια και εξυπακούεται αυτό είναι ένα συν, στην επιλογή του δικού του μαγαζιού ας πούμε, για να απολαύσει το φαγητό της. Έχουν γνώση οι μεγαλοεστιάτορες! Μπορεί ένα γκαρσόνι να είναι πτυχιούχος επιστήμονας αλλά για να γίνει και σερβιτόρος χρειάζεται να είναι μπρατσαράς, για να μπορεί να κουβαλάει το πιατικό σαν ζογκλέρ χωρίς να πέσει πιάτο από τα τεντωμένα του χέρια, απορώντας εσύ πώς το καταφέρνει. Ένα πάντως το βέβαιον: η επιστημονική του κατάρτιση δεν βοήθησε διόλου σ' αυτόν τον τομέα. Νομίζουμε δε ότι οι νεότερες γενιές αυτού του τομέα της εστίασης περνούν από ειδικά σεμινάρια επιμόρφωσης και συμπεριφοράς. Και άφησε το πτυχίο να ελπίζει σε καλύτερες μέρες.
Καθόταν λοιπόν η Άννα του καλοκαιριού (υπάρχει και εκείνη του χιονιά· θα την ξέρετε), χαζεύοντας τον χώρο, που σιγά σιγά γέμιζε, και σίγουρα σε λίγο δεν θα υπήρχε τραπέζι άδειο. Κατά τα άλλα έχουμε κρίση και είναι ημέρα καθημερινή και ούτε Κυριακή ή σκόλη!
Βλέπει την Λίλιαν να καταφθάνει συνοδευόμενη από έναν συμπαθητικό τύπο.
Θα είναι ο καλός της σκέφτηκε επί τροχάδην. Μωρέ μπράβο της! Αν είναι ο δεσμός της συμφωνώ και επαυξάνω συμπλήρωσε τη σκέψη της δίνοντας το χέρι της για ένα χειροφίλημα που –ιδέα της ήταν;– κράτησε ολίγον περισσότερο του επιτρεπομένου από τους διεθνείς κανόνες τού savoir vivre.

— Φιλενάδα, επίτρεψέ μου να σου συστήσω τον φοβερό και τρομερό αρχηγό μας και στυλοβάτη ενός από τα καλύτερα δικηγορικά γραφεία του κλεινού άστεως, τον Απόστολο Στυβαρίδη. Από τα πολλά που του είπα σήμερα για σένα, τον έφαγε η περιέργεια να θέλει να σε γνωρίσει, αλλά και να του κάνουμε την τιμή να φάει μαζί μας καθώς εμείς ξέρουμε ότι μία από τις παραξενιές του (και έχει αρκετές) είναι να μην θέλει να τρώει μόνος του. Λέει, και τον πιστεύω, ότι τότε δεν του κατεβαίνει μπουκιά. Ελπίζω δεν θα έχεις αντίρρηση; Απόστολε αυτή είναι η Άννα, η γόησσα φίλη μου, που σαν φοιτήτριες, η μισή Νομική ήταν ερωτευμένη μαζί της, και απ' ό,τι βλέπεις και τώρα, αν και πέρασαν έξι επτά χρόνια από τότε, μια χαρά κρατιέται. Χα χα χα. Είπε η Λίλιαν βρίσκοντας προφανώς αστείο το πείραγμά της.

Έτρωγαν με όρεξη αλλά και μια κάποια αμηχανία ήταν ορατή δια γυμνού οφθαλμού. Ε, πώς να το κάνουμε! Δεν είναι και τόσο σύνηθες να συνεστιάζεσαι με έναν μεγαλοδικηγόρο, σχετικά νέο ακόμη κι αφεντικό της φίλης σου, που ενώ έτρωγε ανόρεκτα το φαγητό του, εν αντιθέσει με τις κυρίες, έτρωγε παράλληλα με τα μάτια του και με μεγάλη όρεξη εσένα, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια να το κρύψει. Ήταν πασιφανές ότι η κοκκινομάλλα και πρασινομάτα φίλη τής βοηθού του, τον είχε καταγοητεύσει.
Μερικοί άνθρωποι τα καταφέρνουν να γίνονται αδιάκριτοι στο φλερτ, και αυτό να γίνεται, περιέργως πώς, με τόσο γοητευτικό τρόπο, που τους συγχωρείς την αδιακρισία. Έτσι ο Απόστολος, μία μπουκιά στο στόμα, τρεις μπουκιές στην Άννα με τα μάτια. Η κοπέλα είχε την αίσθηση, που ήταν εντονότατη, ότι την είχε γδύσει. Υπήρξαν στιγμές που είχε την παραίσθηση ότι καθόταν εκεί απέναντί του ολοτσίτσιδη, όπως την γέννησε η μάνα της. Όσο να 'ναι μια τέτοια αίσθηση δεν είναι και να την περάσεις έτσι αβρόχοις ποσί. Άρχισαν οι μπουκιές να σκαλώνουν στο στόμα της και δεν έλεγαν να κατέβουν με τίποτα. Μα καλά αυτή η ευλογημένη φίλη μου, πρώην, νυν, δεν ζηλεύει, ήθελα να ήξερα; Αυτό πια αγγίζει τα όρια της προσβολής προς το άτομό της της έλεγε στον εσωτερικό της μονόλογο ο κατάπληκτος εαυτός της.
Μα να εκείνη που σαν να έπιασε τη σκέψη της. Σηκώθηκε από τη θέση της και είπε ένα αφοπλιστικά φανερό ψέμα: «Παιδιά, συγχωρέστε με μόλις τώρα το θυμήθηκα. Είμαι ασυγχώρητη. Έχω στήσει το αγόρι μου, τον Νίκο, και θα περιμένει έξαλλος στο μετρό. Πρέπει να φύγω. Εσείς συνεχίστε, τα λέμε αύριο.».
Αυτό το «εσείς συνεχίστε» που είπε και κρετίνος να ήσουνα θα καταλάβαινες τι εννοούσε με τον τρόπο που ελέχθη. Καταντούσε ενοχλητικό. Τι διάβολο, της έκανε πλάτες; Για τίνος το καλό φρόντιζε; Εκείνου ή της πρώην φιλενάδας της; Για το δεύτερο δεν θα έπαιρνε και όρκο η Άννα.
Είχαν τόσο αποξενωθεί μετά από τόσα χρόνια απουσίας. Οπότε τι έπαιζε; Της προξένευε το αφεντικό της· όχι και τόσο κολακευτικό από μέρους της αλλά αν ήθελε να είναι και τελείως ειλικρινής με τον εαυτό της θα έπρεπε να παραδεχθεί ότι της άρεσε. Ήταν ένα καθαρόαιμο αρσενικό απ' αυτά που αναστατώνουν την λίμπιντο της γυναίκας. Έφτασε στο σημείο να της μιλάει και εκείνη να τον φαντάζεται να της κάνει έρωτα. Και φαίνεται πως εκείνος έμπειρος καθώς σίγουρα ήταν, κατάφερε να κάνει έφοδο στον χώρο της σκέψης της, να κάνει ανάλυση της εικόνας που εκείνη έβλεπε με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ευκρίνεια και της λέει με ερωτική φωνή:
— «Πηγαίνουμε;»
— «Πού;» τον ρωτά χαζά
— «Σπίτι μου; Στο δικό σου; Ό,τι εσύ πεις».
Θα ήθελε να του δώσει ένα χαστούκι από τα γερά της, αυτά που κρατούσε μέσα της για προσωπική της άμυνα· αν δεν έπρεπε να αμυνθεί τώρα τότε πότε; Όμως σαν κάτι να κρατούσε τόσο το χέρι όσο και τη μιλιά της. Μωρέ τι είναι τούτος εδώ ο κόκορας; Ναι μεν είχε συνηθίσει το αντρικό φλερτ και πρόσφατα και το γυναικείο σε σημείο που να είναι σίγουρη ότι τίποτα δεν θα την έκανε να εκπλαγεί, μα τούτος εδώ ήταν ξεδιάντροπος, πέρα από τα εσκαμμένα βάδιζε και την ξεπερνούσε, την αναστάτωνε, έχανε σιγά σιγά τον έλεγχο.
— «Μην γίνεσαι κυνικός Απόστολε, δεν μου αρέσει το στιλάκι σου».
— «Μα γιατί; Πού είναι το κακό; Αφού θα γίνεις το κορίτσι μου, εγώ απλά θέλω να σε γνωρίσω όσο γρηγορότερα γίνεται. Αλήθεια Άννα, πες μου, θέλεις να βαδίσουμε μαζί;»
— «Για μέχρι το σπίτι μου ή μέχρι το δικό σου ε;»
— «Μέχρι όπου μας βγάλει».
— «Σου αρέσουν οι... (απαίσιο αλλά θα το πω) Σου αρέσουν οι ξεπέτες Απόστολε;»
— «Καθόλου. Δεν είμαι κακός τελικά. Θα το διαπιστώσεις στην πορεία».
— «Μα είπα εγώ ότι είσαι κακός, καλός, ή κάτι τέτοιο;»
— «Μα και πώς να το πεις Αννούλα αφού δεν το 'χεις ζήσει;»
Και επειδή πια το φαγητό είχε παγώσει και δεν τρωγόταν, αλλά και επειδή η ώρα είχε περάσει αρκετά, εκείνη σηκώθηκε από τη θέση της μ' εκείνον να της τραβά ελαφρά την καρέκλα. Μικρά αδιόρατα δείγματα συμπεριφοράς ενός gentleman, που δεν περνούν απαρατήρητα από μια γυναίκα με εκλεπτυσμένο γούστο.

Με το που σηκώθηκαν, εκείνη πρόσεξε το φούσκωμα στο παντελόνι του και ήταν τόσο δυνατό το αίσθημα του πόθου που την κατέκλυσε, που ένιωσε να μυρμηγκιάζει το αντίστοιχο δικό της και να υγραίνεται σε σημείο που φοβήθηκε θα λέκιαζε τη στενή της φούστα και θα ρεζιλευόταν από τους θαμώνες και από κείνον. Το αίμα στο πρόσωπό της θα πρέπει να το είχε μεταλλάξει σε παντζάρι. Κάτι τέτοιο δεν της είχε ξανασυμβεί ποτέ. Συνειδητοποίησε ξαφνικά, ότι αν δεν έκανε έρωτα με τούτο εδώ το αρσενικό θα το μετάνιωνε σε όλη την μετέπειτα ζωή της. Θα την στοίχειωνε και δεν θα την άφηνε να απολαύσει μια σεξουαλική επαφή με όποιον ή όποια partener είχε δίπλα της. Μιας και είπαμε «όποια» να σημειώσουμε ότι πάντα η Άννα αναρωτιόταν για το εξής: Αφού το σημείο της διέγερσής της ήταν η κλειτορίδα της, γιατί να την απασχολεί το φύλο του χεριού που θα της πρόσφερε την απόλαυση της ηδονής; Μιλάμε αν είναι βέβαια παθητικός δέκτης όπως πρόσταζε η φύση της. Γιατί να την πουν λεσβία; Με κλειστούς τους οφθαλμούς δεν παραμένει γυναίκα 100%;

Από την είσοδό τους, στο σπίτι του, άρχισε να την γδύνει. Καλοκαίρι, και δεν είχε να της βγάλει και πολλά. Συγχρόνως πετούσε από πάνω του ό,τι φορούσε μένοντας τσίτσιδος και πανέμορφος σαν άγαλμα αρχαίου αθλητή.
Ποιος είπε ότι η γυναίκα είναι το ωραίο φύλο; Πάντως όχι η Άννα που τον έβρισκε τέλειο. Δυνατός, με κοιλιακούς γυμνασμένους και με καμία πλαδαρότητα πουθενά. Το αντρικό κορμί, χωρίς μαστάρια και τροφαντά πισινά που ελκύουν τον άντρα και ασχημαίνουν την γυναίκα στα ίδια της τα μάτια.
Την σήκωσε στην αγκαλιά του σαν παιχνιδάκι και την ακούμπησε τρυφερά στον καναπέ, το πρώτο έπιπλο κατάλληλο για ό,τι έμελλε να ακολουθήσει. Η κρεβατοκάμαρα παρέπεμπε σε συνουσιάσεις αντρόγυνου και τούτοι οι δύο είχαν μόλις γνωριστεί.
Άρχισε να την γλείφει στο λαιμό, πίσω από το γραμμένο της αυτάκι με το μικροσκοπικό σκουλαρίκι, πιπίλισε τις ξαναμμένες της ρόγες σαν να ήταν καραμέλες φραμπουάζ που έσταζαν γλύκα. Και η γλώσσα του συνέχισε το ταξίδι της προς νότον, στο ξετρελαμένο σημείο του γυναικείου πόθου. Μεθοδικά, και με μαεστρία, την έκανε να αισθανθεί έναν οργασμό που την άφησε ξέπνοη. Η έκρηξη της Αίτνας και του Στρόμπολι συγχρόνως. Ο άνθρωπος ήταν μεγάλος μαέστρος, και το συνεχές μπιζάρισμα έφερε απανωτές αυλαίες (!) δυο φορές, τρεις και σταματημό δεν είχαν οι υποκλίσεις της. Ένιωσε να χάνεται σε ένα απίστευτο χάος όπου σπάνια λουλούδια κάλυπταν το κενό του, που την συγκρατούσαν και δεν την άφηναν να χαθεί στην αιωνιότητά του. Βυθιζόταν και πετούσε ηδονικά.
Και εκείνος; Τόσην ώρα σε στύση, πώς άντεχε; Από αυτό και μόνο η Άννα καταλάβαινε ότι ο άντρας αυτός είναι έτσι όπως όλα τα αρσενικά θα έπρεπε να είναι. Να φροντίζουν πρώτα για την ευχαρίστηση της συντρόφου τους και μετά την δική τους ολοκλήρωση. Η «παράταση» ζωής λοιπόν, είχε τον σκοπό της και την ομορφιά της, ήταν μέρος του προχωρημένου ερωτικού μαθήματος με έναν απαράμιλλο δάσκαλο και μια μαθήτρια αριστούχα. Γι' αυτόν, άγνωστη η φράση «ψεκάστε σκουπίστε τελειώσατε». Ανώτατα μαθήματα μαθηματικών και σταυρόλεξα για δυνατούς λύτες, το ερωτικό παιχνίδι. Στην ουσία, μια σπονδή στον έρωτα Θεό και όχι στον χυδαίο ξεπέτα παρατρεχάμενό του, που τον μπέρδεψαν με Εκείνον.
Προσοχή αδέρφια από τους παρατρεχάμενους αυτούς που μας την έχουν στημένη για να μένουμε αμόρφωτοι σεξουαλικά. Χωρίς αγριάδες και βιασμούς. Να ξέρει το αρσενικό να αγαπάει και να σέβεται, να πηδάει σαν άνθρωπος και όχι σαν ζώο, με συναίσθημα, που τον κάνει να διαφέρει από τα κτήνη με τα χυδαία ένστικτα, στο ζωικό βασίλειο. Το σεξ είναι ποίηση, δεν είναι στράκα στρούκα.
Βέβαια, η κατ' Απόστολο μέθοδος χρειάζεται κάποιον χρόνο ίσως και γι' αυτό δεν υιοθετείται από το ανδρικό φύλο, σήμερα που όλα είναι βιαστικά. Από το φαγητό και την μετακίνηση μέχρι το σεξ και τον ύπνο. Μα αν κάτι αξίζει στην Αποστολική διδασκαλία είναι το ταξίδι, που προηγείται της Ιθάκης. Αλλιώς καταλήγει να είναι μια ρουτινιάρικη συνοπτική διαδικασία, που η ανανέωσή της επέρχεται από την αλλαγή συντρόφων, με τις σειρήνες να καλούν συνεχώς από τα πέλαγα σε ανομολόγητους πειρασμούς και παράξενα παιχνίδια μαζί τους.

Αποκαμωμένη η Άννα έγειρε και ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του και με το χέρι της χάιδεψε τον κουρασμένο στρατιώτη. Με μιας πετάχτηκε αυτός ορθός και μπαίνοντας μέσα της, την έκανε να έχει οργασμό παρέα με την δική του εκσπερμάτωση· άλλη θεία version αυτή, καθώς ήταν συνηθισμένη σε απόλαυση εξωτερική και μόνον. Μα ο Απόστολος την έκανε να βάζει γκολ τόσο από την περιοχή του πέναλτι όσο και από θέση οφσάιτ…

Τι σου είναι όμως και η χημεία! Η Άννα με τον Απόστολο έδεσαν απόλυτα και έζησαν και ζουν ένα όνειρο. Μέχρι την στιγμή αυτή, που γράφονται τούτες οι γραμμές, είναι μαζί και ταιριαστοί.
Πράγματι, μεγάλο πράγμα το σεξουαλικό συνταίριασμα. Και το κυριότερο, κανένας εκ των δύο δεν διανοείται η «Σχολή» τους να αποκτήσει και κάποιον άλλο μαθητή. Είναι η πλέον ιδιότυπη σχολή στον κόσμο.
Σχολή για δύο.


Λένα Μαυρουδή-Μούλιου
Επιμέλεια: Τζένη Κουκίδου
Περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων «Άρωμα μπλαζέ», εκδόσεις Πνοές λόγου και τέχνης, όπου πρωτοεκδόθηκε με τον τίτλο «Το σεξ στο διαδίκτυο»
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα Wassily Kandinsky (Ζευγάρι Άγγλων χορευτών, 1913)

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σενάρια έρωτα, Θεοχάρης ΣαρμίδηςΠέντε βιβλία των εκδόσεων ΕλκυστήςΣιωπηλή φυσαρμόνικα, Μαίρη Φιλιππίδου-ΚατσαίδουΠρωινή καληνύχτα, Μάτας ΠαπανικολάουΟ κύριος Κάπα θα έλεγε κανείς, Κυριάκου ΓατουρτζίδηΣτη Σεούλ, Ευτυχίας ΔοβλέτογλουΤο πέπλο της μοίρας, Ελένη Βαηνά
Για την Ολίβια, Πέτρου ΒαζακόπουλουΙ Δανεικές ψυχές, Αλέξανδρου ΤσελεπιδάκηΑνθισμένες πατάτες, Άννας ΛύκουΤο χωριό των ανθρώπων, Νίνο ΞυπολιτάςLove 'n' peace, bro, Ειρήνης ΝομικούΑποχρώσεις του μπλε, Ανθής ΠάνουΤο γάντι του σκλάβου, Νικήτα Π. Καμπάνη
Ρουμπίνα: η γκεζερά της αθωότητας, Χριστόδουλου ΛιτζερίνουΚαρφωμένοι ήλιοι, Αθανάσιου Νικολόπουλου
Ο κόσμος πίσω από τον καθρέφτηΖωτικές αυταπάτες, Βίκυς ΚέκηΜε τον Τζον Μάλκοβιτς στη Βίλνα, Άγγελου ΓιαννακόπουλουΣτάσου λίγο, Καλλιόπης ΜπαγουλήΟι δυο αδερφές και άλλες ιστορίες, Γιάννη Τσιτσίμη