Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης *** ΦΕΤΟΣ ΠΗΓΑΙΝΟΥΜΕ ΘΕΑΤΡΟ με διπλές προσκλήσεις που μπορείτε να διεκδικήσετε εδώ! *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Κυκλοφορεί ήδη το συλλογικό έργο, με κείμενα που διαγωνίστηκαν, από τις εκδόσεις Δερέ. *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Η νύφη που δεν γέλασε * Θύματα * Η αύρα του έρωτα * Ο θησαυρός της Σμύρνης * Ο Αρσάμης της Περσίας * Ίχνη στα όνειρα * Τα ίχνη του αίματος * Υπεράνω πάσης υποψίας * Μια ανάσα πριν το τέλος * Γιαννέσα * Είκοσι τσουβάλια λίρες ** Ποίηση: Κατάβασις * Με φόβο και πάθος * Το όνομα του έρωτα * Πικραλίδα ** Άλλα: Πέντε βιβλία των εκδόσεων Ελκυστής ** Διηγήματα: Τα αχνά φώτα της Μάρφα * Μέχρι να δω τον Άλκη * Φρούτα στο πιάτο και άλλες τρυφερότητες ** Παιδικά: Η γοργόνα με τα όμορφα πόδια * Μικροί μαθητές της ζωής * Ο νέος εφιάλτης: Η ομάδα των 5 εναντίον...? ** Νουβέλες: Θα τα πω όλα στον Θεό * Club Killaz * Φάρος σκιών * Δύο ιστορίες ** Άλμπουμ μουσικό: The Birds Sing As Bells

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2022

Οι πλαστικές σακούλες

Δήμητρας Αθενάκη

Πίνακας Pablo Picasso (Head of a Woman, 1962)

Πρακτορείο λεωφορείων. Κόσμος πολύς κι ας είναι σχεδόν αξημέρωτα ακόμη, κανένας δεν είναι φρέσκος. Ίσως φταίει ο φωτισμός και οι αντανακλάσεις πάνω στις δερμάτινες καρέκλες. Είναι αρχές Δεκέμβρη κι ο μέσος όρος ηλικίας υπερβαίνει τα 50. Μια τραγιάσκα που και που σπάει την μονοτονία των φαρδιών μετώπων. Όλοι περιμένουν. Τουλάχιστον το λεωφορείο. Είναι και μερικοί που δεν περιμένουν τίποτα πια, που τους αρέσουν τα πολυσύχναστα μέρη, αναζητώντας μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα ή κανένα παρατημένο μπουκάλι γάλα από κάποιο βιαστικό επιβάτη.

Αποχρώσεις του γκρι και καφέ κυριαρχούν σε αυτή την αίθουσα αναμονής. Τα ίδια χρώματα βρίσκεις και στα πρόσωπα. Ίσως από τη θλίψη για τα νιάτα που χάθηκαν ανεπίστρεπτα. Οι καπνοί, η έντονη μυρωδιά από τον βουλωμένο υπόνομο στις τουαλέτες, η λίγδα και η βρομιά μού ανακατεύουν το στομάχι. Ίσως και να είναι η μιζέρια.

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στους τοίχους συνήθως μου αρέσουν όταν ο υπόλοιπος χώρος λούζεται από χρώματα. Μα εδώ μοιάζουν με απαγορευτικά τοπία, διαφήμιση του αδύνατου. Δεν τρυπούν τους τοίχους αλλά αντίθετα τους φέρνουν προς τα μέσα. Σε κλείνουν ασφυκτικά χωρίς τη διέξοδο του ονείρου ή έστω της ανάμνησης.

Κάποια βλέμματα σταματημένα πάνω μου. Δεν φταίει το συγκριτικά νεαρό της ηλικίας. Πάω στοίχημα πως είναι το κίτρινο πανωφόρι μου που αιχμαλωτίζει τη ματιά τους. Τους υπνωτίζει θαρρείς. Μέλισσες ζαλισμένες από το έντονο χρώμα. Ίσως και το τετράδιό μου. Με διαχωρίζει. Όχι μόνο γιατί δεν καπνίζω, δεν καθαρίζω την μύτη μου με το δάχτυλό μου, δεν έχω αυτό το βλέμμα που δεν έχει πια πολλά να περιμένει. Με διαχωρίζει γιατί... Ποιος ξέρει; Ίσως και να μην είναι έτσι. Ευσεβείς πόθοι και τίποτα άλλο. Δεν θα άντεχα την ταύτιση.

Απέναντί μου, δίπλα στη μαύρη τραγιάσκα, μια μαύρη μαντίλα κι ένα πρόσωπο που κουρνιάζει μέσα της σκαμμένο από χιλιάδες ρυτίδες. Χείλη, που από τις σούφρες εξαφανίστηκαν, γίνηκαν γραμμές για να εναρμονιστούν με την υπόλοιπη αρχιτεκτονική του προσώπου. Όλο εσοχές, ρωγμές και σκαψίματα. Πόρτα του κτηρίου ισχνή και οριζόντια άνοιξε. Φωνή που είχε κάτι από δόνηση μετασεισμική ακούστηκε:

— Τι ώρα είναι;

Δεν ξέρω τι ώρα είναι. Ξέρω μονάχα πως κοντεύει. Η ώρα των βαρυσήμαντων αποφάσεων. Η επιλογή του φορτίου. Και σε όλα τα πόδια μπροστά σακούλες. Παλιές πλαστικές σακούλες, χωρίς ίσως διαφημίσεις σταμπαρισμένες επάνω τους, απρόσωπες. Κάτι η σύνταξη που είναι λίγη, κάτι η μόδα και η τεχνολογία που δεν φτάνουν ως εδώ ούτε και μέσα από την τηλεόραση. Πάντα κάτι κουβαλούν. Λίγα κουκιά, είπε ο ένας, κρίθινες κουλούρες κι ένα μπουκάλι ρακί είπε κάποιος άλλος. Το κατιτίς τους. Από το χωριό στο παιδί στην πόλη. Να φάει και κάτι σπιτικό. Και πάλι πίσω. Εκεί που ξοδεύτηκε μια ζωή. Η δική τους. Κανένα ρουχαλάκι, τίποτα φάρμακα, τις γυρίζουν πίσω γεμάτες. Που και που βλέπεις και μερικές που μοιάζουν δερμάτινες. Όλες σχεδόν τετράγωνες με φερμουάρ που κλείνει από πάνω. Μα κι αυτές έχουν πάνω τους ζωγραφισμένη τη φθορά, που ο χρόνος και η χρήση άφησε. Όμοια με τα αφεντικά τους.

— Οι επιβάτες για Βρύσες, Ρέθυμνο, Ηράκλειο παρακαλούνται να επιβιβαστούν στο λεωφορείο νούμερο 72.

Οι σακούλες μια μια μπαίνουν μέσα στο λεωφορείο, γεμίζουν τον διάδρομο, τα καθίσματα. Μπορώ να τους δω ολοκάθαρα σαν μπαίνουν μέσα στο κρύο σπιτικό τους, να τακτοποιούν το περιεχόμενο και διπλώνοντάς τες με προσοχή να τις τοποθετούν στο συρτάρι ή σε κάποιο ντουλάπι για την επόμενη φορά που θα πάνε στο παιδί. Μέσα σε αυτούς είναι κι εκείνοι που δεν μπορούν το ταξίδι. Που μένουν πάντα πίσω. Με τη σόμπα σβηστή από οικονομία ή από συνήθεια. Με το δικό τους συρτάρι γεμάτο σακούλες ορφανεμένες. Με τη δική τους ψυχή γεμάτη έγνοια για τον εγγονό στα ξένα, όπου τίποτα δεν μπορεί να τον φτάσει παρά μονάχα η σκέψη.

«Το ξενάκι μου» έλεγε η γιαγιά και με έσφιγγε στην αγκαλιά της. Κι ας μην με αναγνώριζε τον τελευταίο καιρό. Κι ας ρωτούσε ποια είναι η κοπέλα όταν με πρωταντίκρυζε. Η θεία τής έλεγε. Και εκείνη χωρίς δεύτερη σκέψη ή αμφιβολία άνοιγε πάντα μια διάπλατη αγκαλιά για να χωρέσει όλη την μακρόχρονη απουσία μου. Περισσότερο με ένιωθε παρά με έβλεπε.

Με έσπρωχνε για λίγο μακριά, μια φευγαλέα ματιά για την ιδέα και μόνο, για να με ξαναδεχτεί αμέσως μετά. Να ζεστάνει και το άλλο μάγουλο. Έφτιαχνε αμέσως τη μαντίλα σαν η συγκίνηση να την είχε τσαλακώσει. Το τραπέζι στρωνόταν με μιας. Πάνω από τις πλαστικές σακούλες το τραπεζομάντιλο έβγαινε από το συρτάρι κι έντυνε ένα παλιό και χιλιογδαρμένο τραπέζι που αποκτούσε ένα γιορτινό χαμόγελο καλωσορίσματος. Καθόταν δίπλα μου. Και ήταν πάντα εκείνες οι δύο ερωτήσεις, που έφερναν ένα κόμπο στον λαιμό μου, και δυο δάκρυα που τα έπνιγε η περηφάνια και ο σεβασμός. «Τρως καλά παιδί μου εκεί στην ξενιτιά;» Λες και τα Χανιά ήταν στην άλλη άκρη του κόσμου. «Ναι, γιαγιά. Μαγειρεύω κιόλας.» Και η γιαγιά χαμογελούσε ευχαριστημένη. Μέχρι που μια άλλη ανησυχία συννέφιαζε την ματιά της. «Έχει κρύο εκεί; Να ντύνεσαι καλά. Να μην κρυώσεις.» Τότε ήταν που το φαγητό με έτρωγε αντί να το τρώω. «Και τα γράμματα, πώς πάνε;» Ποτέ δεν ξεχνούσε πως ήμουν φοιτήτρια. Ήταν περήφανη γι' αυτό. Αναγκαζόμουν να φωνάζω. Η ακοή της είχε αδυνατίσει απελπιστικά. Καμιά φορά την καταλάβαινα που ερχόταν όχι από τα βήματα που έσερνε αλλά από το σφύριγμα του απορυθμισμένου ακουστικού που κουβαλούσε τις ελπίδες της για επικοινωνία. «Έχεις φίλους καλούς; Να προσέχεις τις παρέες σου παιδί μου. Ο πιο πολύτιμος θησαυρός. Δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι λένε. Μπορεί να σε επηρεάσουν. Να τους διαλέγεις.» Ένιωθα ευτυχισμένη, αγκαλιασμένη. Μια τρυφερή αγκαλιά με προστάτευε από τους κακούς. Ένα ανάλαφρο αγαπημένο χάδι με σκέπαζε τη νύχτα και έμενε δίπλα μου για να προσέχει τα όνειρά μου μέχρι την αυγή.

Δεν ήταν μόνο η ακοή που έφευγε. Μαζί και η μνήμη. Έμενε μόνο η έγνοια. Την άλλη μέρα οι ίδιες ερωτήσεις. Με την ίδια πάντα σειρά. Κι ερχόταν η ντροπή για την κούραση που η επανάληψη έφερνε.

Στο πρόσωπό της έβλεπα τον πιο προοδευτικό σύμμαχο. «Πρώτα τα γράμματα παιδί μου. Ύστερα η δουλειά. Να είσαι ανεξάρτητη. Κι έχει ο θεός για το παλικάρι. Η ομορφιά φεύγει. Να είναι καλός. Να σ' αγαπά παιδί μου.» Αχ, γιαγιά να μπορούσα να σου ανοίξω την καρδιά μου. Να σου δείξω τις πληγές πάνω στο χρησιμοποιημένο κορμί μου και να κλάψουμε μαζί για την παρθενιά της ψυχής που χάθηκε. Με την αγάπη σου γιαγιά γέμιζες τα χέρια μου με δώρα. Σμύρνα, χρυσό και λιβάνι για το παλικάρι. Έσβηνες τα σημάδια από το κορμί μου, με επούλωνες και με έντυνες νυφούλα.

Λίγες οι μέρες που έμενα. Δεν άντεχα το παραπάνω. Γεμάτη φούρια έτρεχε πάνω κάτω να ετοιμάσει το δέμα. Το συρτάρι με τις πλαστικές σακούλες άνοιγε και η φύλαξή τους δικαιωνόταν. Γινόταν προέκταση της φροντίδας της, ίσως ακόμα και της ίδιας της παρουσίας.

Μόνο που αυτή τη φορά γιαγιά θα σε βρω στο νοσοκομείο. Σπασμένο το πόδι. Θρυμματισμένο το λογικό. Μονάχα η έγνοια απόμεινε. Σ' ένα θάλαμο με αγνώστους να ανησυχείς που δεν φοράς την κυλόττα σου. Δεν είναι το πόδι που πονά. Είναι που σου πήραν τη μαντίλα. Είναι που δεν θα έχεις τις σακούλες για να μου δόσεις κάτι από σένα. Λες και η αγάπη δεν θα ήταν ποτέ αρκετή. Είναι που τώρα γιαγιά μετά το φιλί σου, μετά την ερώτηση, «τρως καλά παιδί μου στην ξενιτιά;», δεν θα με θυμάσαι γιαγιά. Θα αναρωτιέσαι ποια είναι αυτή η κοπέλα. Η αγκαλιά δεν θα ανοίγει. Σ' έναν άλλο κόσμο τώρα πια. Πήρες και την αγάπη σου μαζί. Αφήνεις τα χέρια μου άδεια, τα όνειρά μου απροστάτευτα, το παλικάρι δεν φαίνεται και κανείς δεν με ντύνει νυφούλα.

Τώρα θα έπαιρνα τη σακούλα γεμάτη σκουπίδια. Πρόσεξες την σπατάλη; Κάποτε τα σκουπίδια ήταν λιγότερα. Όχι γιατί οι άνθρωποι ήταν λιγότεροι αλλά γιατί είχαν καλύτερη αίσθηση της οικονομίας. Δεν περίμεναν να ικανοποιηθούν μέσα από την αλλαγή. Τα πράγματα είχαν αξία. Σε συντρόφευαν. Όπως και οι άνθρωποι. Τώρα οι άνθρωποι χάθηκαν. Μαζί και οι αξίες. Κι αυτοί που δεν χάθηκαν μίκρυναν. Όπως εσύ γιαγιά. Έκανες το κρεβάτι να μοιάζει τόσο μεγάλο. Έμεινες μια σταλιά. Δεν μου φάνηκε παράξενο το σπάσιμο του ποδιού. Τόσο εύθραυστη, θα μπορούσες να είχες γίνει κομμάτια.

Τα σκουπίδια απλώνονται παντού μέσα και έξω από την αίθουσα αναμονής. Ψάχνω για ένα δοχείο απορριμμάτων. Είναι γεμάτο. Αφήνω το άδειο κουτί της πορτοκαλάδας στο πεζοδρόμιο.

— Παρακαλούνται οι επιβάτες για Χανιά να επιβιβαστούν στο λεωφορείο που έρχεται. Θα φύγει αμέσως.

Μαζί του θα φύγω κι εγώ. Κουρασμένη, απογοητευμένη, με τα χέρια άδεια από σακούλες, από δώρα για το παλικάρι. Και να 'ταν άδεια μόνο τα χέρια! Αυτό το κενό μέσα στην καρδιά μου, πώς θα το γεμίσω;


Αθηνά Αθενάκη
Σωσμένο από το mathisis που δεν υπάρχει πια.
Επιμέλεια: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα Pablo Picasso (Head of a Woman, 1962)

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Δύο ιστορίες, Ερμιόνης ΚεχαγιάΦάρος σκιών, Μιχάλη ΓριβέαΘύματα, Λίας ΝικολάουThe Birds Sing As Bells, Twelve Thousand DaysΜέχρι να δω τον Άλκη, Τίτσας ΔιαμαντοπούλουΤα ίχνη του αίματος, Τειρεσία ΛυγερούΟ θησαυρός της Σμύρνης
Ο νέος εφιάλτης, Αναστασίας Ξενοφώντος-ΓαϊτάνουClub Killaz, Γιάννη ΤζανήΊχνη στα όνειρα, Γιώργου ΠαναγιωτίδηΜικροί μαθητές της ζωής, Μαρίας ΠαπακωνσταντίνουΟ Αρσάμης της Περσίας, Αντώνη ΞυραφάΥπεράνω πάσης υποψίας, Θεοχάρη ΛιβιεράτουΦρούτα στο πιάτο και άλλες τρυφερότητες, Νένας Φιλούση
Τα αχνά φώτα της Μάρφα, Νίκος ΤσιπόκαςΤο όνομα του έρωτα, Δημήτρη ΜπαλτάΜια ανάσα πριν το τέλος, Χρήστου ΠαπαδημητρίουΘα τα πω όλα στον Θεό, Κώστα ΓραμματικόπουλουΠικραλίδα, Κικής ΣαλαμούραΓιαννέσα, Παρασκευής ΜπακέλλαΕίκοσι τσουβάλια λίρες, Θεοφάνη Παπαδόπουλου