Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Κυκλοφορεί ήδη το συλλογικό έργο, με κείμενα που διαγωνίστηκαν, από τις εκδόσεις Δερέ. *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Χαμένες ημέρες μιας μαύρης ηπείρου * Πάροδος * Μέτοικοι καιροί * Στην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις * Η ανταλλαγή * Η ζωή αλλιώς * Η αλήθεια μου... η μισή * Μαθήματα εμπιστοσύνης ** Ποίηση: Cyborg Sapiens * Αβινιόν * Ευτελή τιμαλφή: Σονάτες και καντάτες ** Διηγήματα: Βραχέα ρήματα: Επτά μικρές ιστορίες * Ξιπασμένες νοικοκυρές ** Άλλα: Ψίθυροι από μια άλλη ζωή * Μπίτερ λοβ & μαύρες γάτες * Συνοικία Αγία Φωτεινή * Έξι τίτλοι των εκδόσεων Εκλυστής * Οδηγός βικτωριανής απόλαυσης * Ο Κεκλημένος ** Νουβέλες: Η μέρα του καρναβαλιού * Οι πυγολαμπίδες θα λάμπουν στο σκοτάδι (για πάντα) * Διαμέρισμα με αριθμό 7 * Τα κόκκινα παπούτσια * Επί –θεμάτων, γευμάτων και αισθημάτων– κοινωνία

Τρίτη 10 Μαΐου 2022

Το βραβείο


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Στο γυρισμό από τη βιβλιοθήκη για το σπίτι η Ελένη ήταν πολύ προβληματισμένη. Στη σοφίτα του πατρικού της είχε βρει ένα παλιό κουτί με ένα ποίημα κι ένα βραβείο που ανήκαν σ' έναν ποιητή φάντασμα. Τα μυστήρια και τα μυστικά δεν είχαν θέση στη ζωή που είχε ζήσει μεγαλώνοντας και όλο αυτό τώρα, αυτή η γεμάτη απορίες και ανεξήγητα ερωτήματα κατάσταση, της προκαλούσε σύγχυση.
    Υπήρχε πάντα η επιλογή να πάει κατευθείαν στους δικούς της και να τους ρωτήσει, αλλά όσα ήταν γραμμένα στην πίσω πλευρά του ποιήματος την σταματούσαν. Κι αν ήταν κάποιο επτασφράγιστο μυστικό; Αν ξεσήκωνε στα καλά καθούμενα μια θύελλα μετά από τόσα χρόνια στο ευτυχισμένο σπιτικό των γονιών της; Και τώρα! Σ' αυτή την ηλικία που ήταν και οι δυο τους, στο ηλιοβασίλεμα της ζωής τους; Λες και δεν τους έφτανε η έννοια της που στα καλά καθούμενα είχε διαλυθεί το δικό της σπίτι. Να δημιουργούσε προβλήματα κι αλλού; Κι αυτός ο ποιητής φάντασμα, από πού να ξεπήδησε και τι σχέση να είχε με τους δικούς της; Από την άλλη δεν ήταν και τόσο σίγουρη αν ήταν φίλος και των δυο. Το γράμμα ήταν ερωτικό. Τι δουλειά να είχε ο πατέρας της με το ερωτικό γράμμα; Αλλά και η μητέρα της; Δεν φοβόταν μήπως αποκαλυφθεί κάτι, αν έβρισκε κάποιος το κουτί, όπως αυτή τώρα; Όμως ήταν τόσο ευτυχισμένοι οι γονείς της. Και η μητέρα της τής είχε πει κάποτε πως ο πατέρας της ήταν η πρώτη της αγάπη. Τι μπέρδεμα ήταν αυτό! Ίσως έπρεπε να ψάξει λίγο καλύτερα στο πατρικό της μήπως έβρισκε εκεί κι άλλα έργα του ποιητή Θαλασσινού ή κάτι τέλος πάντων που να διαφωτίζει λίγο όλη αυτή την κατάσταση. Αυτή η απόφαση τη συνόδευσε ως το τέλος της διαδρομής.
    Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και πέρασε στο μεγάλο σπίτι. Θυμήθηκε τότε που ήταν ελεύθερη, αυτή και η αδερφή της, και ο ερχομός τους στο σπίτι συνοδευόταν πάντα από τα γέλια και τις αγκαλιές της μητέρα της. Ολόκληρες γυναίκες κι όμως στα μάτια της ακόμα φάνταζαν σαν μαθητριούλες του δημοτικού. Καταιγισμός από μητρικές ερωτήσεις, αν είχαν φάει, αν ήθελαν καφέ, αν ήταν κουρασμένες, πώς ήταν η μέρα τους... Το πρώτο μισάωρο το περνούσαν στην κουζίνα μαζί της. Απαντούσαν σ' όλες της τις ερωτήσεις κι εκείνη με τη σειρά της τους έλεγε τα νέα του σπιτιού. Πόσο πιο εύκολα θα ήταν όλα αν γυρνούσε ο χρόνος πίσω. Πόσο πιο ανώδυνος θα ήταν ο χωρισμός της αν μπορούσε κάποιες φορές να κουρνιάσει στην αγκαλιά της να κλάψει και να παραπονεθεί.
    Αλήθεια, μ' αυτήν την ανακάλυψη των τελευταίων δύο ημερών είχε ξεχάσει και τον χωρισμό της. Αυτό το μυστήριο λειτουργούσε λίγο και σαν κατασταλτικό των πληγωμένων συναισθημάτων της. Ανέβηκε αργά τα σκαλιά που οδηγούσαν στο πάνω μέρος του σπιτιού και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο της μητέρας της. Άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στο άδειο από χρόνια δωμάτιο. Οι δικοί της σπάνια έρχονταν πια στην Βούλα. Τελευταία φορά, αν θυμόταν καλά, ήταν πρόπερσι το φθινόπωρο, που είχαν έρθει για να γιορτάσουν την είσοδο του γιου της στη στρατιωτική σχολή. Τότε είχαν μαζευτεί όλοι στο πατρικό σπίτι κι αυτή με την μητέρα και την αδερφή της είχαν οργανώσει ένα μοναδικό τραπέζι. Συγγενείς και φίλοι αγαπημένοι, όσοι ήθελαν κι όσοι αγαπούσαν, ήταν καλεσμένοι στη χαρά του παιδιού τους και το παλιό σπίτι έλαμπε από πάστρα και νοικοκυριό και η μουσική και τα γέλια γέμιζαν τον αέρα. Πόσο όμορφες στιγμές! Πόσο ζεστές και ανθρώπινες. Τώρα, αυτή μόνη της παρέα με τις αναμνήσεις της προσπαθούσε να πάει τη ζωή της μια εποχή παρακάτω.
    Μια μυρωδιά λεβάντας ξεχύθηκε στον χώρο σαν άνοιξε τη ντουλάπα της μητέρας της. Παραμέρισε τα ελάχιστα ξεχασμένα ρούχα και είδε τα κρεμασμένα από γάζα σακουλάκια γεμάτα με το μυρωδικό φυτό. Η Ελένη θυμόταν τόσο έντονα αυτή τη μυρωδιά. Οι πετσέτες, τα λινά, τα κλινοσκεπάσματα... Όλα, μα όλα, τα ρούχα του σπιτιού είχαν πάντα μια διακριτική ευωδιά λεβάντας, σφραγίζοντας έτσι τη φροντίδα και τ' άγγιγμα της μητέρας της. Με συστολή και σεβασμό άρχισε να ψάχνει στο πάνω ράφι της ντουλάπας. Δεν ήξερε αν πραγματικά ήθελε να βρει κάτι ή όχι. Έψαξε αρκετή ώρα. Τίποτα όμως δεν βρήκε που να συνδέεται με τον ποιητή ή το γράμμα που κρατούσε στα χέρια της. Μήτε στα πάνω ντουλάπια, μήτε στα κομοδίνα, ούτε στα συρτάρια της τουαλέτας, αλλά ούτε και στο πατάρι που ήταν εντελώς άδειο. Κάθε φορά που τελείωνε το ψάξιμο τακτοποιούσε τα πράγματα όπως ήταν πριν. Ώρες ώρες είχε την αίσθηση πως θα έμπαινε μέσα η μητέρα της και θα τη ρωτούσε: «Ελένη! Τι ψάχνεις παιδί μου;».
    Χαμογέλασε η Ελένη σ' αυτή της τη σκέψη, αλλά και ντράπηκε λίγο. Αλήθεια τι θα της έλεγε; Τελειώνοντας το ψάξιμο, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταξε ένα γύρω το δωμάτιο. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ, σκέφτηκε. Άδικα χάνω τον
χρόνο μου. Δεν άφησα σημείο που να μην το κοιτάξω. Ήταν έτοιμη να σηκωθεί να φύγει, όταν τα μάτια της έπεσαν πάνω στο μικρό σκαμπό. Μα βέβαια, πώς δεν είχε σκεφτεί το σκαμπό; Ήξερε πως ήταν κούφιο μέσα και η μητέρα της συνήθιζε να βάζει εκεί πράγματα που δεν ήθελε να χαθούν. Κανείς ποτέ δεν τόλμησε να πλησιάσει μήτε έστω και να αναρωτηθεί τι φυλούσε η μητέρα της εκεί μέσα. Πλησίασε και σήκωσε το κάλυμμα που το σκέπαζε. Από κάτω είδε το χρυσό μαξιλαράκι να προβάλλει σαν καινούριο. Τόσα χρόνια κρυμμένο και σκεπασμένο με το κάλυμμα, είχε καταφέρει να κρατήσει τη λάμψη της πρώτης του νιότης. Απέμεινε για μια στιγμή ακίνητη να το χαζεύει. Θαύμαζε τον τρόπο που είχε η μητέρα της να σταματά τον χρόνο στα πράγματα που αγαπούσε.
    Πήρε μια βαθιά ανάσα και ανασήκωσε το μικρό μαξιλάρι. Από κάτω πρόβαλε μια κομψή κρύπτη. Είχε ένα μικρό πορτάκι που ήταν όμως κλειδωμένο. Η Ελένη κοντοστάθηκε σκεφτική. Θα το άνοιγε ή όχι; Ήταν ο προσωπικός χώρος της μητέρας της. Είχε αυτό το δικαίωμα; Όμως ήταν αρκετά αργά για να κάνει πίσω. Δεν ήταν μόνο η περιέργεια για όλη αυτή την ιστορία, αλλά το αγκάθι ότι ίσως την αφορούσε κάτι. Έτρεξε κάτω στην κουζίνα και πήρε από το συρτάρι το κατσαβίδι, που είχε χρησιμοποιήσει και την προηγούμενη για να ανοίξει το μικρό σκαλιστό κουτί. «Αρχίζω και νιώθω σαν διαρρήκτης» είπε ενοχικά, ενώ ένα κρακ μαρτύρησε τον θάνατο της παλιάς κλειδαριάς. Δίστασε μόνο για μια στιγμή, για μια στιγμή μόνο, και αμέσως μετά άνοιξε το πορτάκι της μικρής κρύπτης.
    Υπάρχουν στιγμές στη ζωή κάθε ανθρώπου όπου μυστικά και καταστάσεις είναι έτοιμα να του φανερωθούν. Πράγματα και ιστορίες από καιρό ξεχασμένες, που ξαφνικά αποτινάσσουν από πάνω τους την αόρατη σκόνη, που τις έκρυβε από τα μάτια των ανθρώπων και υποκλίνονται αλήθειες γυμνές πια μπροστά στα μάτια του κάθε ενδιαφερόμενου. Το βάρος πέφτει σ' αυτόν που θα τ' ανταμώσει, αν θα σταθεί εκεί ή αν θα τα προσπεράσει. Το σίγουρο είναι πως όποια επιλογή κι αν κάνει κανείς θα τον ακολουθεί για πάντα. Τα μάτια της Ελένης έμειναν ορθάνοικτα μη θέλοντας να δεχτούν αυτό που και η ίδια ψιθυριστά απευχόταν. Την μία μετά την άλλη, έβγαλε μέσα από τη μικρή φυλακή έξι ποιητικές συλλογές. «Δακρυσμένοι βράχοι», «Ορφανά αραξοβόλια», «Στίχοι ημιτελείς», «Ναυαγοί ονείρων», «Πληγωμένοι γερανοί», «Αξόδευτο γκρίζο». Όλες με την υπογραφή Ορέστης Θαλασσινός. Κρατούσε τα βιβλία στα χέρια της χωρίς να μπορεί να ξεκαθαρίσει πώς ένιωθε. Χαρά που κάτι χαμένο από χρόνια είχε βρεθεί ή φόβο για το τι συνέδεε αυτό τον άνθρωπο με τη μητέρα της. Η μητέρα της που τόσα χρόνια κοιτούσε στα μάτια τον πατέρα της με λατρεία. Που δεν του είχε αντιγυρίσει κουβέντα ποτέ. Η κοινή τους ζωή έδειχνε τόσο αρμονική. Αλλά κι εκείνος, Μυρτώ μου έλεγε κι έσταζε το στόμα του ροδόνερο. Μυρτούλα μου, φώναζε κι ανθίζανε οι πασχαλιές στην αυλή τους.
    Κοίταξε τις ημερομηνίες έκδοσης των ποιητικών συλλογών. 1958, 1960, 1961, 1963, 1964, 1966. Η τελευταία ήταν οι «Πληγωμένοι γερανοί». Άρχισε να φυλλομετρά το παλιό βιβλίο με τρεμάμενα χέρια. Στη σελίδα τριάντα εννιά το βρήκε. «Ο πράσινος αστερίας». Διάβαζε και διάβαζε, και οι λέξεις σαν να ζωντάνεψαν και βγήκαν από τη σελίδα. Τα μικρά καλλιγραφικά γράμματα με τις ψιλές και τις δασείες να ίπτανται από πάνω τους. Όλα έστησαν έναν τρελό χορό γύρω της. Οι στίχοι έγιναν νήματα κι άρχισαν να πλέκουν ένα πέπλο. Το άρωμα των περασμένων χρόνων γέμισε το δωμάτιο. Το κιτρίνισμα των φύλλων θάμπωσε τα τζάμια της μπαλκονόπορτας. Ο αέρας όλο και λιγόστευε. Η Ελένη ακίνητη σαν σε όνειρο γινόταν μέρος μιας μυσταγωγίας ακατάληπτης, ανήμπορη ν' αντιδράσει. Γύρισε στην αρχή του βιβλίου. Στο εσώφυλλο ο ίδιος γραφικός χαρακτήρας μ' αυτόν που ήταν γραμμένο το γράμμα που είχε βρει. Διάβασε ψιθυριστά, σαν να ήταν ύβρις να φωνάξει, «Στη μούσα μου, το λυκαυγές της ύπαρξής μου και τελευταίο μου αποχαιρετισμό». Ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε και το βιβλίο έπεσε από τα χέρια της Ελένης. Ένας πολύ δυνατός άνεμος είχε ξεμανταλώσει τα παραθυρόφυλλα της μπαλκονόπορτας και τα καταχτυπούσε στον τοίχο. Η Ελένη άνοιξε τα τζάμια και βγήκε έξω στο μπαλκόνι. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και χοντρές ψιχάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν στο πρόσωπό της. Ένας κεραυνός έσκισε στα δυο τον σκοτεινό ουρανό και μια καλοκαιρινή μπόρα ήρθε να εδραιωθεί για πολλή ώρα στο πριν από λίγο καλοκαιρινό σκηνικό.


Copyright © Σταυρούλα Δεκούλου All rights reserved
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Εξώφυλλο: Ράμπα Τάμπα (Άγγελος Μαρίνου)
Η νουβέλα της Σταυρούλας Δεκούλου, Το βραβείο, δημοσιεύεται κατ' αποκλειστικότητα στο koukidaki σε συνέχειες. Διαβάστε το έκτο μέρος.

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Η ανταλλαγή, Νίκου ΤσουρλάκηΑβινιόν, Χρυσής ΓιάντσιουΣτην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις, Νέλλης ΣπαθάρηΈξι τίτλοι από τις εκδόσεις ΕλκυστήςCyborg Sapiens, Δημήτρη ΟρφανίδηΒραχέα ρήματα: Επτά μικρές ιστορίες, Παναγιώτη ΚωνσταντόπουλουΜέτοικοι καιροί, Νίκου Σκορίνη
Τα κόκκινα παπούτσια, Μαρίνας Ξένου-ΚασσιανούΟδηγός βικτωριανής απόλαυσηςΟ Κεκλημένος, Ελένης ΣέννοιαΜπίτερ λοβ & μαύρες γάτες, Γεωργίας ΣύκαΣυνοικία Αγία Φωτεινή, Κωνσταντίνου ΓρηγοριάδηΟι πυγολαμπίδες θα λάμπουν στο σκοτάδι (για πάντα), Θεόδωρου ΟρφανίδηΞιπασμένες νοικοκυρές, Έφης Καραμπά
Επί –θεμάτων, γευμάτων και αισθημάτων– κοινωνία, Μαρίας ΑποστολάκουΗ αλήθεια μου... η μισή, Έλλη ΞυρούΕυτελή τιμαλφή: Σονάτες και καντάτες, Γιώργου ΚαριώτηΨίθυροι από μια άλλη ζωή, Αθανάσιου ΔαββέταΗ ζωη αλλιώς, Αναστασίας Ξενοφώντος-ΓαϊτάνουΔιαμέρισμα με αριθμό 7, Καίτης ΔροσίνηΜαθήματα εμπιστοσύνης, Φίλιππου Πισσαλίδη