Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ e-books ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο –παρακολουθείτε όλα τα είδη– ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθοπλασίες: Η εφημερίδα της λέσχης των φαντασμάτων * Στο Camping: Πυρ, γυνή και θάλασσα * Ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις καλαμιές * Πέρα από το σύμπαν των χρωμάτων * Προς ομοίωσιν: Η Ερημούπολη των ονείρων, Μέρος 1ο * Η πρώτη συνάντηση * Το νησί και ο τελευταίος τουρίστας * Μια χαραμάδα στο όνειρο * Το μυστικό της αθανασίας * Το αμπέλι της θάλασσας * Οκτώ νέοι τίτλοι από τις εκδόσεις Ελκυστής * Η Αγάπη στο διαδίκτυο * Και τα σημάδια πού είναι; * Ο Χρυσόγλωσσος ** Πεζογραφίες: Ταμπουίνος * Η κοινοτοπία της βίας ** Αφηγήματα: Πεζοπορία στις νεφέλες ** Ποίηση: Ανθρακωρύχοι ψυχών

Ο Dylan και η πολιτική διαμαρτυρία

Masters of War: Το σημαντικότερο τραγούδι του Bob Dylan το 2025

Masters of War, Bob Dylan

Γίνεται πολύς λόγος τελευταία γύρω από το αν είναι «κατάλληλη» η μουσική, οι μουσικοί και οι δηλώσεις τους. Το ντουέτο από την Αγγλία που ακούει στο όνομα Bob Vylan έχει δει συναυλίες του να ακυρώνονται εξαιτίας του συνθήματος Death to the IDF.* Οι Kneecap, επίσης, βρέθηκαν ακόμα και στο εδώλιο του δικαστηρίου για την προκλητική ατάκα A good Tory, is a dead Tory, ανάμεσα σε άλλες ανατρεπτικές δηλώσεις. Και παρόλο που αυτές οι ατάκες όντως προκαλούν αμηχανία στον γενικό πληθυσμό, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Στην πραγματικότητα, αυτό το αίσθημα αναστάτωσης είναι ένα ζωτικό στοιχείο της τέχνης.

Στη δεκαετία του '60, ο Bob Dylan έκανε αυτό το αίσθημα σχεδόν σήμα κατατεθέν. Η πένα του προκαλούσε ανησυχία πάρα πολύ εύκολα. Στο τσακ που λένε. Σε ηλικία μόλις 21 ετών, στα τέλη του 1962, αυτός ο περιπλανώμενος τροβαδούρος έγραψε μερικούς απλούς, ωμούς στίχους που, όμως, πέρασαν στην ιστορία:
And I hope that you die
And your death will come soon
I'll follow your casket
By the pale afternoon
And I'll watch as you’re lowered
Down to your deathbed
And I'll stand over your grave
'Til I'm sure that you're dead
Ακόμη και σήμερα, αυτή η στροφή γδέρνει σαν ξύρισμα κόντρα. Ήταν χωρίς αμφιβολία ένα ωμό και αμείλικτο στιλέτο στραμμένο προς το φιλοπόλεμο κατεστημένο. Όμως, σε αντίθεση με τη σημερινή αντίδραση απέναντι στη θαρραλέα καλλιτεχνική αμφισβήτηση, τότε δεν υπήρξε ανάλογος σάλος για την «ευπρέπεια» του Dylan στους διαδρόμους της εξουσίας. Δεν υπήρξε βέβαια και κανένα κάλεσμα να συλληφθεί για την καλλιτεχνική του διαμαρτυρία, ούτε και καμιά κατηγορία εναντίον του πως υποκίνησε βία. Με αυτούς τους στίχους, ο Bob Dylan αναμφίβολα διέσχισε την ίδια λεπτή κόκκινη γραμμή που κατηγορούνται σήμερα ότι διέσχισαν οι Vylan και οι Kneecap – αλλά με 2,7 εκατομμύρια στρατιώτες έτοιμους να σταλούν στο Βιετνάμ (απ' τους οποίους 58.220 δεν γύρισαν ποτέ πίσω) και με έναν συνολικό απολογισμό από ένα έως τρία εκατομμύρια θύματα από μια άσκοπη σύρραξη, το να περνάς αυτή τη «λεπτή κόκκινη γραμμή» έμοιαζε απολύτως δικαιολογημένη αντίδραση από τον νεαρό –τότε– τραγουδοποιό. Στην πραγματικότητα, αυτή η αυστηρή καταγγελία του Dylan όχι μόνο δεν καταδικάστηκε, αλλά έγινε αντιθέτως, αντικείμενο θαυμασμού από πολύ περισσότερους ανθρώπους απ' όσους έχει εμπνεύσει η σημερινή οργή. Η οργή του Dylan συνεχίζει να γιορτάζεται ως ευλογία για τη σύγχρονη κοινωνία. Το ίδιο αυτό πνεύμα του πάθους και της αλήθειας συνέβαλε:
Στην απονομή του Νόμπελ λογοτεχνίας στον Dylan,
Στην απελευθέρωση ενός αθώου που είχε καταδικαστεί άδικα για φόνο,
Και σε μια ολόκληρη γενιά νέων που πίστεψαν πως ίσως κι εκείνοι μπορούσαν να επηρεάσουν έναν κόσμο που συστηματικά τους υποτιμούσε.

Αυτή είναι μια κληρονομιά που μόνο ένας ανόητος ή κάποιος με προσωπικά συμφέροντα θα τολμούσε να αρνηθεί. Ακόμα και η κυβέρνηση που τόσο λυσσαλέα κατηγορούσε ο Dylan ως ανίκανη, τελικά τον τίμησε με το Μετάλλιο της Ελευθερίας το 2012. Κατά την απονομή, ο Barak Obama τον αποκάλεσε «φάρο ελπίδας». Παρά τους στίχους του, που τάραξαν τη συνείδηση της κοινωνίας, ο Dylan γιορτάζεται διαρκώς ως είδωλο ακριβώς εξαιτίας αυτής της ίδιας αναστάτωσης που σήμερα μας προκαλεί αγανάκτηση.

Φαίνεται πως ο ατημέλητος τροβαδούρος είχε καταλάβει κάτι που σήμερα δεν μπορούμε μάλλον να το κατανοήσουμε: η πολιτισμική έκφραση οφείλει μερικές φορές να είναι απρεπής, να είναι δυσάρεστη και να είναι ακόμα και επικίνδυνη, αν πρόκειται να ταρακουνήσει μια κοινωνία που υπνοβατεί, που είναι νωθρή και που βρίσκεται σε καταστολή. Το 1963, είχε θεωρηθεί ότι οι στίχοι του Dylan δεν συνιστούσαν πραγματική απειλή για την ασφάλεια, ενώ ο πόλεμος που κατήγγειλαν, συνιστούσε –όπως αποδείχθηκε– πάνω από ένα εκατομμύριο περιττούς θανάτους μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Με αυτή την έννοια, το Masters of War παραμένει περήφανα ένας φάρος αλήθειας, αποδεικνύοντας πως το 2025, η αληθινή προσβολή δεν είναι με τίποτα το σύνθημα που φωνάζει ένα punk συγκρότημα σε μια συναυλία. Η αληθινή προσβολή είναι οι εγκεκριμένες δολοφονίες που οι στίχοι αυτοί, όσο αδέξιοι –που δεν είναι– κι αν ακούγονται, προσπαθούν να αποκαλύψουν. Ο ύστερος καπιταλισμός έχει αποστειρώσει τόσο τη διαμαρτυρία που κάποτε εκπροσωπούσε ο Dylan, ώστε να μπορούμε να τον αποθεώνουμε ως ήρωα, την ίδια στιγμή που λογοκρίνουμε εκείνους που προσπαθούν να βαδίσουν στα χνάρια του, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τη συνενοχή μας στην καταπίεση.

Όταν ο Bob Dylan έγραψε το Masters of War, το 1962, η Αμερική δεν είχε ακόμα βυθιστεί πλήρως στον βούρκο του πολέμου του Βιετνάμ. Όμως η μυρωδιά του αίματος και του κέρδους είχε ήδη αρχίσει να πλανάται πάνω από τα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων, τις αίθουσες συνεδριάσεων της Washington και τις σκιές των πολεμικών εργολάβων. Ο Dylan, νεαρός ακόμα, σηκώθηκε και φώναξε:
Come you masters of war
You that build the big guns
You that build the death planes
You that build all the bombs
You that hide behind walls
You that hide behind desks
I just want you to know
I can see through your masks.
Η διαμαρτυρία του δεν ήταν ούτε φιλολογική, ούτε κομψή, αλλά ήταν οργισμένη, σκοτεινή και θυμωμένη. Το Masters of War είναι ίσως η πιο λυσσαλέα πολιτική καταγγελία που καταγράφηκε ποτέ στη δυτική rock κουλτούρα. Ο τόνος του δεν είναι αυτός της παρηγορητικής προσευχής, αλλά της προειδοποιητικής κατάρας. Δεν απευθύνεται στην αφηρημένη έννοια της εξουσίας, αλλά στους masters of war, που έχουν ονόματα και διευθύνσεις. Απευθύνεται στους απανταχού εμπόρους του θανάτου.

Η ανάδειξη του Masters of War όχι απλώς ως ιστορικού ντοκουμέντου αλλά ως επίκαιρης –αν όχι διαρκώς επίκαιρης– κραυγής, δείχνει την αποτυχία των δυτικών κοινωνιών να μεταβολίσουν ουσιαστικά τα μηνύματα της πολιτισμικής διαμαρτυρίας που οι ίδιες χειροκρότησαν εκ των υστέρων. Ο Dylan στο Masters of War δεν είναι απλώς ένας αγανακτισμένος νέος. Είναι ο ίδιος ο καθρέφτης του συστήματος που του απευθύνεται, ένας καθρέφτης που δεν παραμορφώνει, δεν καλλωπίζει και δεν εξευγενίζει: δείχνει γυμνή την απανθρωπιά της εξουσίας που διατάζει, σκοτώνει και μετά ζητά σεβασμό, όλα στο όνομα κάποιας ανώτερης πολιτικής αναγκαιότητας.

Σήμερα υμνούμε τον Dylan, φορώντας μπλουζάκια με στίχους του, σαν κοσμικές γραφές, αλλά δαιμονοποιούμε κάθε νέο καλλιτέχνη που εκφράζει ανάλογη οργή, που σηκώνει ανάστημα σε γενοκτονίες, ιμπεριαλισμούς και κρατική βία. Το Masters of War, αν γραφόταν το 2025, δεν θα αποθεωνόταν. Πιθανότατα θα κατέληγε ως κατηγορητήριο σε κάποιο δικαστήριο ή θα έπεφτε θύμα ακύρωσης από πλατφόρμες και διοργανωτές συναυλιών. Έτσι όμως, πρέπει να είναι, η ουσία της καλλιτεχνικής διαμαρτυρίας: να μην είναι ευχάριστη, να μην είναι ισορροπημένη και να μη λέει αυτό που θέλουν να ακούσουν οι ισχυροί. Ο Dylan, όπως και οι σημερινοί Bob Vylan ή οι Kneecap, δεν γράφουν για να προσκαλούνται σε θεσμικά δείπνα, αλλά για να χυθεί φως στις βρoμερές γωνιές του κόσμου μας. Το τραγούδι Masters of War έχει μείνει στην Ιστορία όχι γιατί εκφράζει μια γενική αντίθεση στον πόλεμο –πολλά το κάνουν αυτό– αλλά γιατί κατονομάζει ευθέως τους ενόχους, τους εξουσιαστές, τους πολιτικούς, τους εμπόρους όπλων, εκείνους που κρύβονται πίσω από γραβάτες, χαμόγελα και διατάγματα. Και, ίσως, το πιο τρομακτικό από όλα αυτά είναι πως εξήντα και πλέον χρόνια μετά, αυτοί οι masters of war εξακολουθούν να ζουν, να κυβερνούν, να διαμορφώνουν τον κόσμο και να μη λογοδοτούν σε κανέναν.

Η μουσική διαμαρτυρίας δεν γεννήθηκε με τον Dylan, ούτε τελείωσε με αυτόν. Αλλά αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι η ικανότητά του να ισορροπεί ανάμεσα στο αρχέγονο αίσθημα του θυμού και τη στοχαστικότητα της ποίησης. Ο Johnny Cash, για παράδειγμα, τραγούδησε για τον πόνο και την αδικία με μια πιο χαμηλόφωνη αξιοπρέπεια. Το Man in Black είναι εξίσου πολιτικό, αλλά απευθύνεται στη συνείδηση με έναν τρόπο πιο κατανυκτικό, σχεδόν χριστιανικό. Ο Cash φοράει μαύρα «για τους φτωχούς και τους χαμένους», ενώ ο Dylan ουρλιάζει κατάμουτρα στους δολοφόνους.

Από την άλλη, οι Rage Against the Machine, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, θα φέρουν τον πολιτικό θυμό στα άκρα του. Ο Zack de la Rocha δεν τραγουδάει. Φωνάζει. Το Killing in the Name δεν αφήνει περιθώρια παρανόησης. Είναι η φωνή της βίας που αναδύεται από τη χρόνια καταπίεση. Όπως και ο Dylan, έτσι και οι Rage δεν απευθύνονται σε αφηρημένες έννοιες, αλλά σε συγκεκριμένους αποδέκτες: αστυνομικούς, ρατσιστές, πολιτικούς. Και σήμερα, οι Άγγλοι Bob Vylan δεν φοβούνται να πουν Death to the IDF ή να εκθέσουν ευθέως την σύγχρονη μορφή της θεσμικής βίας. Οι Ιρλανδοί Kneecap, οι Ρωσίδες Pussy Riot, όλοι και όλες συνεχίζουν την παράδοση της πολιτικής πρόκλησης με ήχους σκληρούς, με λόγο καυστικό και παρουσία δημόσια. Όμως, αντί να αναγνωριστούν όπως ο Dylan, αντιμετωπίζουν συλλήψεις, ακυρώσεις συναυλιών και δαιμονοποίηση. Τι άλλαξε;

Η απάντηση ίσως βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία εξημερώνει τα σύμβολα διαμαρτυρίας με το πέρασμα του χρόνου. Ο Dylan τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ και το Προεδρικό Μετάλλιο Ελευθερίας. Το ίδιο τραγούδι που κάποτε σόκαρε, σήμερα διδάσκεται στα σχολεία και είναι πλέον κλασικό. Η ένταση έχει μετατραπεί σε παράδοση. Όμως η πολιτική μουσική δεν υπάρχει για να τιμάται.
Υπάρχει για να ενοχλεί. Στην ουσία, το Masters of War γίνεται σήμερα αντικείμενο θαυμασμού από την ίδια την εξουσία που κάποτε στόχευε. Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο παράδοξο: ενώ οι νεότεροι καλλιτέχνες, που μιλούν με την ίδια οργή λογοκρίνονται ή απομονώνονται, ο Dylan έχει γίνει αποδεκτός από την κυρίαρχη κουλτούρα. Μπορούμε να τραγουδάμε για τους masters of war στις τελετές μνήμης, αρκεί να μην κατονομάζουμε τους τωρινούς. Το Masters of War δεν είναι απλώς τραγούδι. Είναι ένα δοκίμιο με νότες. Μας θυμίζει ότι ο πολιτικός λόγος στην τέχνη δεν είναι χρέος προς τη διακριτικότητα ή τον ρεαλισμό. Είναι χρέος προς την αλήθεια, ακόμα κι αν αυτή είναι αποκρουστική. Ο Dylan δεν τραγούδησε με στίχους απλώς τον θυμό μιας γενιάς, αλλά τους τον έδωσε ως όπλο. Αυτό ακριβώς επιχειρούν σήμερα καλλιτέχνες όπως οι Bob Vylan ή οι Kneecap: να ξαναδώσουν στον θυμό φωνή. Όχι για να γίνουν αποδεκτοί, αλλά για να ακουστούν. Και αν η κοινωνία δεν μπορεί να δεχτεί τη σκληρότητα των λόγων τους, αυτό δεν λέει περισσότερα για την τέχνη. Λέει περισσότερα για την κοινωνία.

Επίλογος
Το Masters of War παραμένει, το 2025, ένα θεμέλιο πολιτικής αντίστασης μέσα από την τέχνη. Δεν είναι απλώς ιστορικό τεκμήριο μιας εποχής. Είναι ζωντανός οδηγός ηθικού ξεσηκωμού. Όσο υπάρχουν εξουσίες που πλουτίζουν από το αίμα των άλλων, τόσο η ανάγκη για τέτοια τραγούδια θα είναι απαραίτητη. Ή, όπως θα έλεγε ο ίδιος ο Dylan: «Δεν χρειάζεται να είσαι ο καιρός για να δεις προς τα πού φυσάει ο άνεμος.». Αρκεί να έχεις τα μάτια σου και τα αυτιά σου ανοιχτά.



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε φωτογραφία Leslie Dunkan για το Masters of War του Bob Dylan
* Israel Defense Forces