Ο όρος μεταπολεμική λογοτεχνία χρησιμοποιείται περισσότερο για να δηλώσει το έργο των νέων δημιουργών, που άρχισαν να εκδίδουν τα ποιήματα και τα πεζογραφήματά τους μετά τον τερματισμό του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στη διάρκεια των δεκαετιών του '40 και του '50. Κυρίαρχο ρόλο στο έργο των μεταπολεμικών αυτών λογοτεχνών έχουν τα νεανικά τους βιώματα (πόλεμος, Κατοχή, αντίσταση, εμφύλιες συγκρούσεις) σε συνδυασμό με τον έντονο κοινωνικό προβληματισμό τους. Επηρεασμένοι από το γενικότερο πνεύμα της εποχής, που χαρακτηριζόταν από έντονη ιδεολογική αντιπαράθεση και από κοινωνικούς αγώνες, αναφέρθηκαν κυρίως σε θέματα άμεσου κοινωνικού ενδιαφέροντος.
Στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, του '60 και του '70, οι περισσότεροι μεταπολεμικοί ποιητές ανέπτυξαν κριτική διάθεση απέναντι στα ιστορικά γεγονότα και στα καθημερινά προβλήματα (αστικοποίηση, ψυχική αποξένωση κ.ά.) στην προσπάθειά τους να επαναπροσδιορίσουν τον κοινωνικό ρόλο της ποίησης στη σύγχρονη εποχή. Με τον ίδιο τρόπο, το έργο των μεταπολεμικών πεζογράφων συνδέεται στενά με τη σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα. Οι σημαντικότεροι συγγραφείς δέχθηκαν γόνιμες επιδράσεις από το μοντέρνο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα και υιοθέτησαν νεωτερικές αφηγηματικές τεχνικές.
Η μεταπολεμική λογοτεχνία εμφανίζεται από τα πρώτα χρόνια της Κατοχής και είναι έντονα επηρεασμένη από τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα της εποχής. Η γερμανική κατοχή, η αντίσταση στον κατακτητή, ο Εμφύλιος, οι κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις, τα σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα αφήνουν το στίγμα τους και στον χώρο των γραμμάτων.
Οι μεταπολεμικοί συγγραφείς, όσοι εμφανίστηκαν στην πρώτη επταετία 1943-49, αισθάνονται και συμπεριφέρονται ως νέα γενιά, που έρχεται σε διάσταση με την προηγούμενη, τη «γενιά του '30». Υπάρχει, δηλαδή, η συνείδηση ότι ανήκουν σε άλλο πνευματικό κλίμα και έχουν άλλους ορίζοντες. Το ανανεωτικό στοιχείο στην έκφραση, η ακραία συμβολική γλώσσα –συχνά εύστοχη– και η απόρριψη των κλασικών γνωρισμάτων της πεζογραφίας (μύθος, χαρακτήρες, χρήση διαλόγου) τους τοποθετούσε σε μια πρωτοπορία.
Στον χώρο της πεζογραφίας, οι συγγραφείς που γεννήθηκαν στις δεκαετίες 1920 και 1930 ονομάζονται μεταπολεμικοί πεζογράφοι. Οι περισσότεροι μεταπολεμικοί πεζογράφοι απεικονίζουν την πραγματικότητα με διάθεση κριτική, επιμένουν στην απόδοση των πιο αποκρουστικών πλευρών της, χρησιμοποιούν με επιτυχία τις ρεαλιστικές αφηγηματικές συμβάσεις και την αυτοαναφορικότητα (την τάση δηλαδή να αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο). Κάποιοι επηρεάζονται από τις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής κι εκφράζουν κοινωνικούς προβληματισμούς στα έργα τους (Δ. Χατζής, Σ. Τσίρκας κ.ά.), ενώ μερικοί άλλοι θ' αποφύγουν τη ζοφερή πραγματικότητα, αναζητώντας καταφύγιο στη λυρική πεζογραφία (Μ. Λυμπεράκη, Μ. Κρανάκη κ.ά).
Τα κείμενα της εικοσαετίας 1945-1965 εικονίζουν καθαρά την αλλαγή. Η πεζογραφία του Α. Σαμαράκη και του Β. Βασιλικού, το Πέρα από το ανθρώπινο του Ν. Αθανασιάδη, το Φράγμα του Σ. Πλασκοβίτη, η Πολιορκία του Α. Κοτζιά (τα μυθιστορήματα του Κ. Κοτζιά είναι βέβαιο πως δεν θα μπορούσαν να παρουσιασθούν πριν από το 1945), η έκφραση της κατανόησης του ανθρώπου, την οποία μας δίνει η Γ. Σαράντη... Στα έργα αυτά διακρίνουμε το διαφορετικό, ό,τι θα ονομάζαμε μεταπολεμικό, αφηγηματικά και πεζογραφικά μορφοποιημένο. Στη νεοελληνική πεζογραφία εισάγονται για πρώτη φορά σύγχρονα θέματα, που προσδιορίζουν την εποχή που ζούμε: η μοναξιά, η ενοχή, η αποξένωση, η εξέγερση, το παράλογο της ζωής.
Οι πιο πολλοί από τους πεζογράφους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, με λιγοστές εξαιρέσεις, είναι γεννημένοι στη δεκαετία του 1920. Έτσι, οι πιο μεγάλοι στην ηλικία παίρνουν ενεργό μέρος στην Αντίσταση, καθώς και στις ιδεολογικές αλλά κι ένοπλες συγκρούσεις της Κατοχής και στον Εμφύλιο, ενώ οι νεότεροι συμμετέχουν ψυχικά στα γεγονότα. Ο Σ. Τσίρκας δούλεψε στον ημι-παράνομο αριστερό τύπο της ελληνικής παροικίας της Αιγύπτου στα χρόνια της αγγλοκρατίας, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο Ρ. Ρούφος εντάσσεται στις ένοπλες αντιστασιακές ομάδες της δεξιάς. Ο Δ. Χατζής στην Κατοχή είναι στην Αντίσταση κι έπειτα στον Εμφύλιο, καθώς και ο Μ. Αλεξανδρόπουλος. Μάλιστα οι δύο τελευταίοι θα ζήσουν περίπου είκοσι πέντε χρόνια ως πολιτικοί πρόσφυγες σε σοσιαλιστικές χώρες και θα επιστρέψουν στην Ελλάδα μετά το 1974.
Αξιοσημείωτη είναι και η προσφορά στη λογοτεχνική κριτική των περιοδικών της εποχής, όπως Νέα Εστία, Εποχές, Επιθεώρηση τέχνης, Διαγώνιος, Διαβάζω, Κριτική, Ελεύθερα γράμματα, Νέα πορεία, Λέξη κ.α., που μέσα από τις στήλες τους παρουσιάστηκαν αξιόλογες απόψεις και πρωτοποριακές ιδέες. Ζωντανό φυτώριο λογοτεχνικής παραγωγής, αλλά και βαρόμετρο των καιρών, το περιοδικό, διαμορφώνει αποφασιστικά τις εξελίξεις. Ανάμεσα στο βιβλίο και στην εφημερίδα, ανάμεσα στο άχρονο και στο εφήμερο, έχει την ουσιαστική δυνατότητα να μετατρέπει την επικαιρότητα σε διάρκεια. Στα 1963, δημοσιεύοντας το διήγημα του Θ. Βαλτινού Η κάθοδος των εννιά, το περιοδικό Εποχές επέβαλε σχεδόν έναν από τους σημαντικότερους σημερινούς συγγραφείς μας.
Η εικοσιπενταετία 1950-1975 είναι η περίοδος ακμής των μεταπολεμικών πεζογράφων, μέσα στην οποία διαμορφώνουν τα διακριτικά γνωρίσματά τους σε επίπεδο θεματογραφίας και αφηγηματικών τεχνικών. Οι επιδράσεις από το μοντέρνο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα (J. Joyce, Fr. Kafka, M. Proust κ.ά.), σε συνδυασμό με τα τραυματικά βιώματα της ιστορικής πραγματικότητας και τις βαθιές ιδεολογικές αντιφάσεις, εξελίσσονται σε γενεσιουργούς πυρήνες του έργου τους. Μέσα σε αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα γράφτηκαν έργα-σταθμοί για την εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας όπως η τριλογία Ακυβέρνητες πολιτείες (1961-1965) του Στρατή Τσίρκα και Το κιβώτιο (1975) του Άρη Αλεξάνδρου. Ο έντονος προβληματισμός πάνω σε θέματα πολιτικής ηθικής, όπως η θέση του συγγραφέα έναντι της εξουσίας, τα ανθρωπιστικά αισθήματα και ο αγώνας για την ειρήνη, διαπερνά το μεγαλύτερο μέρος της πεζογραφικής παραγωγής, με αντιπροσωπευτικότερα δείγματα τα βιβλία του Α. Φραγκιά, του Α. Σαμαράκη κ.ά.
Αξιομνημόνευτη, επίσης, είναι η συμβολή του Κ. Ταχτσή, συγγραφέα του μυθιστορήματος Το τρίτο στεφάνι (1962). Ενδιαφέρον προκαλεί η πειραματική γραφή συγγραφέων όπως ο Ν. Καχτίτσης και ο Γ. Χειμωνάς.
Παράλληλα, στον χώρο της διηγηματογραφίας εμφανίζονται προικισμένοι λογοτέχνες, οι περισσότεροι από τους οποίους ανήκουν στη νεότερη γενιά μεταπολεμικών συγγραφέων. Ο Δ. Χατζής, από τους παλαιότερους, με το Τέλος της μικρής μας πόλης (1953) δείχνει την αλλοίωση του παραδοσιακού τρόπου ζωής. Ο ταραγμένος μεταπολεμικός κόσμος, η κοινωνική αλλοτρίωση, η αστικοποίηση και η νοσταλγία του γενέθλιου χώρου, η ανθρώπινη μοναξιά αποτελούν τα πιο αγαπητά θέματα νεότερων πετυχημένων διηγηματογράφων, όπως είναι ο Γ. Ιωάννου, ο Μ. Κουμανταρέας, ο Χ. Μηλιώνης, ο Μ. Χάκκας, ο Ν. Μπακόλας, ο Δ. Νόλλας κ.ά.
Μέσα στις μεταπολεμικές περιπέτειες, αρκετοί από αυτούς κατάφεραν να παρακολουθήσουν τις ιδεολογικές και τις λογοτεχνικές ζυμώσεις και τα καλλιτεχνικά κινήματα της Ευρώπης, να ενημερώνονται οι ίδιοι και να ενημερώνουν και τους άλλους μέσα από τα λογοτεχνικά περιοδικά και μεταφράζοντας χαρακτηριστικά έργα της ξένης λογοτεχνίας. Έτσι, εκτός από τη ρωσική, την αγγλική, τη γαλλική και τη σκανδιναβική λογοτεχνία, που ήταν πολύ γνωστές από παλιά, γίνονται τώρα γνωστοί οι νεότεροι λογοτέχνες της Αμερικής (Φόκνερ, Χεμινγουέι, Στάινμπεκ), ο Τσέχος συγγραφέας Φραντς Κάφκα, οι Γάλλοι υπαρξιστές (Σαρτρ, Καμί) και οι εκπρόσωποι των ριζοσπαστικών λογοτεχνικών κινημάτων (Μπέκετ και συγγραφείς του νουβό ρομάν).
Ιδιαίτερα οι συγγραφείς της δεύτερης γενιάς παρουσιάζουν στα έργα τους μεγαλύτερη θεματική ποικιλία, όπου εκτός από τις εξωτερικές κοινωνικές συνθήκες αναμοχλεύουν καταστάσεις πιο εσωτερικές. Παρουσιάζουν, επίσης, πιο επίμονες εκφραστικές αναζητήσεις και μερικές φορές πολύ τολμηρές λύσεις. Έχει, μάλιστα, κανείς την εντύπωση ότι είναι και ψυχολογικά διαφοροποιημένοι από τους προηγούμενους, μολονότι χρονικά απέχουν πολύ λίγο, περίπου μια δεκαετία. Είναι αλήθεια ότι οι δεκαετίες έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και κυλούν με διαφορετικό ρυθμό.
Η κατηγορία αυτή των συγγραφέων, της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, που έχουν ασθενείς έως μηδενικές μνήμες από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, παρουσιάζει μεγάλο άνοιγμα φάσματος: θεματικό, ιδεολογικό και (ίσως όχι πολύ) αισθητικό. Όπως συμβαίνει συνήθως με τα έργα συγγραφέων, που έχουν την πολυτέλεια να ζουν σε ομαλές κοινωνικές περιόδους, το έργο τους δεν έχει ένα θεματικό κέντρο, αλλά εστιάζεται σε διάφορα επιμέρους φαινόμενα της αστικοποιούμενης μεταπολεμικής κοινωνίας μας, είτε ιθαγενή είτε εισαγόμενα.
Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τους μεταπολεμικούς ποιητές σε δύο γενιές. Στην πρώτη υπάγονται αυτοί που εξέδωσαν την πρώτη ποιητική συλλογή τους μετά το 1940 και στη δεύτερη όσοι εξέδωσαν στη δεκαετία 1955-1965.
Στην ποίηση της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις εξής τάσεις: α) την αντιστασιακή ή κοινωνική, όπου κυριαρχεί το όραμα για έναν κόσμο πολιτικά και κοινωνικά δικαιότερο (Μ. Αναγνωστάκης, Μ. Κατσαρός κ.ά.), β) την νεοϋπερρεαλιστική, όπου οι ποιητές ανανεώνουν και προωθούν σημαντικά την υπερρεαλιστική ποίηση του μεσοπολέμου (Ν. Βαλαωρίτης, Μ. Σαχτούρης κ.ά.), γ) την υπαρξιακή ή μεταφυσική, στην οποία οι ποιητές καταπιάνονται με υπαρξιακά ζητήματα και καταγράφουν τη μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο (Ν. Καρούζος, Γ. Κότσιρας).
Οι ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς παρουσιάζονται ψυχολογικά διαφοροποιημένοι από τους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, αφού οι περισσότεροι είτε δεν έζησαν είτε δεν διαδραμάτισαν, λόγω της ηλικίας τους, κάποιο ρόλο στα γεγονότα της δεκαετίας του '40. Ζουν σε μια μεταβατική εποχή, όπου το ηρωικό κλίμα έχει καταπέσει και η πολιτικοκοινωνική ζωή της χώρας δεν έχει σταθεροποιηθεί. Αναγκάζονται να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να εκφράσουν τις τραυματικές τους εμπειρίες. Τα κείμενά τους, που έχουν στις περισσότερες περιπτώσεις βιωματικό χαρακτήρα, επανέρχονται περισσότερο σε θέματα υπαρξιακά, όπως η μοναξιά και η περιθωριοποίηση και λιγότερο πολιτικά. Είναι κριτικοί και σκεπτικιστές κι επηρεασμένοι από την ποίηση, κυρίως του Καρυωτάκη, καλλιεργούν έναν αντιλυρικό λόγο (Κ. Δημουλά, Ν. Γρηγοριάδη κ.ά.).
Οι ποιητές της δεκαετίας του '70, αλλά και οι μετά από αυτούς, δεν επηρεάστηκαν από τους μεταπολεμικούς ποιητές. Μεγαλώνουν κατά την ψυχροπολεμική κυρίως περίοδο και σε μια εποχή οικονομικής ανάπτυξης, όπου ο καταναλωτισμός αρχίζει ως φαινόμενο να κάνει την εμφάνισή του στην ελληνική κοινωνία. Επίσης, η περίοδος της δικτατορίας (1967-1974) και η τραγωδία της Κύπρου (1974) επηρεάζουν τη γραφή τους, η οποία διακρίνεται για την επαναστατικότητά της και την αντίθεσή της σε κάθε μορφής κατεστημένο. Η εριστικότητα του ύφους, που εκφράστηκε με τον σαρκασμό, την ειρωνεία και τη ρεαλιστική γλώσσα, είχε ως αποτέλεσμα την αμφισβήτηση κάθε κατεστημένης αξίας (Γ. Βαρβέρης, Μ. Γκανάς κ.ά.).
Πολλοί από τους ποιητές και τους πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς ασχολήθηκαν με την κριτική ή με το δοκίμιο. Σημαντικός κριτικός υπήρξε ο Γ. Θέμελης, ο οποίος με σειρά δοκιμίων ασχολήθηκε με παλαιότερους και νεότερους λογοτέχνες, ενώ ο Ζ. Λορεντζάτος καλλιέργησε –κυρίως– το δοκίμιο, προβάλλοντας πρωτότυπες ιδέες. Ξεχωριστή είναι η περίπτωση του παιδαγωγού και φιλοσόφου Ευάγγελου Παπανούτσου, που ασχολήθηκε με το γλωσσικό και λογοτεχνικό δοκίμιο.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στο συνοδευτικό κολάζ βλέπετε φωτογραφίες των Δημήτρη Χατζή, Στρατή Τσίρκα, Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Μένη Κουμανταρέα, Μανόλη Αναγνωστάκη, Νάνου Βαλαωρίτη, Μίλτου Σαχτούρη και Κικής Δημουλά.
Βιβλιογραφία:
Αργυρίου Α., Η μεταπολεμική πεζογραφία: Από τον πόλεμο του '40 ως τη δικτατορία του '67, τ. Α', Σοκόλη, Αθήνα 1988,
Βαρίκας Β., Η μεταπολεμική μας λογοτεχνία (Σχέδιο για μελέτη), Πλέθρον, Αθήνα 1979,
Κούρτοβικ Δ., Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς: Ένας κριτικός οδηγός, Πατάκης, Αθήνα,1999,
Μηλιώνης Χ., Με το νήμα της Αριάδνης: Μεταπολεμική πεζογραφία. Ερμηνεία κειμένων, Σοκόλη, Αθήνα 1991,
Παπαγεωργίου Κ., Η γενιά του '70, ιστορία, ποιητικές διαδρομές, Κέδρος, Αθήνα 1989,
Πολίτης Λ., Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1978,
Απόστολος Σαχίνης Α., Νέοι πεζογράφοι. Είκοσι χρόνια νεοελληνικής πεζογραφίας: 1945-1965, Εστία, Αθήνα 1965,
Vitti M., Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Οδυσσέας, Αθήνα 2003.



