Η μουσική φόρμα εμπεριέχει οπτικό μήνυμα και η αισθητική της φωτογραφίας εκπέμπει μια ορχηστρική μουσικότητα. Όσο πιο παράλογος φαίνεται ο παραπάνω συλλογισμός τόσο πιο εύκολα αποδεικνύεται η ισχύς του.
Η φωτογραφία πάει χέρι χέρι με τη μουσική και ίσως θα ήταν δίκαιο να πούμε ότι η ασπρόμαυρη φωτογραφία και η τζαζ είναι «συνώνυμες» ως προς τις ιδιότητές τους.Henry Adebonojo (φωτογράφος, cinematographer)
Οι φωτογράφοι προσκαλούν τους θεατές όχι μόνο να δουν μια φωτογραφία της τζαζ, αλλά να νιώσουν τον ρυθμό, τον αυτοσχεδιασμό και την ψυχή της.
Πώς αλήθεια μπορεί να γίνει αυτό;
Η φωτογραφία παραμερίζει τον λόγο και τη λεκτική φλυαρία –αν είναι σωστό να το πούμε– αντιπροτείνοντας μια εικόνα εντός συγκεκριμένου κάδρου. Η μαγεία αποκαλύπτεται αβίαστα όταν κατά την προβολή της φωτογραφίας αναβλύζουν ήχοι, όχι τυχαίοι αλλά συγκεκριμένων προσώπων και σωμάτων σε συγκεκριμένη ατμόσφαιρα και περιβάλλον. Αυτή λοιπόν η σύνθεση, η μίξη, το ανακάτεμα του «άυλου» ήχου με τα χημικά συστατικά εμφάνισης της φωτογραφίας σε έναν σκοτεινό θάλαμο διαμορφώνουν την οπτική γλώσσα της μουσικής.
Όπως στη τζαζ οι μουσικοί αυτοσχεδιάζουν, κατά τη διάρκεια κονσέρτων, ανάμεσα στα μέρη της κύριας μελωδίας του έργου (head) έτσι και οι φωτογράφοι, με την εμφάνιση του φιλμ (ή την επεξεργασία της φωτογραφίας) μπορούν να οδηγήσουν σε όμορφα, απρόβλεπτα και μοναδικά αποτελέσματα. Όπως η μουσική είναι ένα παιχνίδι μεταξύ σημείων, συμβόλων, νότων και παύσεων σε ένα ορισμένο μέτρο έτσι ακριβώς λειτουργεί στη φωτογραφία το φως, η ταχύτητα του κλείστρου και το άνοιγμα του διαφράγματος επιλέγοντας ένα πλαίσιο ή ένα κάδρο. Το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού υπάρχει και στις δύο περιπτώσεις δίνοντας άπλετο χώρο και χρόνο στους καλλιτέχνες να εκφραστούν ελεύθερα και αυθόρμητα μεταδίδοντας τα στοιχεία μουσικής έκστασης αλλά και αυτά του αφηγηματικού έργου.
Ένας φωτογράφος του χώρου της τζαζ μουσικής θα μας ψιθύριζε ίσως, σαν ένα ακριβό μυστικό, τα εξής: Τείνω να φωτογραφίζω σαν μουσικός της τζαζ. Δεν ελέγχω μια κατάσταση, ακροβατώ, στροβιλίζομαι, σε μια ατμόσφαιρα χαμηλού, απαλού και ζεστού φωτισμού, σε μια ημίφωτη σκιά, με κεχριμπαρένιες, βαθιές κόκκινες αποχρώσεις στα τραπέζια, στο μπαρ, στις καρέκλες. Κίτρινο κρεμώδες φως από σποτάκια στο πιάνο, το μπάσο, το σαξόφωνο. Άνθρωποι, θαμώνες στο μπαρ και σε τραπέζια, φιγούρες ιδιαίτερες με παρέα ή μοναχικές, «ξεδιπλώνουν» τις ιστορίες τους, σαν σε ένα θέατρο σκιών στους τοίχους, σε μια υπνωτιστική, μυστηριακή ατμόσφαιρα με τους αυτοσχεδιασμούς να μιλούν ξεχωριστά στον καθένα σαν βλέμματα που τα λένε όλα χωρίς λόγια και λέξεις. Είμαι μέρος αυτής της αισθησιακής τελετής, ένα ακόμα μέλος αυτής της διονυσιακής ορχήστρας, προσαρμόζομαι και αναζητώ θέματα στο φαινομενικό χάος όσων διαδραματίζονται μπροστά μου.
Ως φωτογράφος βυθίζομαι στην στιγμή, παραδίνομαι ολοκληρωτικά και αναζητώ νόημα, εκεί που άλλοι δεν το κάνουν, αποκαλύπτοντάς το σε εσάς, το κοινό, σε μεταγενέστερο χρόνο. Ως φωτογράφος δεν αναδεικνύω απλά την στιγμή – απεναντίας την εξυψώνω. Το φως, οι σκιές, η γωνία λήψης αναδεικνύουν τον καλλιτέχνη ή τον κάνουν πιο εντυπωσιακό όμως ο στόχος είναι να αποκαλύπτω τον χαρακτήρα του. Η αποτύπωση της ατμόσφαιρας χωρίς την ανάδειξη της ποίησης σε μια σκηνή είναι μια ελλιπής τέχνη.
Μια και φτάσαμε στο σημείο να μιλάμε για τέχνη, θα ήθελα να πω ότι η ταύτιση του σημείου αναφοράς με την πραγματικότητα αναφέρεται στη μιμητική διάσταση της φωτογραφίας θεωρώντας τη φωτογραφία ως εικόνα. Αυτή η θεώρηση αναβαθμίζεται πολλές φορές ως θεωρία του «δείκτη» όταν υπάρχει η υποκειμενική επιλογή του χρόνου, του φωτισμού και τις οπτικής για την φωτογράφιση του αντικειμένου και εδώ ακριβώς διαφαίνεται η προσθετική εισφορά του φωτογράφου. Από αυτό λοιπόν το σημείο, συμπεριλαμβάνοντας τον συμβολισμό και τη θεωρία της ποιητικής αφήγησης, θα έχει ενδιαφέρον η συζήτηση για τη φωτογραφία και τη τζαζ.
Tι υπηρετεί όμως ο φωτογράφος για την τζαζ; Ποιοι είναι οι κύριοι σκοποί της φωτογραφίας για την σκηνή αυτή;
Ο φωτογράφος κατανοεί πρώτα και μετά αποτυπώνει την σκηνή, τους μουσικούς και την ατμόσφαιρα. Ντοκουμεντάρει, καταγράφει την ιστορία, την πορεία της μουσικής, κάνει αναγνωρίσιμους του μουσικούς με τα φωτογραφικά πορτρέτα δείχνοντας όπως είπαμε παραπάνω όχι μόνο την εικόνα αλλά και στοιχεία του χαρακτήρα και του ύφους τους. Επίσης, μόλις έρθουμε σε επαφή με ένα δίσκο, το πρώτο που θα παρατηρήσουμε είναι η φωτογραφία του μουσικού στο εξώφυλλο. Να ξέρουμε αμέσως περί τίνος πρόκειται. Ενδεχομένως να τον συμπαθήσουμε ή να τον απορρίψουμε λόγω της εμφάνισής του, λόγω του βλέμματός του ή μιας οποιοσδήποτε άλλης λεπτομέρειας.
Εδώ μπορούμε να αναφερθούμε στον Chuck Stewart με τα εμβληματικά του εξώφυλλα δίσκων όπως το Musical Prophet του Eric Dolphy και το First Flight του Donald Byrd.
Βέβαια, προσωπικά, θα ξεχώριζα κάποια από τα πορτρέτα του όπως αυτό του John Coltrane κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του A Love Supreme το 1964.
Ο Eric Hobsbawm (ιστορικός, μελετητής της τζαζ) πάντως το έθεσε ξεκάθαρα, ήδη από τη δεκαετία του '50: «Η φωτογραφική τέχνη είναι η μόνη που αντιμετώπισε με σοβαρότητα την τζαζ και την είδε όπως πραγματικά είναι.».
Το στάδιο της παρατήρησης και κατανόησης της σκηνής της τζαζ είναι μείζονος σημασίας. Η ποιητική αφήγηση που δύναται να ξεπερνά νοηματικά την θεωρία του «δείκτη» και να εισέρχεται σε ένα τρίτο επίπεδο σε αυτό του συμβολισμού (μίμηση, «δείκτης» είναι τα δύο πρώτα) οδηγεί στην αποθέωση του στιγμιαίου μεταβάλλοντας την εικόνα σε μια νέα πραγματικότητα. Η φωτογραφία αυτού του σταδίου στοχεύει στη δημιουργία ενός νέου αντικειμένου αναφοράς που αν και –κατά κάποιο τρόπο– διατηρεί μια συνάφεια με την πραγματικότητα παράγει μια «διαφορετική» εικόνα. Το υπαρκτό και το φανταστικό συνυπάρχουν. Ως παράδειγμα θα ανέφερα την συμβολική γλώσσα της γνωστής φωτογραφίας του Μαν Ρέι (φωτογράφος, υπερρεαλισμός) με τη χορεύτρια του φλαμένγκο σε πλήρη χορευτική δράση, που το σώμα της, πέρα από το ένα χέρι, δεν διακρίνεται καθαρά πίσω από τον στροβιλισμό της σπανιόλικης φούστας αποδεικνύοντας έτσι μια άλλη πραγματικότητα διότι το «αληθινό» δεν διακρίνεται καθαρά από τον θεατή.
Ένας φωτογράφος που αναζητούσε συνεχώς νέους τρόπους έκφρασης και ποιητικής αφήγησης ήταν ο W. Eugene Smith που τον έκαναν διάσημο τα δοκίμιά του για τη φωτογραφία στο περιοδικό Life. Παράλληλα, όμως, επιθυμούσε να απελευθερωθεί από τα όρια και τους συντακτικούς περιορισμούς που επιβάλλονταν στην εργασία του. Αυτή λοιπόν η επιθυμία, το 1957, τον οδήγησε σε ένα λοφτ κοντά στην West 28th Street στη Νέα Υόρκη. Το συγκεκριμένο κτήριο θεωρούνταν τόπος ανάπτυξης και δημιουργίας της τζαζ.
Λόγω της προηγούμενης εμπειρίας του, ως φωτορεπόρτερ, είχε τον τρόπο να ενσωματώνεται αθόρυβα σε κάθε ιδιαίτερο περιβάλλον, να γίνεται ένας αόρατος παρατηρητής, ενώ παράλληλα απαθανάτιζε εκείνη την «αποφασιστική στιγμή» του Henri Cartier Bresson. Οι εικόνες του Smith δεν αφορούσαν μόνο την καταγραφή των μουσικών, αλλά αφορούσαν επίσης τη μεταφορά του αγνού, του ανόθευτου πνεύματος της τζαζ και των καλλιτεχνών της.
Ο Herman Leonard δεν φωτογράφιζε στιγμές, αλλά ρυθμούς. Ο καπνός και οι αντανακλάσεις ήταν τα δικά του μουσικά μέτρα. Κάθε αντίθεση φωτός και σκοταδιού ήταν μια συγχορδία.
Ο Francis Wolff, ο φωτογράφος και παρατηρητής της Blue Note στο στούντιο την ώρα της ηχογράφησης, κατάφερε να μοιάζουν οι φωτογραφίες του με εσωτερικούς μονολόγους, ακούσματα του βλέμματος που μετατρέπονται σε εικόνα με ήχους που, αν και δεν ακούγονται, υπάρχουν παντού.
Βέβαια υπάρχουν πολλοί περισσότεροι αξιόλογοι φωτογράφοι που καταφέρνουν να συλλάβουν το πνεύμα της τζαζ, τον ρυθμό, τη μοναξιά, το άναρχο πάθος της αυτοσχεδίασης, την ατμόσφαιρα που ξεγλιστρά και δεν καθηλώνεται σε ένα κάδρο.
Συχνά σκέφτομαι ότι στην τζαζ, ο φακός του φωτογράφου λειτουργεί σαν αφτί που ακούει τον ρυθμό, την πνοή των μουσικών και αντιλαμβάνεται την ποιητική ατμόσφαιρα ως ένα όνειρο. Τα κλικ της λήψης εναρμονίζονται με τους ήχους του ταμπούρου και των κυμβάλων.
Ο θεατής, μάρτυρας ενός αυθόρμητου αυτοσχεδιασμού, «βλέπει ακούγοντας και ακούει βλέποντας» εναλλάξ αυτό που συνθέτουν οι νότες με το φως και τις σκιές. Οι μουσικοί προκαλούν διεργέσεις στις αισθήσεις των καθηλωμένων θεατών με μια έκφραση ή ένα σημάδι του βλέμματος.
Γιάννης Κίντζιος
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου








