Δύο σπουδαίοι Ιταλοί τροβαδούροι
Στην γειτονική Ιταλία, όπου γεννήθηκαν κι έγιναν αρχικά γνωστοί, έχουν το προσωνύμιο cantautori. Τραγουδοποιοί δηλαδή, αφού συνθέτουν, στιχουργούν και αποδίδουν οι ίδιοι τα τραγούδια τους. Δεν τους λένε trovatori, τροβαδούρους – όπως είναι πιο ρομαντικό. Είχε προλάβει ίσως ο Giuseppe Verdi με την πασίγνωστη όπερά του Il Trovatore. Ο τίτλος, πάντως, δεν αλλάζει τίποτα, οπότε συνεχίζουμε.
Την πρώτη φορά που είχα παρακολουθήσει συναυλία του Lucio Dalla, στον Λυκαβηττό νομίζω, ήταν κάποια χρονιά της τελευταίας δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα. Ήταν κοντός, παχύς, φαλακρός, με μαύρα γένια και εναπομείναντα μαλλιά. Την ατέλεια αυτή έκρυβε ο σκούφος του. Είχε παίξει τις γνωστές, πολύ όμορφες, επιτυχίες του.
Τη δεύτερη φορά ήταν, χωρίς αμφιβολία, στον Λυκαβηττό κάποιο καλοκαίρι των αρχών αυτού του αιώνα. Ήταν κοντός, αδύνατος, με πολλά ξανθά μαλλιά, ίσως χωρίς γένια και σίγουρα χωρίς σκούφο. Είχε ξαναπαίξει τις γνωστές, πολύ όμορφες επιτυχίες του. Δεν φαίνεται να είχε κάνει κάτι αξιόλογο στο μεταξύ. Μια άλλη διαφορά ήταν ότι παρακολουθούσαν το γεγονός και ιερείς! Αν θυμάμαι καλά, τη συναυλία είχε διοργανώσει κάποιο φιλανθρωπικό σωματείο. Θυμάμαι όμως καλά ότι είχα αναρωτηθεί πώς θα αντέδρασαν όταν άκουσαν το τραγούδι του Grande figlio di puttana. Μάλλον θα ανακουφίστηκαν όταν τελείωσε και υποχρεωτικά χειροκρότησαν, μια και καθόντουσαν στην πρώτη σειρά.
Ο Lucio Dalla (1943-2012) ήταν ένας από τους πιο σπουδαίους τραγουδοποιούς της Ιταλίας. Βρίσκεται στην πρώτη πεντάδα και ψηλά, κατά την άποψή μου. Έγινε, βέβαια, ευρύτερα γνωστός από το ευπώλητο Caruso. Αλλά και πριν και μετά είχε γράψει πολύ ωραία τραγούδια. Στην εμπορική επιτυχία του Caruso είχε συνδράμει ο διάσημος τενόρος Luciano Pavarotti, ο οποίος το είχε, επίσης, τραγουδήσει. Διάφοροι άλλοι καλλιτέχνες όπως οι Andrea Bocelli, Μάριος Φραγκούλης, Julio Iglesias, μεταξύ πολλών άλλων, είχαν συνεισφέρει στην εξάπλωση της φήμης του. Το είχε εμπνευστεί όταν έμεινε τυχαία στο ίδιο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου είχε περάσει ο Enrico Caruso τις τελευταίες ημέρες της ζωής του.
Ξεκίνησε την λαμπρή καριέρα του παίζοντας κλαρινέτο –το οποίο δεν απαρνήθηκε ποτέ– σε μία dixieland μπάντα. Έπαιζε, επίσης, άλτο σαξόφωνο και φυσικά πιάνο ηλεκτρικό ή ακουστικό. Η μοίρα του χαμογέλασε το 1971 όταν το τραγούδι του 4/3/43 –η ημερομηνία γέννησής του– κέρδισε βραβείο στο φεστιβάλ του San Remo· μεγάλη ιστορία τότε για τους Ιταλούς. Ακολούθησαν αρκετά άλμπουμ με τη ζυγαριά να παλαντζάρει συχνά.
Αν με ρωτήσετε ποια είναι τα καλύτερα, θα σας πω ότι από αυτά που έχω στη διάθεσή μου ή έχω ακούσει προκρίνω τα: Lucio Dalla και Dalla, με πολύ όμορφα τραγούδια όπως, μεταξύ πολλών άλλων, τα: Anna e Marco και L' anno che verrá, Cara και Futura, αντίστοιχα.
Η ζωντανή ηχογράφηση Dallamericaruso περιλαμβάνει, εκτός από τις γνωστές επιτυχίες του και το Caruso που προαναφέραμε. Αφιερωμένο στον διάσημο Ιταλό τενόρο, αναφέρεται στον πόνο και την επιθυμία του καθώς κοιτάζει τον κόλπο του Sorrento –ή Surriento στα ναπολιτάνικα– μέσα από τα μάτια της αγαπημένης του γυναίκας, λίγο πριν πεθάνει. Αναπολεί έτσι τη ζωή του· υπέροχο τραγούδι.
Το άλμπουμ 1983 είναι αμφιλεγόμενο, το γεγονός αυτό δεν το εμπόδισε όμως να αναρριχηθεί στην κορυφή των πωλήσεων της πατρίδας του για πολλές εβδομάδες. Το ομώνυμο τραγούδι και το L' altra parte del mondo είναι μεταξύ των ωραίων τραγουδιών που έχει συνθέσει ο Lucio.
Στα τέλη της δεκαετίας του '80 είχε επίσης ηχογραφήσει τα άλμπουμ Dalla/Morandi και In Europa με τον Ιταλό τραγουδιστή και ηθοποιό Gianni Morandi. Δεν ξέρω πόσο ταίριαζαν τα στιλ τους.
Το 1979 κυκλοφόρησε το ηχογραφημένο ζωντανά lp Banana Republic. Αυτό θα μας συνδέσει με έναν έτερο σπουδαίο Ιταλό τροβαδούρο, τον Francesco De Gregori. Με τον δίσκο θ' ασχοληθούμε αργότερα.
Ο Francesco De Gregori (1951), γνωστός στη χώρα του και ως «ο πρίγκiπας των τραγουδοποιών» για την κομψότητα των στίχων του, έχει μακρά και επιτυχημένη σταδιοδρομία στη μουσική. Τον τιμητικό τίτλο τον έχει κερδίσει επάξια γιατί είναι κι αυτός σπουδαίος και φυσικά στην πρώτη πεντάδα. Παίζει κυρίως κιθάρα και συχνά πυκνά φυσαρμόνικα. Από κάποια στιγμή φοράει κι αυτός καπέλο, για τον γνωστό λόγο.
Στην αρχή ήταν, όπως και τόσοι άλλοι, επηρεασμένος από τον Bob Dylan. Κάποτε όμως έλυσε τον δεσμό και χάραξε το δικό του μουσικό μονοπάτι. Αργότερα μάλιστα ηχογράφησε και τον δίσκο De Gregori canta Bob Dylan με τραγούδια του τελευταίου, όπως τα θρυλικά I shall be released και Desolation Row, μεταφρασμένα στα ιταλικά. Φόρος τιμής στον δάσκαλο υποθέτω.
Il mondo di Francesco De Gregori Vol. 1 & 2, ήταν οι δύο πρώτοι δίσκοι του που απέκτησα. Περιλαμβάνουν πολύ όμορφα τραγούδια όπως τα: Alice, Suonatori di flauto και πολλά άλλα. Άποψή μου είναι ότι δεν υπάρχει άσχημο τραγούδι ανάμεσα στα είκοσι αυτής της συλλογής.
Το βραβευμένο Terra Di Nessuno είναι επίσης ένα άλμπουμ με ωραιότατα τραγούδια όπως τα Il canto delle sirene και Mimi sará. Έχει όμως ηχογραφήσει δεκάδες άνισους, ίσως, δίσκους. Στους πολύ καλούς ανήκει και το Scacchi e Tarocchi με τραγούδια όπως το ρομαντικό La storia και το αφιερωμένο στους συναδέλφους του ποιητές Poeti de l’ estate.
«Πρίγκιπας» που δεν πρέπει να τον αφήσουμε να περάσει απαρατήρητος· κάθε άλλο. Δεν είχα την ευχαρίστηση να παρακολουθήσω συναυλία του στη χώρα μας, ούτε καν ξέρω αν έχει εμφανιστεί ποτέ.
Να μην ξεχάσω να πω ότι το πρώτο άλμπουμ που ηχογράφησε ήταν σε συνεργασία με έναν έτερο σπουδαίο Ιταλό τραγουδοποιό, τον Antonello Venditti. Τιτλοφορείται Theorius Campus και είναι το μοναδικό που ηχογράφησαν μαζί. Στη συνέχεια χώρισαν οι δρόμοι τους· κρίμα ίσως.
Ώρα για το Banana Republic λοιπόν, εξαιρετική μουσική που αποδίδουν εξαιρετικοί μουσικοί. Ο δίσκος αρχίζει με το ομότιτλο τραγούδι του De Gregori και τελειώνει με την κοινή τους σύνθεση Ma come fanno i marinai. Μεσολαβούν διάφορα άλλα δικά τους κι όχι μόνο, μεταξύ των οποίων μία εξαιρετικά ωραία εκδοχή του, έτσι κι αλλιώς πανέμορφου, Piazza Grande του Dalla. Ένας άστεγος εξιστορεί τη ζωή του στη Μεγάλη Πλατεία. Μας λέει ότι δεν έχει άγιους να πληρώνουν το φαγητό του, ούτε οικογένεια, κλέβει τον έρωτα, τα άσπρα σεντόνια του είναι τ' αστέρια· έχει όμως όνειρα και μας τα δίνει. Τέλος μας δηλώνει: «Θέλω να πεθάνω στη Μεγάλη Πλατεία, ανάμεσα στα γατιά τα οποία, σαν κι εμένα, δεν έχουν αφεντικά». Πραγματικά ανεπανάληπτο τραγούδι, γραμμένο μόλις πενήντα χρόνια πριν! Κάθε φορά που το ακούω μ' αρέσει πιο πολύ.
Στον δίσκο περιλαμβάνεται και μία παραφωνία την οποία διόρθωσαν μεν αλλά δεν θεώρησαν σωστό να κρύψουν. Τι σόι ζωντανή ηχογράφηση θα ήταν άλλωστε; Αυτά τα λίγα για μία συναυλία που λέει πολλά. Να προσθέσω μόνο ότι διασκευάζουν, σε μία πιο ροκ εκδοχή, το τραγούδι Un gelato al limon ενός άλλου περίφημου Ιταλού τραγουδοποιού, του Paolo Conte.
Οι Dalla και De Gregori έχουν συνεργαστεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια της καριέρας τους, τόσο δισκογραφικά όσο και τηλεοπτικά. Ένα από τα αποτελέσματα της συνεργασίας τους είναι και το ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ Work in Progress που κυκλοφόρησε σε διπλό cd το 2010. Τα γνωστά τραγούδια, αλλά και ανέκδοτα, με διαφορετικούς μουσικούς τριάντα χρόνια μετά το Banana Republic. Είχε κι αυτό επιτυχία αλλά... άλλο πράμα το προηγούμενο, άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Ακούγεται πάντως ιδιαίτερα ευχάριστα.
Σπουδαίοι γείτονες cantautori οι οποίοι αξίζουν της προσοχής μας και πολύ παραπάνω. Αν δεν την έχουν ήδη ελκύσει δηλαδή. Είναι άπαιχτοι, όπως λέμε στην καθομιλουμένη.
Θα ήταν παράλειψη, τέλος, να μην αναφέρω τις ωραιότατες διασκευές των τραγουδιών του Lucio Dalla: L' anno che verrá (Ο χρόνος που μετράει) και Itaca (Ιθάκη) από τον δικό μας αξεπέραστο τραγουδοποιό Διονύση Σαββόπουλο. Η μετάφραση των στίχων είναι δική του και όσο γίνεται πιο πιστή στο πνεύμα των πρωτότυπων. Δυστυχώς μας εγκατέλειψε πρόσφατα, αφήνοντας πίσω του αγεφύρωτο κενό.
Καλή ακρόαση λοιπόν, για πρώτη η πολλοστή φορά. Τώρα που μας μεταφράζει τους στίχους το google –έστω και τσάτρα πάτρα– ποιος μας σταματάει;
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου



