Για μία μόνο βραδιά, στον πολυχώρο Διέλευσις, βρέθηκαν στην Κυψέλη δύο σπουδαίοι Έλληνες της μουσικής συμπράττοντας σε μια συναυλία με θέμα τον ρομαντισμό.
Ο Νάσος Μαρτζούκος, μέλος της Καμεράτα από το 1992, έχοντας υπάρξει το νεαρότερο μέλος της νεοσύστατης ορχήστρας, και με συμμετοχές τόσο στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών όσο και στην Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ και την Ορχήστρα των Χρωμάτων, στο βιολί και ο Σπύρος Κουτσουβέλης, έχοντας επιλεγεί από την Βασιλική Ακαδημία Χορού του Λονδίνου, στο πιάνο μάς ταξίδεψαν μουσικά και μας χάρισαν πανέμορφες στιγμές.
Το πρόγραμμα είχε μεγάλο ενδιαφέρον ενώ όλες οι συνθέσεις ήταν γραμμένες για βιολί και πιάνο.
Η μουσική μας ξενάγηση ξεκίνησε από το Romance op.22 της Clara Schumann η οποία θεωρείται –δικαίως– πρωτοπόρα αφού στην εποχή της, τον 19ο αιώνα, οι γυναίκες δεν είχαν τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες των αντρών στη μόρφωση και την εργασία και είναι πολύ σπάνιες οι περιπτώσεις των συνθετριών αυτής της εποχής.
Ακολούθησαν τα τέσσερα μέρη της Sonata A dur D574 του Schubert που εμένα, προσωπικά, με αγγίζει πολύ, προσφέροντας μια γκάμα συναισθηματικών μεταπτώσεων και ηχοχρωμάτων· πολλές οι υφές που αναδείχθηκαν.
Μετά το διάλειμμα, στο πρόγραμμα ήταν η Sonata e minor op.82 του Edward Elgar που έκλεισε τη βραδιά με τον καλύτερο τρόπο ενώ, προς έκπληξή μας, αμέσως μετά, οι δύο μουσικοί, μας χάρισαν μία ακόμα σύνθεση του ίδιου.
Τα δύο ρεύματα, που αποτέλεσαν την κινητήριος δύναμη της συναυλίας, έχουν αλληλοεπηρεασμούς σε όλες τις εκφάνσεις τους, τόσο στη λογοτεχνία όσο και γενικότερα στην τέχνη, με τον γερμανικό ρομαντισμό να στοχεύει στη φιλοσοφία (ιδεαλισμός), τη φύση και την εσωτερική ζωή (άπειρο, ψυχή...) και τον αγγλικό ρομαντισμό να επικεντρώνεται στην ατομικότητα, τη φαντασία, το συναίσθημα και τη φύση. Κι αν στην πρώτη περίπτωση το όνειρο και το υπερφυσικό πλέκονται μαζί με τον μύθο και το μεσαιωνικό στοιχείο, στη δεύτερη εξυμνείται η φύση ως πηγή έμπνευσης και οι δημιουργοί ποντάρουν στην απλότητα και το κλασικό στοιχείο.
Σε κάθε περίπτωση, η μουσική αποτελεί –έτσι κι αλλιώς– την πιο ισχυρή γλώσσα αφού δεν χρειάζονται ούτε γνώσεις, ούτε προηγούμενη εμπειρία για να την απολαύσεις. Ο κάθε ένας μπορεί να εισπράξει τον αντίκτυπό της, να νιώσει το συναίσθημα και να βιώσει όσα εκείνη αντανακλά πάνω του. Αβίαστα, αισθαντικά, καθηλωτικά.


