Όταν άρχισα να γράφω αυτό το έργο, δεν είχα καμία πρόθεση να μιλήσω για μια πανδημία ή να σχολιάσω ευθέως την επικαιρότητα. Εκείνες οι μέρες όμως, οι κλειστές πόρτες, ο περιορισμένος αέρας του σπιτιού και η αίσθηση ότι ο χρόνος είχε παγώσει, έγιναν οι «αόρατοι επισκέπτες». Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι δύο μου ήρωες: δύο κλέφτες, εγκλωβισμένοι όχι μόνο στο διαμέρισμά τους, αλλά και στις ίδιες τους τις επιλογές. Σαν να τους άκουσα να χτυπούν την πόρτα του μυαλού μου και να ζητούν να τους δώσω φωνή.
Η ιδέα να τοποθετήσω εγκληματίες σε συνθήκες αναγκαστικού εγκλεισμού με εξίταρε από την αρχή. Ήθελα να εξερευνήσω τι συμβαίνει όταν άνθρωποι συνηθισμένοι να κινούνται στη σκιά, ξαφνικά αναγκάζονται να μείνουν στο φως ενός σπιτιού που γίνεται φυλακή. Να δω πώς δύο χαρακτήρες που έχουν μάθει να ξεγλιστρούν, να κλέβουν ευκαιρίες και να επιβιώνουν μέσα από μικρές παρανομίες, αντιδρούν όταν δεν έχουν πια χώρο να κρυφτούν ούτε από τον κόσμο ούτε από τον εαυτό τους.
Γράφοντας, συνειδητοποίησα ότι η πραγματική μου πρόθεση δεν ήταν να φτιάξω ακόμα μία ιστορία για την καραντίνα, αλλά να μιλήσω για την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Οι δύο κλέφτες μου έγιναν καθρέφτες των δικών μου φόβων και των δικών μου αντιφάσεων. Με κάθε σκηνή, αναρωτιόμουν: τι κάνουμε όλοι μας όταν η ζωή, με έναν τρόπο βίαιο και απρόσμενο, μας σταματά; Πώς διαχειριζόμαστε την ακινησία, τη σιωπή, το βάρος του να μείνουμε μόνοι με τις σκέψεις μας;
Το έργο αυτό, για μένα, είναι ένας διάλογος με τον εγκλεισμό όχι μόνο τον φυσικό αλλά και τον εσωτερικό. Είναι μια προσπάθεια να δω πώς το χιούμορ, η ειρωνεία και η ανθρωπιά προκύπτουν εκεί όπου όλα μοιάζουν σφιχτά και ασφυκτικά. Οι ήρωες, παρά την παραβατικότητά τους, κουβαλούν μια τρωτότητα που με συγκίνησε όσο τους έγραφα. Κι ίσως, τελικά, αυτό που θέλω περισσότερο να μοιραστώ με τους θεατές είναι ότι πίσω από κάθε «κλέφτη», πίσω από κάθε προσωπείο, υπάρχει μια ιστορία που προσπαθεί να ανασάνει.
Αν κάτι ελπίζω να κρατήσει το κοινό από το έργο, είναι αυτή η ανάσα. Η υπενθύμιση ότι ακόμα και στις πιο κλειστές συνθήκες, ακόμα κι όταν είμαστε αναγκασμένοι να σταθούμε ακίνητοι, κάτι μέσα μας συνεχίζει να κινείται, να ψάχνει, να εξελίσσεται. Κι ίσως, κάπου ανάμεσα στις αστείες και τις σκοτεινές στιγμές των δύο κλεφτών μου, να αναγνωρίσουμε όλοι μας ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μας.
Κατερίνα Ανδριανάκη
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το μυθιστόρημα της Κατερίνας Ανδριανάκη Ξαπλωμένοι στο γρασίδι κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν.



