Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ e-books ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο –παρακολουθείτε όλα τα είδη– ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθοπλασίες: Ταξίδι προς την ελευθερία: Αξίζει(;!) * Η εφημερίδα της λέσχης των φαντασμάτων * Άμμος και Λιανή = Αμμουλιανή * Στο Camping: Πυρ, γυνή και θάλασσα * Ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις καλαμιές * Πέρα από το σύμπαν των χρωμάτων * Προς ομοίωσιν: Η Ερημούπολη των ονείρων, Μέρος 1ο * Η πρώτη συνάντηση * Το νησί και ο τελευταίος τουρίστας * Μια χαραμάδα στο όνειρο * Το μυστικό της αθανασίας ** Πεζογραφίες: Ταμπουίνος ** Αφηγήματα: Πεζοπορία στις νεφέλες ** Ποίηση: Ναι, αρνούμαι * Ανθρακωρύχοι ψυχών

Μέσα στο ναρκοπέδιο, μου είπαν πως θα μάθω να χορεύω

Μέσα στο ναρκοπέδιο, μου είπαν πως θα μάθω να χορεύω [αφίσα παράστασης και φωτογραφίες]

Ένας νεαρός, στο πλαίσιο της σχετικής κινητοποίησης που δημιουργήθηκε για θύματα κακοποίησης και βιασμού, καταγγέλλει τον άνθρωπο που τον βίασε στα 18 του. Η δίκη, το συμβάν, οι συνέπειες στη ζωή του σήμερα ξετυλίγονται μέσα από έναν μονόλογο γεμάτο συναίσθημα και συγκίνηση.

Το Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, με τη δωρική λιτότητα του χώρου του, καλωσορίζει το κοινό της παράστασης σε μια απογυμνωμένη αίθουσα, βοηθώντας το βλέμμα να εστιάσει μόνο στο πλούσιο σε αντικείμενα σκηνικό και στην πολυποίκιλη ερμηνευτικά παρουσία του πρωταγωνιστή. Το κείμενο της Μαρίας Λούκα ξεδιπλώνει με διαρκή πρωθύστερα την περιπέτεια και το ψυχολογικό τραύμα που βίωσε ένας ανερχόμενος ομοφυλόφιλος ηθοποιός όταν ξεγελάστηκε από την πρόσκληση ενός θιασάρχη και βιάστηκε στο σπίτι του. Ο Ιωάννης Κοτίδης ξεδιπλώνει με ποικίλα εκφραστικά μέσα αυτή την τραγική εμπειρία και δίνει μια κατάθεση ψυχής γεμάτη ερωτήματα, αμφιβολίες, δύναμη, αυτοπεποίθηση, λάθη και παραδοχές. Μικρές σκηνές από τη ζωή του ανθρώπου που υποδύεται εναλλάσσονται με τις σπαρακτικές στιγμές από την κατάθεσή του στο δικαστήριο και με τα, όσο γίνεται, ευχάριστα διαλείμματα από τη φιλία του με την κοπέλα στην οποία απευθύνει την εξομολόγησή του.

«Είμαι τόσο κουρασμένος που δεν νιώθω τίποτ' άλλο», ξεκινάει να λέει ο ήρωας στον μονόλογό του πριν αρχίσει να ξεδιπλώνει το τραύμα της ερωτικής του ζωής. Ποιος είναι, τι του συνέβη, τι αφορά η δίκη, που αναπαρίσταται τμηματικά κατά τη διάρκεια της αφήγησης... είναι πληροφορίες που αποκαλύπτονται σταδιακά όσο συμπληρώνεται η εικόνα της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του αφηγητή, κάτι που κρατά την ένταση αμείωτη. Ένα παιδί που έφυγε από την επαρχία κι έφτασε στην πόλη –«θέλοντας απλά να είμαι εγώ»–, σπουδάζει υποκριτική, κάνει όνειρα και σχέδια απλά, όχι μεγαλόπνοα, πατά στα πόδια του, αν και με χαμηλή αυτοπεποίθηση και με δίψα να διακριθεί, να κάνει κάτι δικό του, από σκηνή σε σκηνή γίνεται θύμα και στιγματίζεται, προσπαθώντας μετά τον βιασμό να διατηρήσει την αυθυπαρξία του, την ατομικότητά του και να αποβάλει την ταμπέλα «θύμα βιασμού». Δύο λέξεις που τον εξοργίζουν και συμπληρώνουν τον θυμό του για την αδυναμία του να αντισταθεί. «Θύμα» σημαίνει ότι «κάποιος με ανάγκασε να εγκαταλείψω την επιβίωσή μου», να παραιτηθεί από αυτό το ανθρώπινο δικαίωμα· ακόμα χειρότερα, «θύμα του» σημαίνει πως με κάποιον τρόπο ανήκει στον άνθρωπο που τον βίασε αλλά δεν είναι έτσι. Εξού και αποφασίζει να μιλήσει, να σπάσει αυτή την «πανοπλία σιωπής», να δείξει σε όσους υπέστησαν κακοποίηση πως «δεν φταις, δεν χρειάζεται να έχεις ενοχές».

Ο Ιωάννης Κοτίδης υποδύεται, λοιπόν, έναν νεαρό άνθρωπο που περπατάει στο ναρκοπέδιο της δίκης, εκθέτει στο κοινό το τραυματισμένο ψυχικά σώμα του ρόλου που υποδύεται, κατηγορώντας την ομοφοβία των ερωτώμενων και σπάζοντας τη σεμνοτυφία που κάποτε είχε. Οι ερωτήσεις είναι απανωτές και παράλογες, φυσικά δεν διατυπώνονται για να βοηθήσουν το «θύμα» αλλά για να του προκαλέσουν σύγχυση, να το ξεσκεπάσουν τάχα μου ως ψεύτη: «Τι ώρα πήγατε σπίτι του; Σας είχε προσκαλέσει εκείνος; Τι χρώμα ήταν ο καναπές στο σαλόνι; Πού ήταν η κρεβατοκάμαρα; Είστε σίγουρος ότι ήταν δεξιά από τον διάδρομο; Εσείς αντισταθήκατε; Τι είπατε; Το είπατε δυνατά; Είστε σίγουρος πως το άκουσε;». Ξανά και ξανά οι ίδιες ερωτήσεις ή παραλλαγμένες ώστε ο καταγγέλλων να πέσει σε αντιφάσεις, να εκτεθεί, τάχα μου να αποκαλυφθεί. Να νιώσει ανασφαλής, ευάλωτος, μόνος, να ξαναγίνει δηλαδή θήραμα.

Μέσα από αυτές τις τραγικές και σκληρές εικόνες, που φωτογραφίζουν και τις δύο πλευρές καθώς και τον βαθμό ευθύνης, ξεπηδάει κι ένα άλλο ερώτημα που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερο προβληματισμό: όταν όλοι ξέρουν, όπως για παράδειγμα έχει ακουστεί στον χώρο η δραστηριότητα του συγκεκριμένου θιασάρχη, αλλά δεν μιλάνε, ποιος έχει εξίσου την ευθύνη για το έγκλημα; Μόνο αυτός που το διέπραξε ή και οι άλλοι, θύματα επίσης αλλά με διαφορετικό τρόπο; Πόσο ένοχοι είναι όσοι δεν μίλησαν και προτίμησαν να χαθούν, να υποκύψουν στον φόβο και στην ντροπή και να απωθήσουν τον βιασμό;

Η σκηνοθεσία της Παυλίνας Μάρβιν βοηθάει τον Ιωάννη Κοτίδη να βγάλει τον καλύτερό του εαυτό, ιδίως στις υποτονικές σκηνές, στο μεταίχμιο μεταξύ των πιο κρίσιμων στιγμών της παράστασης και των εσωτερικών αναζητήσεων του ποσοστού ευθύνης του χαρακτήρα που υποδύεται στην όλη ιστορία. Θέλει βέβαια λίγη ακόμα ένταση και περισσότερη εκφραστικότητα, μιας και τα άσχημα γεγονότα, τα «κατηγορώ», τα λάθη, αναφέρονται με «δύναμη» και όχι «ένταση», λίγο και όχι πολύ παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε ώστε η παράσταση να έχει ξεχωριστά σημεία και να τονίζονται σωστά.

Η σκηνογραφία της Ασημίνας Λιαρμακοπούλου δίνει ένα πλούσιο υπόβαθρο στον ηθοποιό που ασχολείται με αντικείμενα και ρούχα, μετακινείται από το ένα σημείο στο άλλο, δημιουργώντας έτσι μια παράσταση με διαρκή αλλά αιτιολογημένη κινητικότητα που δεν κουράζει.

Η μουσική της Παυλίνας Κατσή ντύνει σωστά την παράσταση και οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα ταιριάζουν με την εκάστοτε σκηνή, με κορυφαία δουλειά την εναλλαγή των ερωτήσεων-παγίδα στη δίκη.

Η παράσταση Μέσα στο ναρκοπέδιο, μου είπαν πως θα μάθω να χορεύω είναι μια δυνατή, συγκινητική και ανατριχιαστικά ωμή παράσταση που ζωντανεύει με εκφραστικότητα και ρεαλισμό το ψυχολογικό βάρος ενός άντρα μετά τον βιασμό του. Παρακολουθούμε το πριν και το μετά της κακοποίησης, την απάνθρωπη δίκη, όπου δεν βρίσκει συμπαράσταση ή υποστήριξη παρά μόνο χλεύη, και τον αγώνα αυτού του ανθρώπου να ζήσει μια ζωή που του ανήκει, ξέροντας πως «έκανα ό,τι μπορούσα, περισσότερα απ' ό,τι μπορούσα, να ζήσω μια ζωή δική μου».

Ποιος είναι λοιπόν πραγματικά το θύμα και ποιος ο θύτης; Ποικίλα ερωτήματα και συναισθήματα με συνόδευσαν για μέρες μετά.



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου