Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ e-books ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο –παρακολουθείτε όλα τα είδη– ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθοπλασίες: Πέρα από το σύμπαν των χρωμάτων * Προς ομοίωσιν: Η Ερημούπολη των ονείρων, Μέρος 1ο * Η πρώτη συνάντηση * Το νησί και ο τελευταίος τουρίστας * Μια χαραμάδα στο όνειρο * Το μυστικό της αθανασίας * Το αμπέλι της θάλασσας * Οκτώ νέοι τίτλοι από τις εκδόσεις Ελκυστής * Η Αγάπη στο διαδίκτυο * Και τα σημάδια πού είναι; * Ο Χρυσόγλωσσος * Οι κόρες της Δήμητρας ** Πεζογραφίες: Ταμπουίνος * Η κοινοτοπία της βίας * Άλλη ζωή * Πεζοπορία στις νεφέλες ** Ποίηση: Θρυαλλίς εγένετο * Το αντίδωρον

Εμμονή

Πέτρου Βαζακόπουλου

Πέτρου Βαζακόπουλου Εμμονή

Τον έπιασε από το γιακά και τον πέταξε στον βρόμικο τοίχο του συνεργείου. Μερικά εργαλεία ταρακουνήθηκαν και έφυγαν από τη θέση τους κάνοντας εκείνο τον βαρύ μεταλλικό θόρυβο, ώσπου έπεσαν τελικά στο πάτωμα.

Ήταν δυο αχώριστοι φίλοι, αλλά αυτή τη φορά πιανόντουσαν στα χέρια. Μόνο ο ένας ήξερε τον πραγματικό λόγο και ήταν τυφλωμένος από ζήλια και τώρα κόντευε να σπάσει το κεφάλι του καλύτερού του φίλου απλά επειδή ξεστόμισε εκείνες τις λέξεις.

«Καλά ρε φίλε τρελάθηκες; Τι έπαθες ξαφνικά;»
«Μη το ξαναπείς αυτό άκουσες; Μην τολμήσεις να την πεις έτσι».
«Τι είπα ρε φίλε; Μπορείς να μου εξηγήσεις τι είπα; Δεν σε καταλαβαίνω».
«Την επόμενη φορά που θα πεις κάτι αντίστοιχο θα σε φυτέψω κάτω από το έδαφος, με άκουσες;»

Έσφιγγε κι άλλο τα χέρια στο τζάκετ του φίλου του τόσο που τα χέρια του άρχισαν να μουδιάζουν. Αυτό μαζί με την τρομάρα που είχε πάρει στα μάτια ο κολλητός του, τελείωσε τον τσακωμό και χαλάρωσε το σφίξιμο της λαβής του αφήνοντάς τον να ανασάνει. Ο ξανθός γεροδεμένος τύπος ένιωσε το οξυγόνο να ρέει στα ρουθούνια του και πήρε μερικές μεγάλες ανάσες ξεροβήχοντας αιφνιδιασμένος από την ξαφνική κατάσταση καθώς δεν περίμενε τη βίαια κίνηση του φίλου του. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε πει και έκανε τον κολλητό του να δράσει τόσο ξαφνικά και επιθετικά εναντίον του. Κοίταζε το βλέμμα του φίλου του που του είχε χιμήξει και το έβλεπε να ηρεμεί σιγά σιγά και να επανέρχεται στην πραγματικότητα του φυσιολογικού, καθώς στα αφτιά του ηχούσαν οι τελευταίες λέξεις που άκουσε το μυαλό του.

«Θα μου πεις τι σε έπιασε ξαφνικά και μου φέρθηκες έτσι;» τον ρώτησε αυτή τη φορά λίγο μαζεμένος μήπως δεχθεί κάποια πάλι αψυχολόγητη κίνηση.

Τον κοίταξε με ένα βλέμμα απέχθειας γιατί πίστευε πως εκείνος είχε ακόμα δίκιο και αυτή τη φορά δεν μίλησε η γροθιά του.

«Σου είπα να μη τη ξαναπείς έτσι. Είναι τo αμάξι μου. Σημαίνει τα πάντα για μένα. Από την πρώτη μέρα που γνωριστήκαμε η αγάπη μας ήταν αμοιβαία. Τη βρήκα πεταμένη σε ένα παλιοχώραφο μέσα στα στάχυα, σχεδόν κρυμμένη από τον Θεό αλλά τίποτα δεν είναι τυχαίο φίλε. Ήταν γραφτό να βρεθούμε και να ενωθούμε μαζί».

Ο ξανθός φίλος, τώρα, μην πιστεύοντας τι είχε ακούσει είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα να τον κοιτάει σαν χάνος. Άκουγε τον κολλητό του να μιλάει για έρωτα κεραυνοβόλο με ένα αμάξι και δεν πίστευε στα αφτιά του. Συνήθως οι περισσότεροι άντρες και λίγες γυναίκες τρελαίνονται μέχρι πώρωσης με τα αυτοκίνητα με την ισχύ τους και νιώθουν την αδρεναλίνη να κυλά μέσα στο σώμα τους. Όταν μιλάνε για αυτά παθιάζονται σε μεγάλο βαθμό που όλη η ζωή τους και η σκέψη τους κινείται γύρω από ένα αμάξι κάθε στιγμή που περνάει. Αλλά εδώ, αυτό το σημείο είχε ξεπεραστεί κατά πολύ. Ο φίλος του πραγματικά έβλεπε στη θέση του αμαξιού έναν άνθρωπο και μάλιστα μια «γυναίκα μοιραία» που είχε κυριαρχήσει επάνω του με... τη γοητεία της.


Επικοινωνούσαν…

Από αυτά που του έλεγε ο φίλος του φαινόντουσαν όλα σαν μια κανονική σχέση. Γνωρίστηκαν, βγήκαν ραντεβού, ερωτεύτηκαν και τώρα ήταν στο στάδιο μιας υγιούς σχέσης. Μόνο που ο ένας από τους δύο δεν μιλούσε και πολύ γιατί... ήταν ένα αμάξι.

Τον άκουγε προσεχτικά όσο του εξιστορούσε την περίεργη ιστορία με το αμάξι που έβγαιναν ραντεβού και έβλεπαν μαζί το ηλιοβασίλεμα και έκαναν έρωτα στην εξοχή. Καυχιόταν για το πώς την πήρε κατεστραμμένη από το χωράφι και με πείσμα την επισκεύασε σχεδόν από την αρχή και την έφερε σε ένα απίθανο σημείο να μοιάζει με ολοκαίνουργιο μοντέλο αυτοκινήτου σαν να έχει βγει στη σημερινή παραγωγή. Όταν τελείωσε μαζί της, εκείνη την ημέρα, είχε κάνει τις απαραίτητες τελικές εργασίες και πινελιές στην κατασκευή της. Είχε αφιερώσει πάρα πολύ χρόνο, κόπο και χρήμα και πράγματι το αμάξι ξαναζούσε. Στεκόταν εκεί, κάτω από το υπόστεγο του συνεργείου και μπορούσες να διακρίνεις μια ελάχιστη παρατυπία, ένα μικρό λύγισμα στον μπροστινό προφυλακτήρα, κάτι σαν χαμόγελο, να διακρίνεται.

Εξηγούσε πως έκανε την τελευταία πινελιά, που ήταν να της βάλει λάδια, κι αυτό που ένιωσε, τον διέγειρε μέσα του. Του ήρθε μια απίστευτη σεξουαλική όρεξη καθώς σκέφτηκε ότι της έβαζε χέρι μέσα της και της... άρεσε. Αυτή η εμπειρία ένιωθε ότι επικύρωσε την σχέση τους και από τότε έγιναν το τέλειο ζευγάρι. Αυτός οδηγούσε και εκείνο, το αμάξι, τον πήγαινε όπου ήθελε. Είναι σαν να άκουγε την σκέψη του και να τον κακομάθαινε κάνοντάς του όλα τα χατίρια.

Κάποια στιγμή, αυτή πήρε τη βούληση και έστριψε αντίθετα από εκεί που ήθελε ο οδηγός της και τον άφησε με μια απίστευτη έκπληξη στο πρόσωπό του. Δεν τον είχε κάνει ξανά να νιώσει έτσι εκστασιασμένος. Τον είχε αιφνιδιάσει. Τον πήγε πέρα στο βουνό στην άκρη του γκρεμού και σταμάτησε. Όλο του το είναι έλεγε: «Σας το έλεγα εγώ, είχα δίκιο, είναι ζωντανή!». Έπειτα έβγαλε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο του αμαξιού και φώναξε στον κενό γκρεμό μπροστά του.

«Σε αγαπώ».

Πέρασαν εκεί τη νύχτα κάτω από τα αστέρια και καθώς εκείνος μύριζε τη μυρωδιά από τα δερμάτινα καθίσματα, τα χάιδευε και ερεθιζόταν. Έπιανε το τιμόνι σχεδόν ηδονικά και το φιλούσε. Εκείνη, έβαλε ρομαντική μουσική στο ράδιο από το παρελθόν. Χαμήλωσαν τα φώτα στην καμπίνα και έμειναν μόνοι οι δυο τους μέχρι να έρθει το πρωί. Το αμάξι είχε σηκώσει τα παράθυρα για να μη κρυώσει ο αγαπημένος της και είχε κλειδώσει αυτόματα τις πόρτες για να τον προστατέψει. Επιτέλους, δεν θα ήταν πια μόνος. Τώρα, όλα τα βάσανά του τελείωσαν. Μόνο παράδεισος από εδώ και πέρα. Είχε τα πάντα, το αμάξι και την αγαπημένη του. Μια απόλυτη, μοναδική ευτυχία.

Στον δρόμο του γυρισμού δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο πάρα μόνο πόσο ευτυχισμένος ήταν. Ενώ άλλες φορές κοίταγε τις κοπέλες –ή μάλλον τον κώλο τους– στον δρόμο αλλά αυτή τη φορά ήταν παγερά αδιάφορος. Άλλωστε, το είχε πει στον εαυτό του, κάτι μεταξύ όρκου και βαθιάς εσωτερίκευσης, που τελικά κατέληξε να γίνει νόμος γι' αυτόν, ότι αν βρει την τέλεια γυναίκα δεν θα ξανακοιτάξει καμιά άλλη. Τώρα, είχε γίνει ο ιππότης της καρδιάς που είχε βρει το άγιο δισκοπότηρό του και θα υπερασπιζόταν τη γυναίκα του με όλες τις τιμές και αξίες που διακρίνουν ένα αληθινό αφοσιωμένο πολεμιστή.

Τα πράγματα όμως άλλαξαν για ακόμα μια φορά στη ζωή τους. Ακόμα και τα καλύτερα κάστρα γκρεμίζονται. Αναφέρομαι στο ζευγάρι γιατί –από κάποια στιγμή– όσο περίεργο κι αν ήταν, ο άνθρωπος και εκείνο το αμάξι είχαν γεννηθεί ο ένας για τον άλλο. Αχώριστοι, ερωτευμένοι, σαν ένα κράμα φτιαγμένο από μέταλλο και σάρκα.

Έκαναν σχεδόν τα πάντα μαζί, πήγαιναν για ψώνια και όλες τις δουλειές. Όμως το αμάξι επηρέασε τον άντρα σε μεγάλο βαθμό. Άλλωστε, έτσι γίνεται συνήθως με τα ζευγάρια. Το θηλυκό είναι πιο ισχυρό. Από την πρώτη στιγμή που ο άντρας άγγιξε το αμάξωμα, κάτι τον διαπέρασε, σαν ηλεκτρισμός, και του άλλαξε τα μυαλά τελείως.

Ο ξανθός φίλος του τον ήξερε από πριν και είχε μπορέσει να καταλάβει τη διαφορά της μετάλλαξης του χαρακτήρα του. Παλιότερα, ο φίλος του, πριν αποκτήσει το αμάξι, ήταν άβουλος και γκρινιάρης και δεν έκανε κίνηση ν' αποκτήσει κάτι δικό του, έστω να το διεκδικήσει.

Αρχικά ήταν ένας κλαψιάρης και γκρινιάρης τύπος. Από τη στιγμή όμως που την είδε παρατημένη και μόνη σε εκείνο το χωράφι κάτι άλλαξε στην ατμόσφαιρα. Πήρε το αμάξωμα και αφιέρωσε όλο τον χρόνο που είχε πάνω της. Δούλευε με απίθανη προσήλωση και τελειότητα κάνοντας το αδύνατο, δυνατό. Την αποκατέστησε πετώντας τη σκουριά και τα περιττά μέταλλα από πάνω της και όταν επιτέλους στάθηκε να θαυμάσει το αποτέλεσμα ήταν κάτι παραπάνω από ευχαριστημένος. Το αμάξι γυάλιζε σαν καινούργιο. Το κοιτούσε εκστασιασμένος και φαινόταν πως το ίδιο έκανε και εκείνη.

Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω αλλά κάτι είχε αυτό το αμάξι και σε σημείο που φαινόταν να τον ακούει και εκείνη. Κάποια στιγμή κύλησε λίγο επιθετικά προς το μέρος μου και καθώς γύριζα πίσω, ακούγοντας τα λάστιχα να κυλάνε, της φώναξε και εκείνη σταμάτησε ακαριαία, υπακούοντας σαν να ήταν το σκυλάκι του. Λίγα εκατοστά ακόμα και θα με είχε χτυπήσει. Αυτός βρισκόταν έξω από το αμάξι και κοίταζε με ένα χαμόγελο που φανέρωνε από τα χείλη του μια φύση που παρόμοιά της δεν είχα ξαναδεί.

Το ίδιο βλέμμα έβλεπα και τώρα που μου διηγούνταν την ιστορία τους. Έβλεπα φανερά ότι εκείνος δεν ήταν ο φίλος από τα παλιά που ήξερα και πως κάποιος άλλος είχε πάρει τη θέση του. Το βλέμμα του ήταν δολοφονικό και με κοίταζε πλέον με καχυποψία. Μιλούσε όλο για εκείνη και αν τολμούσα να πω κάποιο σχόλιο για εκείνη την είχα βάψει.

Έτσι κι εκείνη τη μέρα, την είχε φέρει στο γκαράζ για μερικές διορθώσεις και τόλμησα να του πω κι εγώ την αρνητική μου άποψη για το αυτοκίνητο που είχε φέρει και τα χάλια που είχε στην αρχή όταν το βρήκε. Δεν ξέρω τι απ' όλα τον τάραξε πιο πολύ και χύμηξε πάνω μου αιφνιδιαστικά κοντεύοντας να με πνίξει. Αν και ήμουν πιο δυνατός εγώ, σε σχέση με εκείνον, δεν κατάλαβα από πού πήγαζε τόση δύναμη. Όταν είδα τα μάτια του να βγάζουν σπίθες, τότε κατάλαβα ότι κάτι δαιμονικό συνέβαινε, καθώς όλα όσα είχαμε ζήσει μαζί, η φιλία μας και τα χρόνια, ήταν σαν να μην είχαν συμβεί ποτέ. Κάτι τον είχε καταλάβει. Ήμουν σίγουρος πως εκείνο το αμάξι πρέπει να είχε έρθει από την κόλαση.

Πίστεψα πως όλα ήταν μέρος ενός σατανικού σχεδίου. Φαινόταν πως το αμάξι παρατημένο περίμενε μέσα στα χωράφια χρόνια ώσπου να έρθει η κατάλληλη στιγμή να τον τυλίξει και έπειτα να καταλήξει όπως έγινε. Έσμιξαν και ο ένας αντλούσε δύναμη από τον άλλο και έβλεπες, όταν βρίσκονταν μαζί, πως ήταν σαν να μην τους σταματάει τίποτα. Ο οδηγός της δεν χρειαζόταν να βάλει το κλειδί για να ξεκινήσει. Όταν οδηγούσε και άγγιζε το τιμόνι με το δείκτη του ένιωθε να τον διαπερνάει ηλεκτρισμός. Απλά πάταγε το γκάζι και όπου και να πήγαινε μπροστά του εκτεινόταν δρόμος.

Τότε όμως ήταν που άρχισαν οι σκοτωμοί και, ξαφνικά, η μικρή επαρχία που ζούσαμε απέκτησε υπόσταση. Ζούσε από μικρός εκεί και μέχρι πριν την γνωρίσει δεν είχε συμβεί τίποτα ιδιαίτερο σε αυτόν. Όλα ήταν ξερά και απρόσωπα σε σημείο μονότονης ανυπαρξίας και η επαρχία ήταν ένα κατάλληλο μέρος για να αφήσεις τα κοκαλάκια σου ή να τρελαθείς από την μελαγχολία. Το μόνο που βρήκε και μπορούσε να ασχοληθεί ήταν τα αυτοκίνητα και τα μηχανολογικά και βούτηξε μέσα σε αυτά με όλο του το είναι.

Όταν άρχισαν να τσακώνονται όλα έγιναν όπως σε ένα κανονικό ζευγάρι. Αυτή παρατήρησε ένα βλέμμα του συντρόφου-οδηγού να κοιτάει κάποια άλλη και αμέσως άλλαξε συμπεριφορά. Μούτρωσε και έγινε απότομη κι εκεί που κυλούσαν μαζί στον δρόμο ήρεμα και ωραία, τώρα το γκάζι αυξομειώνονταν απότομα κάνοντας μικρές απότομες σπασμωδικές κινήσεις.

«Τι έχεις μωρό μου;» μίλησε ο οδηγός στο αμάξι.

Μα δεν πήρε απάντηση, ούτε ένα μούγκρισμα της μηχανής. Εκείνη η μέρα τελείωσε πολύ γρήγορα και περίεργα καθώς πήγανε σπίτι και το αυτοκίνητο αφέθηκε στο γκαράζ. Πριν φύγει για να πάει για ύπνο έσκυψε στο καπό την φίλησε και την καληνύχτισε.

«Θα τα πούμε το πρωί… σ' αγαπώ».

Πάλι δεν πήρε απάντηση από το αμάξι, ούτε ένα μικρό άνοιγμα κλείσιμο των φαναριών και έκλεισε την πόρτα πίσω του λιγάκι απογοητευμένος από τη συμπεριφορά της πηγαίνοντας στο σπίτι του για να κοιμηθεί.

Το αμάξι μούγκρισε ανάβοντας τη μηχανή και με σκοτεινούς τους προβολείς βγήκε έξω στον δρόμο αργά. Διένυσε μια μικρή απόσταση και παρκάρισε στο πεζοδρόμιο αρκετά παρακάτω. Έσβησε τη μηχανή περιμένοντας να περάσει κάποιος. Μόνο όταν άρχισαν να ξεκινούν οι πρώτες πρωινές ώρες άρχισε να εμφανίζεται κάποιος κόσμος στα πεζοδρόμια. Μερικοί έκαναν την πρωινή τους γυμναστική φορώντας ακουστικά και ένας απ' αυτούς πέρασε δίπλα από το αμάξι. Το αυτοκίνητο άναψε τους προβολείς και τον ακολούθησε. Σαν θηρίο που διψά για αίμα τον παρακολουθούσε από δίπλα περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Δευτερόλεπτα μετά ο δρομέας σταμάτησε δυο τετράγωνα παρακάτω να πιει νερό και όταν άκουσε τα λάστιχα να ουρλιάζουν, τότε, ήταν πολύ αργά. Το αμάξι τον είχε παρασύρει και είχε φύγει μακριά, καθώς ο ήλιος είχε αρχίσει να εμφανίζεται δειλά ως μέρος ενός όμορφου πρωινού.


Ο οδηγός του αμαξιού ξύπνησε, έφαγε ένα καλό πρωινό και ψυχολογικά ήταν στα πολύ πάνω του. Όταν όμως άκουσε φασαρία έξω στη γειτονιά από κόσμο που φώναζε και σειρήνες να καλύπτουν την ατμόσφαιρα, τότε πήγε στο παράθυρο τράβηξε την κουρτίνα και κοίταξε έξω. Κάτι σοβαρό συνέβαινε και βγήκε αμέσως να δει τι γινόταν. Λίγο παρακάτω, σε μια διασταύρωση, υπήρχαν δύο περιπολικά, ένα ασθενοφόρο και κόσμος μαζεμένος γύρω από ένα σημείο. Ένας κύκλος αίματος φαινόταν στο οδόστρωμα και οι τραυματιοφορείς είχαν σκεπάσει έναν άντρα με ένα σεντόνι μέχρι το πρόσωπο δηλώνοντας ότι τίποτα δεν μπορούσε να γίνει και ότι ήταν νεκρός. Τον έβαλαν μέσα στο ασθενοφόρο και έκλεισαν τη σειρήνα, μια ένδειξη ότι είχε περάσει στον άλλο κόσμο.

Πλησίασε ακόμα πιο κοντά στον συγκεντρωμένο κόσμο και τότε το παρατήρησε. Εκεί δεξιά από τον δρόμο κάτι αφύσικο υπήρχε στην όλη εικόνα που έβλεπε. Ένας μεταλλικός δίσκος το εξάρτημα που καλύπτει τις βίδες από τη ρόδα, γυάλιζε στον ήλιο και ήξερε με απόλυτη βεβαιότητα ότι ήταν από το δικό του αμάξι. Θυμόταν όταν το έβαζε, πόσο συγκεκριμένο σχέδιο και μέγεθος είχε. Μα τώρα στεκόταν πεταμένο στο πεζοδρόμιο. Δείγμα ότι το αμάξι είχε βγει έξω στον δρόμο.

Πλησίασε και το σήκωσε, παρατηρώντας αίμα επάνω στην επιφάνεια του στρογγυλού αλουμινίου. Κρύος ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του καθώς συνέδεε τα κομμάτια του, τι είχε γίνει, μέσα στο μυαλό του.

Το αμάξι του είχε φύγει; Και μάλιστα είχε κάνει κακό σε κάποιον; Όχι, δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκε και κάνοντας μεταβολή πήγε κατευθείαν στο γκαράζ του σπιτιού του να εξακριβώσει τι είχε γίνει.

Στο γκαράζ επικρατούσε νεκρική ησυχία και στην αρχή τίποτα δεν φανέρωνε την ενοχή του αμαξιού. Είχε παρκάρει στο ίδιο σημείο όπως χθες βράδυ και τίποτα δεν μαρτυρούσε το αιματηρό σκηνικό πάρα μόνο το κομμάτι που έλειπε από το κάλυμμα της ρόδας. Το βλέμμα του επάνω της ήταν κάτι παραπάνω από συνειδητοποίηση του τι είχε κάνει. Είναι σαν να είχε βρει το χαμένο κομμάτι του παζλ που ταίριαζε μόνο σε αυτήν. Άλλωστε, ο ίδιος ήταν αυτός που το είχε επιλέξει και τοποθετήσει το συγκεκριμένο κομμάτι όπως όλα τα αξεσουάρ πάνω της.

«Τι είναι αυτό;» της μίλησε με νεύρο με την έκφρασή του να μην μπορεί να σβήσει τον εκνευρισμό του.

Κρατούσε το μεταλλικό αντικείμενο στα χέρια του και της το έδειχνε σαν αποδεικτικό στοιχείο τού τι έκανε όσο αυτός κοιμόταν. Δεν τον ένοιαζε αν αυτή γύρναγε τα βράδια αλλά αυτό που έκανε, ότι σκότωσε κάποιον στον δρόμο και παραλίγο να την δουν, ήταν πέρα από κάθε λογική. Σκεφτόταν πως θα κατηγορούσαν αυτόν καθώς όλοι ήξεραν το αμάξι του και ευτυχώς που δεν βρήκε κανείς το κάλυμμα της ρόδας με τα αίματα που είχε πάνω του, που μαρτυρούσε την σύνδεση με τον δολοφόνο. Πολύ απλά, θα ταίριαζαν απόλυτα το στοιχείο με το αμάξι του και αυτόν καθώς ήταν και το μοναδικό εκείνης της εποχής με το συγκεκριμένο αξεσουάρ.

Γύρισε και πέταξε με νεύρα τον μεταλλικό δίσκο στο πάτωμα καθώς δεν μπορούσε να ελέγξει την οργή του. Το αμάξι τον κοίταγε σαν μαλωμένο παιδί και δεν έκανε κίνηση και αυτό τον εξόργιζε ακόμα πιο πολύ.

«Θα μου πεις γιατί έγινε όλο αυτό; Ποιος ο λόγος; Δεν καταλαβαίνω. Δεν ήμασταν καλά εμείς οι δυο; Τι έγινε τώρα και άλλαξες συμπεριφορά και γνώμη;»

Το αμάξι παρέμενε ακίνητο. Έκανε μόνο μια κίνηση όταν αυτός γύρισε την πλάτη του κινούμενο απειλητικά προς τα πάνω του σταματώντας χιλιοστά απέναντί του. Ο οδηγός, έντρομος από αυτή την στάση, γύρισε με τον ιδρώτα να κυλάει από το πρόσωπό του. Η στάση της ήταν άκρως επιθετική ακόμα και σε αυτόν, μη ελεγχόμενη.

«Αναρωτιέμαι πόσες άλλες φορές έχεις κάνει το ίδιο πράγμα όσο εγώ κοιμόμουν. Να σκοτώνεις κόσμο; Γιατί; Όλη η εμπιστοσύνη μου χάθηκε μαζί σου, είμαι πολύ απογοητευμένος. Νομίζω για λίγες μέρες θα σε κλείσω εδώ μέσα στο γκαράζ να μάθεις να φέρεσαι και ίσως σκεφτείς τι έκανες».

Έφυγε κλειδώνοντας το γκαράζ πίσω του αφήνοντάς την μόνη. Εκείνη ήξερε την έννοια της τιμωρίας αλλά και της υπομονής και καθώς έμεινε στο σκοτάδι μάζευε ενέργεια και δύναμη. Όσο το έκανε αυτό φούντωνε και ο κινητήρας της αναφλεγόταν. Το γκαράζ γέμισε καπνό από τη βενζίνη που καιγόταν και τα λάστιχα ούρλιαζαν στον μικρό χώρο από την πεισματική κίνηση των τροχών. Πήρε φόρα και έσπασε την πόρτα του γκαράζ και βγήκε έξω θριαμβευτικά με αναμμένους τους προβολείς της. Κανένας δεν θα της έλεγε τι να κάνει. Μέσα της ένιωθε τόση δύναμη που μπορούσε να διορθώσει ακόμα και το στραπατσαρισμένο από την πόρτα μέταλλο.

Το έκανε και βγήκε περήφανη στον δρόμο για να αρχίσει να κυνηγάει. Αυτή ήταν η φύση της και δεν θα σταματούσε πουθενά. Κάποιος την είδε στον δρόμο να κυκλοφορεί μόνη της χωρίς οδηγό και αναφώνησε: «Πώς είναι δυνατόν ένα αμάξι να πηγαίνει μόνο του;». Αυτή χαμογέλασε από μέσα της και έστριψε κατά πάνω του.

Ακούγοντας τον εκκωφαντικό θόρυβο, ο οδηγός κατέβηκε τρέχοντας κάτω ξανά και αντίκρυσε το γκαράζ του να είναι σαν βομβαρδισμένο καταφύγιο. Η πόρτα να έχει γκρεμιστεί από κάποια τεράστια δύναμη έχοντας ανοίξει σαν κονσέρβα από μέσα. Στον δρόμο έξω υπήρχαν αποτυπωμένα τα λάστιχα του αμαξιού του κλείνοντας προς τα δεξιά του δρόμου.

Έτρεξε έξω και ακολούθησε τα ίχνη σαν τρελός. Η καρδιά του ανέβαζε ρυθμό καθώς έτρεχε να την προλάβει φοβούμενος μην κάνει κι άλλο φονικό. Αυτή τη φορά ήταν σίγουρος πως θα τον έβρισκαν και όλες οι κατηγορίες θα έπεφταν πάνω του. Πότε έριξαν το φταίξιμο σε ένα αυτοκίνητο που είχε μάλιστα την δική του λογική και κίνηση;

Μόλις έστριψε τη γωνία η καρδιά του πραγματικά πήγε να φύγει από τη θέση της με αυτό που είδε. Κάτι τεράστιο πρέπει να είχε περάσει γιατί η έκταση αυτού που είδε ήταν τόσο μεγάλη που ήταν αδύνατο να το είχε κάνει ένα αμάξι μόνο του. Και όμως ήταν απόλυτα σίγουρος ότι ήταν εκείνη. Το φονικό της γειτονιάς πρέπει να είχε επεκταθεί σε ολόκληρη την πόλη καθώς υπήρχε κόσμος που αιμορραγούσε παντού, στα πεζοδρόμια, στα παγκάκια ακόμα και στον δρόμο ήταν πεσμένοι άνθρωποι αρκετοί πεθαμένοι ενώ άλλοι χτυπημένοι με αφόρητους πόνους.

Απέναντι, σε ένα δυο μαγαζιά, ήταν σπασμένες οι βιτρίνες καθώς κάτι φαινόταν πως είχε εισχωρήσει με ορμή μέσα. Σαν ένα μεγάλο θηρίο να τους κυνηγούσε, όχι όμως για να σταματήσει την πείνα του αλλά από σπορ.

Πλησίασε έναν τύπο που ήταν ακόμα ζωντανός και του μίλησε.
«Φύγε μακριά φίλε πριν σε βρει και σε σκοτώσει κι εσένα το τέρας».
Ενώ ήξερε για ποιο πράγμα μιλούσε, είπε τη φράση για να δει τι ακριβώς γινόταν.
«Ποιος το έκανε αυτό;»
«Μα καλά δεν το είδες; Δεν μπορεί να μην το είδες. Το αμάξι εκείνο που ήρθε από την κόλαση».
«Τι, ένα αμάξι μόνο του; Δεν το οδηγούσε κανένας;»
«Όχι, ρε φίλε. Υπήρχε μέσα ένας τύπος μελαχρινός, λεπτός και μάλιστα σου έμοιαζε πολύ».

Με τη φράση αυτή έπαθε σοκ. Σκέφτηκε τον εαυτό του και το χρώμα των μαλλιών του. Είχε συνδεθεί άμεσα με τους φόνους και κατά κάποιο περίεργο τρόπο πρέπει το αμάξι να αναπαρήγαγε τη μορφή του ενοχοποιώντας τον.

Μα, τότε, θα φαινόταν αυτός παντού! Τώρα ένιωθε ένοχος για όλα τα φονικά που δεν είχε κάνει και κοίταξε γύρω του. Δεν άντεχε, όπως ήταν φυσικό, να πάρει την ευθύνη για όλα όσα είχε δει ότι είχε κάνει το δαιμονικό αμάξι του. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το «τοπίο» είχε αλλάξει τόσο πολύ μεταξύ τους. Από τη μια πέρναγαν χρόνο μαζί και από την άλλη αυτή σκότωνε κόσμο και μάλιστα τα φόρτωνε πάνω του αντιγράφοντας τη μορφή του.

Έπεσε στα γόνατα, στη μέση του δρόμου, απεγνωσμένος με το υποσυνείδητο να του μιλά και να του λέει ότι όλα αυτά δεν έγιναν, πως ήταν μέρος της φαντασίας του. Και ακριβώς σε εκείνο το σημείο, που πήγε να πειστεί ότι ήταν όνειρο αυτό που ζούσε, το αμάξι σταμάτησε δίπλα του με τη μηχανή να μουγκρίζει.

Η πόρτα άνοιξε μόνη της σαν να τον προσκαλούσε μέσα να μιλήσουν. Πήγε κάτι να πει αλλά ξανά ένα μούγκρισμα της μηχανής ακούστηκε και τον αποσιώπησε. Εκείνος σηκώθηκε δειλά και μπήκε μέσα στο αμάξι κλείνοντας την πόρτα. Δεν έκανε καμία άλλη κίνηση καθώς το αμάξι κινήθηκε μόνο του επιταχύνοντας. Αυτή ήταν η οδηγός τώρα.

Ο δρόμος που διένυαν μαζί ήταν στρωμένος με κόσμο χτυπημένο και γεμάτο αίματα. Η λύσσα, που είχε επέμβει εκείνη έχοντας αφανίσει σχεδόν ολόκληρη την πόλη, ήταν απερίγραπτη. Προχωρούσαν και η μηχανή φαινόταν να λειτουργούσε καλύτερα σαν να ήταν γεμάτη από ευχαρίστηση με αυτό που είχε γίνει. Τώρα έβγαζε έναν ήχο, ένα γρύλισμα σαν δείγμα κυριαρχίας.

Μέσα του, εκείνος, έσκαγε από την αδικία. Είχε δώσει τόσο πολλά για αυτήν και τελικά του βγήκε σε κακό. Δεν μπορούσε να μιλήσει πραγματικά, να την ρωτήσει γιατί το έκανε αυτό. Τι περίμενε δηλαδή από ένα αυτοκίνητο; Να μιλήσει κιόλας; Το θέμα ήταν ότι της είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά και σχεδόν έκανε ό,τι του έλεγε. Εκείνη μιλούσε στο μυαλό του και τον κατεύθυνε σε σημείο που να νομίζει ότι αυτός έχει κάνει τους φόνους.

Η αλήθεια του παρουσιάστηκε μπροστά του και... ναι, αυτό ήταν! Αυτός τους είχε κάνει και για όλα φταίει εκείνη. Του έδινε διαταγές όταν αυτός την ακουμπούσε και ειδικά όταν έμπαινε στο εσωτερικού του αμαξιού. Εκείνος είχε την αίσθηση του απόλυτου ελέγχου της αλλά εκείνη ήταν που κινούσε τα νήματα. Κατάλαβε ότι δεν σκεφτόταν καθαρά, πως είχε τρελαθεί. Θυμήθηκε πως στον ύπνο του έβλεπε όνειρο ότι πράγματι αυτός είχε κάνει το φονικό πίσω από το τιμόνι. Εκείνη τον απορροφούσε κάθε στιγμή μαζί της κι αυτός ένιωθε όλο και περισσότερο εθισμένος στο δηλητήριο αυτό, που σχεδόν τον έκανε να παραλύει στην αγκαλιά της. Είχε, πράγματι, χάσει τα λογικά του κι εκείνη τη στιγμή, που μπήκε ξανά μέσα στο αμάξι, ένιωσε να του φεύγει και η τελευταία ανάσα ανθρωπιάς που είχε. Το αμάξι τον είχε απορροφήσει τελείως και τώρα τον τράβαγε στο πιο μοναδικό ταξίδι προς την κόλαση, στο σημείο που δεν υπάρχει εαυτός.

Σήκωσε το κεφάλι και άνοιξε τα μάτια του. Σπινθηροβολούσαν από κακία και λάβα και όπου κοίταγε και έβλεπε ζωή ήθελε να την αποτελειώσει. Πάταγε το γκάζι και όσο το πάταγε ένιωθε ότι κάνει έρωτα, ότι εισχωρούσε μέσα της αγγίζοντας το τιμόνι αισθησιακά. Με λίγα λόγια, την ένιωθε σαν ερωμένη. Άλλωστε, ήταν η αρραβωνιαστικιά του, ο έρωτάς του και αισθανόταν πως καμία γυναίκα δεν τον είχε κάνει να αισθανθεί έτσι.

Ξαφνικά η μορφή μιας κοπέλας, που φορούσε μια σούπερ μίνι φούστα και ένα απίθανο ντεκολτέ, παρουσιάστηκε δίπλα του. Το πρόσωπό της ήταν όμορφα παράξενο καθώς είχε δυο υπέροχα μάτια, σχεδόν σχιστά. Το μαλλί της καρέ κουρεμένο και η έκφρασή της ήταν επιβλητική με δυο λακκάκια να ξεχωρίζουν από το στόμα της και να διαγράφουν ακριβώς τα χείλη της.

Χωρίς να τον κοιτάξει, μίλησε και του έδειξε τον δρόμο προς τον γυρισμό. Ούτε αυτός ανταπέδωσε το βλέμμα του. Δεν χρειαζόταν. Την ήξερε τόσο καλά, που η μορφή της αντανακλούσε στον μαύρο καθρέφτη της ψυχής του. Το αυτοκίνητο και ο οδηγός είχαν γίνει ένα και αυτό σήμαινε ότι και αυτός είχε αλλάξει, καθώς ο παλιός του εαυτός είχε πια χαθεί. Έβριζε και ήταν πολύ οξύθυμος και ευέξαπτος, όποιος του έλεγε κάτι αρπαζόταν με το παραμικρό. Αν του μίλαγε για την ερωμένη του, το αμάξι δεν σήκωνε κουβέντα σε σημείο που μπορούσε και να σκοτώσει.

Σκέφτηκε για μια στιγμή τι έλεγε και αισθάνθηκε άσχημα. Είχε παρατήσει τα πάντα από τον εαυτό του μόνο για να είναι μαζί της, απλά και μόνο για να νιώθει ολοκληρωμένος μαζί της. Όταν ο φίλος του ξεστόμισε εκείνες τις λέξεις ένιωσε ότι ήθελε να σβήσει τα πάντα από μπροστά του. Δεν λογάριαζε φιλίες, στιγμές, συναισθήματα και χρόνια που είχαν περάσει μαζί. Ήθελε μόνο να τον κάνει να σωπάσει κι αυτό ήταν μια αδιαπραγμάτευτη παρόρμηση. Στον νου του ήρθαν εκείνες οι λέξεις που τον θόλωναν. Στο μυαλό του άρχιζαν να εμφανίζονται εικόνες από τον πεθαμένο φίλο του, εκείνον που, πριν καιρό, είχαν διαπληκτιστεί για το αμάξι. Εικόνες με πολύ αίμα. Η συνείδησή του δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι είχε γίνει πραγματικά καθώς κάτι σαν πρίσμα του έκρυβε την πραγματικότητα και δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει ακριβώς. Έβλεπε συνεχώς θάνατο και δυσωδία να αναδύεται από τις αναμνήσεις εκείνες. Τίποτα χαρούμενο. Και ακόμα χειρότερα, ο καλύτερός του φίλος κείτονταν νεκρός.

Καθώς το αμάξι έτρεχε στη λεωφόρο ανάμεσα στα χρώματα του ήλιου που βυθιζόταν, ένιωθε ότι τον είχε όλο δικό της και τώρα ήταν ευχαριστημένη. Αυτός όμως έπρεπε να δει αν είχαν γίνει όλα αυτά. Τα φανταζόταν ή είχαν γίνει πραγματικά; Είχε πράγματι σκοτώσει τον καλύτερό του φίλο;

Το αμάξι διαισθάνθηκε αυτή την αλλαγή επάνω του και χωρίς δεύτερη σκέψη τον πέταξε με μια πλάγια απότομη κίνηση στο οδόστρωμα ανοίγοντας την πόρτα διάπλατα. Το αμάξι επιτάχυνε και εξαφανίστηκε στο σούρουπο όσο ο οδηγός κείτονταν στην άσφαλτο.

Σχεδόν νεκρός. Τώρα, αποκομμένος και μόνος, άρχισε να περπατά κατά μήκος του δρόμου. Έρημος δεξιά και αριστερά του εκτεινόταν και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματά του στο χώμα. Άλλαζε για μία ακόμα φορά. Ξεκινούσε από το μηδέν και πέταγε για μία ακόμα φορά τα άσχημα πράγματα που βύθιζαν τον εαυτό του κάτω στην άβυσσο. Όμως τον έτρωγε μέσα του να καταλάβει αν είχε πραγματικά γίνει εκείνο το φονικό. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά όσο σκεφτόταν πως είχε δολοφονήσει τον φίλο του.

Λίγο πιο κάτω η ανάμνηση εμφανίστηκε στην άκρη του δρόμου σαν ένα κανονικό συνεργείο. Πλησίασε και τα φώτα άναψαν σαν να τον υποδεχόντουσαν. Μέσα από το συνεργείο ακούστηκαν φωνές και πλησίασε στο παράθυρο για να ακούσει πιο καθαρά τι γινόταν.

«Σιγά, πώς κάνεις έτσι για ένα μάτσο παλιοσίδερα;»
«Μη την ξαναπείς έτσι, δεν σου το επιτρέπω».
«Μα, καλά, τι έπαθες; Δε σε έχω ξαναδεί έτσι».
«Φίλε για μένα δεν ξέρεις τι σημαίνει, μη τολμήσεις να μιλήσεις έτσι για αυτήν, κατάλαβες;»
«Καλά, ρε φίλε, συγγνώμη, αν αυτό σε προσέβαλε, τότε να ζητήσω συγγνώμη».
«Και να το πεις και μπροστά της».
«Μα, τρελός είσαι; Να ζητήσω συγγνώμη από ένα αυτοκίνητο;»
«Θα κάνεις αυτό που σου λέω, ακούς;»
«Καλά, ΟΚ, θα δούμε, χαλάρωσε σε παρακαλώ να το συζητήσουμε το θέμα, δεν χρειάζεται να παλεύουμε, είμαστε τόσα χρόνια φίλοι».
«Φίλε, δε λογαριάζω τέτοια εγώ, να ξέρεις».
«Μα, καλά, πώς άλλαξες έτσι, εσύ δεν ήσουν τόσο…»
«Τόσο, τι;»
«Οξύθυμος. Αυτό».
«Τώρα είμαι, να ζητήσεις συγγνώμη, μ' ακούς;»
«ΟΚ, εντάξει, απλά ηρέμησε».

Έβλεπε τον εαυτό του να χαλαρώνει το πιάσιμο από το γιακά που είχε με τον φίλο του και να τον αφήνει ελεύθερο. Να δίνουν τα χέρια όπως συνήθιζαν, άλλες, παλιότερες, παρόμοιες στιγμές και να συμφιλιώνονται. Την αμέσως επόμενη στιγμή να γυρνάει, να πιάνει ένα κλειδί και να τον χτυπάει στο κεφάλι. Όσο τον χτύπαγε τόσο ακούγονταν στο μυαλό του οι φράσεις, σαν φωνές που ούρλιαζαν. Τον καθοδηγούσαν τι να κάνει και όσο το έκαναν, τόσο αυτός χτύπαγε τον αιμόφυρτο φίλο του.

Μέχρι που κάποια στιγμή κόπασαν. Εκείνη είχε κυριαρχήσει ολοκληρωτικά πάνω του. Παρατηρούσε την ανάμνηση αυτή να χάνεται και να ακούγεται ο διάλογος ακόμα στο υποσυνείδητό του, αφήνοντας μια πικρία για τον θάνατο του φίλου του, που σκεφτόταν ότι δεν θα τον ξαναδεί. Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η ανάμνηση αυτή ήταν πραγματική, μα ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο εαυτός του είχε αλλάξει τόσο που είχε αρχίσει να σκοτώνει χωρίς να το καταλαβαίνει. Ίσως αυτή να ήταν η κατάρα του, να περιφέρεται μόνος στην έρημο των αναμνήσεων, να μην μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι πραγματικό και τι όχι.

Στον δρόμο προς τον γυρισμό δεν υπάρχει το αμάξι, δεν υπάρχει εκείνη να του μιλά μέσα στο μυαλό του, να τον κατευθύνει. Ζει μέσα από τα όνειρά του. Παρέα με τη θύμησή της κυκλοφορεί που, ως αυτοκίνητο εκείνη, τον ακολουθεί πιστά, από δίπλα του. Την ακούει που τα λάστιχά της κινούνται αργά στην άσφαλτο ακολουθώντας το βήμα του.

Ο απόηχος του τσακωμού μέσα στο μυαλό του κυριαρχούσε και είχε ακόμα περισσότερα νεύρα γιατί αυτή είχε πάρει, ακόμα μια φορά, τον έλεγχο. Τώρα, κυκλοφορούσε στην έρημο σκορπίζοντας τις αναμνήσεις του δεξιά και αριστερά σε μια προσπάθεια να τις ξεφορτωθεί. Ήθελε να πεθάνει, να μην πονά πλέον. Να μείνει κενός από σκέψεις.

Να κοιτά το απέραντο χωράφι με τα στάχυα εκεί δίπλα.

Κι όπως το έκανε, το μυαλό του πράγματι άδειασε και ευχαριστήθηκε εκείνη τη μοναχική αιώνια στιγμή που ο άνεμος έπαιζε με τα στάχυα.

Εκεί μέσα την είδε.

Κάτι μέσα του άναψε σαν μικρή σπίθα, μια αίσθηση πως είχε ξαναζήσει την στιγμή και προχώρησε μέσα στο χωράφι. Όσο πλησίαζε, εκείνη φάνηκε μπροστά του. Στην πραγματικότητα ήταν ένα αμάξι σκουριασμένο που δεν είχε απομείνει σχεδόν τίποτα από την παλιά του δόξα αλλά μπροστά στα μάτια του φαινόταν επιβλητική. Σκέφτηκε πως εκείνος μπορούσε να την πάρει, να την φτιάξει από το μηδέν και μαζί θα ταξιδεύανε για πάντα στο δειλινό. Εκείνος θα επανάφερε τον παλιό καλό εαυτό της και θα ταξίδευαν για πάντα μαζί. Άλλωστε, ήταν έρωτας από την πρώτη ματιά.


Copyright © Πέτρος Βαζακόπουλος All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε ψηφιακό εικαστικό του ίδιου.