Μου αρέσουν τα βιβλία με τα έξυπνα εξώφυλλα. Όσο κι αν κάποιοι δεν το παραδέχονται, το εξώφυλλο ενός βιβλίο είναι αναπόσπαστο κομμάτι του δημιουργήματος και πάντα –μα πάντα– πριν ακόμη αρχίσω να διαβάζω, στέκομαι και παρατηρώ για τυχόν λεπτομέρειες.
Τούτο το εξώφυλλο είναι ξέχειλο αποκαλύψεις. Μια κοκκινομάλλα, ένα ξανθό κοριτσάκι, ένα μέρος σώματος που μαρτυρά τραύματα, ένα αγόρι, ένας μπαλτάς και κάποια πτηνά ικανά να συνδυαστούν με τον τίτλο του βιβλίου. Απλόχερα, ο συγγραφέας μοιράζει στοιχεία της ιστορίας του, στοιχεία τα οποία θα εμφανιστούν ξανά μέσα στο κείμενο, στοιχεία που τα χρειάζεται ο αναγνώστης για τη σύνδεση του με την ιστορία.
Σταυραετός και Κούκος είναι τα ονόματα δύο διπλανών χωριών της Πίνδου. Χωριά αντικριστά, γεμάτα μίσος μεταξύ τους. Μύθοι γεννημένοι από στόματα χωριανών που αντέχουν στον χρόνο, απέχθεια λόγω έλλειψης λογικής και δυστυχώς χωρίς καμία ελπίδα για ομόνοια. Άγραφοι νόμοι τους απαγορεύουν το σμίξιμο, τους κρατούν απόμακρους και τα ερωτευμένα ζευγάρια που τόλμησαν και τους αψήφησαν, εξορίζονται και από τα δύο χωριά ως καταραμένα.
Εξωφρενικό, ανήκουστο, μα ναι, μια αλλοτινή εποχή, υπαρκτό.
Σε αυτή την εποχή, μεγαλώνει η Σμαρώ και ο Μηνάς. Η Σμαρώ είναι μια κοκκινομάλλα, κόρη παπά, έχει δυο αδέρφια και όπως οι περισσότερες οικογένειες του χωριού, έτσι και η δική της, είναι αρκετά φτωχή. Στον αντίποδα, ο Μηνάς κατάγεται από οικογένεια προυχόντων, έχει όνειρα να γνωρίσει τον κόσμο μακριά από το μίζερο χωριό του και κινείται συνεχώς με πυξίδα τη φυγή του.
Τα δυο παιδιά θα συναντηθούν κάτω από αντίξοες συνθήκες, θα συμφωνήσουν άδολα και με εισιτήριο στα χέρια τους τη δίψα της νεότητας, θα ανοίξουν τα φτερά τους, όπως τα ονόματα των χωριών τους και θα πετάξουν μακριά, έχοντας στη φαρέτρα τους αθώα βέλη, πλάι σε εκείνα του έρωτα που αργότερα θα τους επισκεφτούν.
Όπου κι αν πας, οι τύψεις έχουν φτάσει πρώτες και σε περιμένουν.
Ένα βασταγερό πουγκί με τρεις λίρες, μια προειδοποίηση χωρίς αποδοχή, ένα πολύτιμο χαρτάκι το οποίο χάνεται άδοξα, ένας περήφανος μπογιατζής, αλλά και ο παπα-Θράσος οδηγούν τα βήματα των δύο νέων, που χωρίς πολλή σκέψη ακολούθησαν την καρδιά τους, σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε ενότητες και κάθε ενότητα δίνει τα δικά της κομμάτια στον αναγνώστη όπου εκείνος τα συλλέγει και στο τέλος πια η σύνδεση, η οποία καλείται να αποδεχτεί, είναι συγκινητική, αγωνιώδης και καταλυτική.
Όταν τιμωρείσαι με τον θάνατο του αγαπημένου, ποιος είναι ο πιο νεκρός;
Από την Αθήνα θα μεταφερόμαστε πίσω στην Πίνδο, από τα χρόνια της Κατοχής σε εκείνα του Εμφυλίου, οι ζωές τους θα αλλάζουν συνεχώς πρόσημο, οι απώλειες θα καραδοκούν σε κάθε τους βήμα και ένα αόρατο νήμα θα κυκλώνει τη Σμαρώ όλο και πιο πολύ, μιας και είναι η πρωταγωνίστρια της ιστορίας.
Η τελευταία επιστρέφει πίσω στον τόπο της με δυο μικρά, τον Μαθιό και τη Λίτσα. Είναι πλέον χήρα στα 20 της και στο πατρικό της βρίσκει μονάχα μια χαροκαμένη μάνα.
Σειρά έχει η επίσημη υστεροφημία του Μηνά, ο γητευτής Ριρής, ένα μικρό κορίτσι, που η εποχή επιβάλλει να «ταχτεί», η στρωμένη με αγκάθια ζωή της Ροδιάς, η αγάπη για τη ραπτική της πρωταγωνίστριας, αλλά και οι καμωμένες με κάρβουνο ζωγραφιές πάνω στους ασβεστωμένους τοίχους ενός υπογείου.
Η ιστορία του Δάσους των Ψυχών παίδεψε το μυαλό μου πολλές φορές. Πόσο εύκολα μια δεισιδαιμονία ταράζει τις ζωές των ανθρώπων και τους απαγορεύει είναι άξιο λόγου μα όχι το μόνο.
Οι ήρωες μεγαλώνουν, δραστηριοποιούνται, ξεχνούν μυστικά, αλλάζουν ρότα, αναμοχλεύουν στις ψυχές τους, τις αλήθειες τους, πεισμώνουν και άλλοι πάλι ανακαλύπτουν, γνωρίζουν, μα επιλέγουν να προσδεθούν στο άρμα της λήθης.
Θα διαβάσουμε για τους συνταξιδιώτες Βάιο και Άννα για τις ανάγκες ενός γάμου, για την μπεκρού αδελφή Αικατερίνη, για την Αγλαΐα και τα λόγια σαν πρόκες που εξαπολύει δίχως έλεος, για ένα μεθύσι που αναμιγνύεται με απωθημένα, απελπισία, τύψεις που οδηγούν σε λύτρωση, αλλά και για τη σοκολάτα που μπορεί να σκορπίσει λίγη από τη γλύκα της στην ταλαιπωρημένη ζωή της Σμαρώς.
Από τα βιβλία που διαβάζω επιλέγω μια φράση που μου κίνησε το ενδιαφέρον για να την μοιραστώ μαζί σας. Από το βιβλίο του Αύγουστου Κορτώ, ένα σύντομο βιογραφικό του οποίου θα βρείτε στο τέλος του άρθρου, επέλεξα την παρακάτω:
Άραγε, όταν παραμυθιάζεσαι, πιστεύεις αληθινά την ιστορία που 'χεις βγάλει απ' το μυαλό σου, ή ξέρεις ότι ζεις σε παραμύθι, κι απλώς αδιαφορείς;
Οι ήρωες του βιβλίου καλωσορίζουν νέα πρόσωπα στην ιστορία, μαθαίνουν να ζουν με τις ενοχές τους, παιδεύονται από τα λάθη τους και ταλαιπωρούνται μέχρι το τέλος. Η ιστορία ρίχνει αυλαία με τη συνάντηση του Αχιλλέα και της Λεμονιάς σε κλίμα παρήγορο λίγο πριν το απαρχαιωμένο σεντούκι ανοίξει και βγουν στο φως οι αλήθειες του και ίσως πια οι ήρωες αναπαυθούν εν ειρήνη.
Το βιβλίο προσφέρει προβληματισμό, ρεαλισμό, ρίχνει φως σε κοινωνικά στρώματα τα οποία επιλέγουν να μείνουν στο σκοτάδι, καυτηριάζει συμπεριφορές, παρουσιάζει οικογενειακά μυστικά και τη ροπή που δίνουν στα πρόσωπα που εμπλέκονται και, στο τέλος, αφήνει μια γλυκόπικρη επίγευση για όλα όσα θα μπορούσαν να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας μα κανείς δεν τόλμησε να τα αγγίξει.
Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν η Σμαρώ κοιτούσε κατάματα την αλήθεια;
Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν ο Αχιλλέας είχε μεγαλώσει με τους δυο γονείς του;
Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν ποτέ δεν έπεφτε η νεροποντή που κατέπνιξε αθώες ψυχές;
Κανείς δεν ξέρει. Ή μάλλον, ίσως ξέρει ο Αύγουστος Κορτώ.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρει:
Για χρόνια θα ιστορούσαν τον γυρισμό της Σμαρώς στον Σταυραετό…
Δυο χωριά δεμένα με άσβεστο μίσος.
Δυο νέοι που κλέβονται, και γυρεύουν την τύχη τους στο σκοτάδι της κατοχικής Αθήνας.
Κι έπειτα;
Κανείς δεν ξέρει τι γίνηκε, εκτός απ' τη Σμαρώ, που γυρνά το '45 στον Σταυραετό με δυο μωρά παιδιά – μα μόνο το ένα είναι του Μηνά, του Κούκου που την έκλεψε.
Όμως τα μυστικά του παρελθόντος, τα ψέματα της επιβίωσης, θα στοιχειώσουν το μέλλον όλων τους.
Απ' τη μια, το μοναστήρι για τα ορφανά κορίτσια. Κι απ' την άλλη, ένας γάμος σαν κλωστή που βαστάει δυο πεπρωμένα.
Ένα βιβλίο μαχαιριά.
Μια ιστορία για τους απλούς ανθρώπους, που ποτέ δεν είναι απλοί.
Μια ιστορία για την Ελλάδα – τη σκληρότητα και την ομορφιά της.
Ο Αύγουστος Κορτώ, κατά κόσμον Πέτρος Χατζόπουλος, γεννήθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει διηγήματα, μυθιστορήματα, ποιήματα, νουβέλες, κριτικές και βιβλία για παιδιά. Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του Το βιβλίο της Κατερίνας (2013), Επειδή είναι η καρδιά μου (2014), Μικρό χρονικό τρέλας (2016), Ρένα (2017), Σκυλίσια ψυχή (2018), Το μυστικό του Λεονάρντο (2019), Δέσποινα (2020), Όταν κοιμούνται οι φίλοι μου (2021), Μισό παιδί (2021), Η άλλη Κατερίνα (2022), Η μικρή λέξη αγάπη (2022), Τζέρι (2023), Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας (2023), Το πράσινο αστέρι (2023), Το σεξ και πώς να το αποφύγετε (2024), Σεξ στις 30 του Φλεβάρη (2025), Της χούντας το πουλί (2025), Σταυραετός και Κούκος (2025)· τα ευθυμογραφήματα Έρως ανίκατε μάσαν (2015), Νεοελληνική μυθολογία (2016), Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά (2016), Φωτιά στα Σαββατόπαχα (2018)· η μαρτυρία Η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής σου: Κουβέντες για το φως μες στο σκοτάδι της κατάθλιψης (2020) και το αφήγημα Η καρδιά του πατέρα μου (2024). Επίσης, έχει γράψει βιβλία για παιδιά: Η εξαφάνιση της Ντόροθυ Σνοτ (2003), που απέσπασε το Κρατικό Βραβείο παιδικής λογοτεχνίας, καθώς και το Βραβείο Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού βιβλίου, Ο στοιχειωμένος πύργος της Ούρσουλα ντε Φλαφ (2005), Η μαμά δε θέλει να μου πάρει ζωάκι (2005), Έγκλημα στο Τούνδρα εξπρές (2011), Δεν ξανακάνω μπάνιο ποτέ! (2013), Το καταραμένο περιδέραιο της Νιαουφερτίτης (2016), Κορνήλιος Κρικ, σκίουρος ντετέκτιβ (2016) και Το ουφάκι (2017).



