Γεωργίου Κονίδη
Η μεγάλη κρυστάλλινη πόρτα του μαγαζιού άνοιξε και η Μαρί κοίταξε διστακτικά έξω. Πο πο, ψιθύρισε, μου φαίνεται πως κάνει περισσότερη παγωνιά από πριν λίγο.
Τι ζεστά που ήταν εκεί μέσα. Τυλίχθηκε όσο μπορούσε καλύτερα στο γούνινο παλτό της και σήκωσε τη ζεστή της κουκούλα νιώθοντας καλύτερα και αυτό το πακέτο στα χέρια – δεν ξέρει κανείς πώς να το κρατήσει, σε κάτι τέτοιες στιγμές θα ήθελε τόσο να έχει άλλο ένα χέρι τουλάχιστον... Χαμογέλασε χαρούμενη. Πάντως, είναι θαυμάσιο να έχεις αγοράσει τόσο όμορφα πράγματα για τους αγαπημένους σου και για τον εαυτό σου. Και μόνο η σκέψη για τη χαρά που θα έφερνε στα παιδιά έκανε τα πράσινα μάτια της να λάμπουν σαν αστέρια μέσα στη νύχτα.
Κοίταξε γύρω της. Έχει σκοτεινιάσει τώρα αρκετά και το Παρίσι έχει ανάψει όλα τα πολύχρωμα φώτα του σαν κομψή κυρία που ετοιμάζεται για την βραδινή της έξοδο φορώντας τα κοσμήματά της.
Ξάφνου, ένιωσε κάτι κρύο και υγρό να πέφτει πάνω στη μύτη της, σήκωσε ξαφνιασμένη τα μάτια της στον ουρανό και τότε είδε αμέτρητες μικρές ολόλευκες νιφάδες να κατεβαίνουν απαλά από ψηλά. Χιονίζει, χιονίζει... Η πρώτη φορά φέτος, σκέφτηκε με μία παιδιάστικη χαρά. Έστεκε εκεί, στην άκρη του πολυσύχναστου δρόμου μα δεν την ένοιαζε πια το κρύο, όλα έμοιαζαν τώρα αλλιώτικα, όλα είχαν μία ξεχωριστή λάμψη, την ομορφιά που βρίσκει κανείς παντού όταν νιώθει ευτυχισμένος... Τα φώτα, οι φωτεινές ρυθμίσεις είχαν λες πιο έντονα χρώματα, τα πρόσωπα των περαστικών της φάνηκαν γελαστά, χαρούμενα, ακόμα και ο πάντα ενοχλητικός θόρυβος των αυτοκινήτων τής έμοιαζε σαν μία παλιά μουσική καθώς και το αδιάκοπο πήγαινε έλα.
Κοίταζε τώρα, ανάμεσά τους, για ταξί. Ήθελε τόσο να γυρίσει σπίτι, ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι ήταν ό,τι πιο πολύ επιθυμούσε αυτή τη στιγμή. Το σήμα έγινε πράσινο και απέναντι οι διαβάτες άρχισαν να περνούν βιαστικά. Στη διάβαση πρέπει να είχε πολύ παράξενο ύφος γιατί ένα ξανθός νέος άντρας την κοίταζε παράξενα, την παρατηρούσε αφηρημένα. Ψηλός, ξανθός με ένα μπλε αδιάβροχο βάδιζε αργά προς το μέρος της με ένα παράξενο ρυθμικό περπάτημα. Ξάφνου, ένιωσε σαν κάποιος να την έσπρωχνε απότομα, όλα γύρω χάθηκαν και έμεινε μόνο εκείνος που βάδιζε προς εκείνη ενώ τα γαλάζια μάτια του την κοίταζαν. Δεν μπορούσε να δει το χρώμα τους, τα ήξερε όμως πολύ καλά, όπως γνώριζε τα σγουρά ξανθά μαλλιά του, τον τρόπο που έγερνε το κεφάλι όποτε γελούσε, τη βαθιά ζεστή φωνή του, το ρυθμικό του βάδισμα... Τι περίεργο, αλήθεια, από αυτό τον γνώρισε και ας είχαν περάσει οκτώ ολόκληρα χρόνια από τότε.
Πετάχτηκε τρομαγμένη, ένα ταξί σταμάτησε εμπρός της, φαίνεται πως ασυναίσθητα το χέρι της θα είχε μείνει ψηλά και την είδε, μηχανικά άνοιξε την πόρτα και μπήκε, το αυτοκίνητο ξεκίνησε και εκείνη, σπρωγμένη από μία ανώτερη δύναμη, γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε πίσω και τον είδε ακίνητο να κοιτάζει προς το μέρος της, τυλιγμένος μέσα σε πυκνές νιφάδες χιονιού που λες ότι τον σκεπάζαν. Η Μαρί κοίταζε για πολλή ώρα πίσω, ακόμα και όταν εκείνος είχε χαθεί πια από τα μάτια της μέσα στην κίνηση. Γύρισε, τέλος, το κεφάλι αργά και μαζεύτηκε στη γωνία της σφίγγοντας το παλτό πάνω της τρέμοντας ολόκληρη αν και το ταξί ήταν ζεστό. Είπε τη διεύθυνση στον οδηγό, η φωνή της την τρόμαξε, δεν ήταν καθόλου σταθερή, μα δεν έμοιαζε με τη δική της. Κοίταξε έξω, οι αφίσες της φάνηκαν δυνατές, εκτυφλωτικές, να της καίνε τα μάτια... όπως κι αυτό το αδιάκοπο πήγαινε έλα των πεζών που τρέχουν βιαστικά να βρουν τη ζεστασιά στα σπίτια τους.
Έκλεισε σφιχτά στα μάτια και ξάπλωσε πίσω και τότε ένιωσε να χαλαρώνει, έπαψε να τρέμει ενώ κάποια δάκρυα άρχισα να τρέχουν ευεργετικά από τα δύο κλειστά της μάτια. Αργά και σταθερά ηρέμησε ενώ χίλιες όμορφες παλιές εικόνες άρχισαν να περνούν από την σκέψης της, σαν ταινία. Πώς τον γνώρισε εκείνο το αξέχαστο καλοκαίρι, την αγάπη τους, τις άπειρες μικρές όμορφες στιγμές που έζησαν μαζί και ύστερα ο χωρισμός. Ποιος ανόητος είπε, τάχα, πως οι άνθρωποι έχουν το προνόμιο να ξεχνούν τόσο καλά; Έρχεται όμως κάποτε η στιγμή που τους διαψεύδει, αρκεί μία μελωδία, μια μικρή λέξη, ένα λουλούδι, μία γωνία της γης για να δούνε πως τίποτε δεν ξέχασαν, γιατί κανείς δεν μπορεί να πετάξει, σαν κάτι άχρηστο, ό,τι ένιωσε βαθιά κάποτε.
Το φιλά κρυφά πολλές φορές χωρίς και ο ίδιος να το ξέρει, σε μία γωνία της ψυχής του, σαν ένα πολύτιμο φυλαχτό, κάθε αγάπη αληθινή που φεύγει, χάνεται μαζί της ένα κομμάτι από σένα, από την καρδιά σου – πού το είχε διαβάσει, αλήθεια; Δεν έχει σημασία, είναι αλήθεια, όταν αγαπάς δίνεις και αυτό κλείνει μέσα του ομορφιά, όμως ό,τι δίνεις ποτέ δεν μπορείς να το πάρεις πίσω, μένει μαζί με τη χαμένη αγάπη σου για πάντα και σου δημιουργείται ένα κενό και μία πικρή γεύση.
Στο κεφάλι της, οι σκέψεις σκόρπισαν σαν φθινοπωρινά πρωινά φύλλα και όταν άνοιξε τα μάτια της, το ταξί έκανε στροφή και σταμάτησε μαλακά. Πλήρωσε και πήρε μαζί της τα πολύχρωμα πακέτα και βγήκε στον παγωμένο αέρα. Με μια βαθιά αναπνοή προχώρησε κατά το σπίτι. Σε λίγο βρισκόταν στο σκοτεινό χολ ακίνητη και διστακτική έχοντας έναν παράλογο φόβο να την κυριεύει, νόμιζε πως τα συναισθήματα ήταν γραμμένα στο πρόσωπό της. Ο άντρας της θα καταλάβαινε τι την βασάνιζε απόψε;
Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε και με ορμή δύο ρουκέτες έπεσαν πάνω της. Μαμά! Ήρθε η μαμά, τι πακέτα, τρέχα μπαμπά, τρέχα, ήταν ο πεντάχρονος Νικόλας, ο γιος της και η μικρή Ζανέτ, που τα μικρά παχουλά χεράκια της την τραβούσαν από το παλτό. Αυτό την έκανε να συνέλθει, έτσι έσκυψε, με μιας άφησε κάτω τα πακέτα και αγκάλιασε τα μικρά σφιχτά δαχτυλάκια. Η γαλήνη γύρισε με μιας στην ψυχή της. Σηκώνει το κεφάλι και το βλέμμα της συνάντησε δύο καστανά μάτια που τους χαμογελούσαν τρυφερά γεμάτα αγάπη. Τα μικρά άρπαζαν τα πακέτα και έτρεξε να χωθεί στη αγκαλιά του Πολ.
Ακούμπησε γεμάτη ανακούφιση το μάγουλό της στο ζεστό του στήθος και αναστέναξε πάνω του. Είσαι κουρασμένη; Ρώτησε με τα χείλια του στα μαύρα μαλλιά της και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της σε ένα αινιγματικό χαμόγελο. Σε λίγο καθόταν κοντά σε ένα αναμμένο τζάκι με ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι στο χέρι τυλιγμένη στη ρόμπα της και τον κοίταζε έτσι καθώς καθόταν εκεί, κοντά στα πόδια της, πάνω στο πράσινο χαλί... Και τότε οι λέξεις βγήκαν αυθόρμητα, φυσικά, από τα χείλη της. Ξέρεις, απόψε είδα από μακριά τον Ζορζ. Κοίταξε τα καστανά, γεμάτα σιγουριά, μάτια του. Την κοίταζαν για λίγο εξεταστικά και αμέσως χαμογέλασαν με τον γνώριμό τους τρόπο.
Καταλαβαίνω μικρή μου Μαρί τι ένιωσες, είναι κάτι που έχει συμβεί λίγο πολύ σε όλους μας γιατί, με τον καιρό, η παλιά αγάπη εξωτερικεύεται καθώς ξεχνάμε τις κακές πλευρές της. Ίσως όμως και γιατί εκείνος ή εκείνη έχουνε πάρει μαζί τους ένα μικρό κομμάτι από την καρδιά μας για πάντα.
Η Μαρί άφησε το φλυτζάνι και γονάτισε στο πάτωμα κοντά του αγκαλιάζοντάς τον όσο πιο σφιχτά μπορούσε. Ο Πολ γύρισε και την κοίταξε βαθιά στα μάτια.
Σ' αγαπώ πολύ, το ξέρεις; ρώτησε σοβαρά. Ναι, το ξέρω, κι αυτό είναι υπέροχο, του ψιθύρισε ακουμπώντας γεμάτη εμπιστοσύνη το κεφάλι της στον ώμο του.
Copyright © Γεώργιος Κονίδης All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο της Φωτεινής Χαμιδιέλη


